Τετάρτη 25 Μαΐου 2016

Μαντζαρίδης Γεώργιος: Ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής



 
Η σταθερή ανάκαμψη του αγιορείτικου μοναχισμού, που παρατηρείται σήμερα, άρχισε να επισημαίνεται στατιστικά από τις αρχές της δεκαετίας του '70. Από στατιστική έρευνα, που πραγματοποιήθηκε τον Ιούλιο του 1972, διαπιστώθηκε ότι το σύνολο των μοναχών του Αγίου Όρους ανερχόταν στους 1.146. Ο αριθμός αυτός ήταν υψηλότερος κατά μία μονάδα από τον αριθμό των μοναχών, που παρουσίαζε για το προηγούμενο έτος (1971) το περιοδικό Irenikon όπου δημοσιεύονταν κατά καιρούς στατιστικά στοιχεία των αγιορειτών μοναχών.
Έκτοτε η σταθερή πτώση του αριθμού των μοναχών της Αθωνικής Πολιτείας μεταβλήθηκε σε σταθερή ανάκαμψη, που έγινε πλέον εντυπωσιακή. Στην ανάκαμψη αυτή συνέβαλαν ασφαλώς πολλοί παράγοντες. Σε αυτούς συγκαταλέγονται και οι ομαδικές προσελεύσεις συνοδειών από μονές εκτός Αγίου Όρους. Πέρα όμως και πριν από την προσέλευση των συνοδειών αυτών υπήρξε και η παρουσία ισχυρών προσωπικοτήτων με έντονη πνευματική και ηθική ακτινοβολία, που προετοίμασαν και στήριξαν ανοδική πορεία του Αγίου Όρους. Κορυφαία θέση μεταξύ αυτών κατέχει ο Γέροντας Ιωσήφ ο Ησυχαστής, στον οποίο ανάγουν σήμερα την πνευματική τους πατρότητα έξι από τις είκοσι Ιερές Μονές του Αγίου Όρους.

Συμεών Θεσσαλονίκης: Για την ιερή και θεοποιό προσευχή



Κεφάλαιο 296

Αυτή λοιπόν η θεία προσευχή, η επίκληση του Σωτήρα μας, το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με», είναι και προσευχή και ευχή και ομολογία της πίστεως· παρέχει το Άγιο Πνεύμα, είναι χορηγός θείων δωρεών, κάθαρση της καρδιάς, εκδίωξη των δαιμόνων, κατοίκηση μέσα μας του Ιησού Χριστού, πηγή πνευματικών εννοιών και θείων λογισμών, απολύτρωση από τις αμαρτίες, θεραπεία των ψυχών και των σωμάτων, χορηγός του θείου φωτισμού, βρύση του ελέους του Θεού, δωρητής θείων αποκαλύψεων και μυήσεων στον ταπεινό, και το μόνο σωτήριο, γιατί έχει το σωτήριο όνομα του Θεού μας, που είναι το μόνο όνομα που μας δόθηκε, το όνομα του Ιησού Χριστού, του υιού του Θεού, και δεν είναι δυνατό να σωθούμε με κανένα άλλο όνομα, όπως λέει ο Απόστολος.
 Είναι εν πρώτοις προσευχή, γιατί με αυτή ζητούμε το θείο έλεος. Και ευχή, γιατί παραδίνομε τον εαυτό μας στο Χριστό με την επίκλησή Του. Και ομολογία, γιατί αυτό ομολόγησε ο Πέτρος και δέχτηκε το μακαρισμό του Κυρίου. Και παρέχει το Πνεύμα, γιατί κανένας δε λέει Κύριο τον Ιησού παρά μόνο με το Άγιο Πνεύμα. Είναι και χορηγός θείων δωρεών, αφού γι' αυτή την ομολογία υποσχέθηκε ο Χριστός στον Πέτρο να του δώσει τα κλειδιά της βασιλείας των ουρανών. Και κάθαρση της καρδιάς, γιατί βλέπει και καλεί το Θεό και καθαίρει αυτόν που Τον βλέπει. Και εκδίωξη δαιμόνων, γιατί με το όνομα του Ιησού Χριστού εκδιώχθηκαν και εκδιώκονται όλοι οι δαίμονες. Και κατοίκηση μέσα μας του Χριστού, γιατί με τη θύμησή Του ο Χριστός είναι μέσα μας και με αυτή είναι ένοικός μας και μας γεμίζει ευφροσύνη, όπως λέει και ο Ψαλμωδός: «Θυμήθηκα το Θεό και ένιωσα ευφροσύνη». Και πηγή πνευματικών εννοιών και λογισμών, γιατί ο Χριστός είναι ο θησαυρός κάθε σοφίας και γνώσεως και τις χορηγεί σε όποιους κατοικεί. Και απολύτρωση από τις αμαρτίες, επειδή γι' αυτή την ομολογία είπε στον Πέτρο ο Κύριος: «Όσα θα λύσεις, θα είναι λυμένα στον ουρανό». Και θεραπεία ψυχών και σωμάτων, γιατί ο Πέτρος είπε: «Στο όνομα του Ιησού Χριστού σήκω και βάδισε» καί: «Αινέα, σε θεραπεύει ο Ιησούς Χριστός». Και χορηγός θείου φωτισμού, γιατί ο Χριστός είναι το φως το αληθινό και μεταδίδει τη λαμπρότητα και τη χάρη Του σ' εκείνους που τον επικαλούνται· όπως λέει και ο Ψαλμωδός: «Ας είναι η λαμπρότητα του Κυρίου και Θεού μας επάνω μας», και ο Κύριος: «Όποιος με ακολουθεί, θα έχει το φως της ζωής». Και βρύση θείου ελέους, γιατί ζητούμε έλεος και ο Κύριος είναι ελεήμων και σπλαχνίζεται όλους όσοι τον επικαλούνται και αποδίδει το δίκαιο γρήγορα σ' εκείνους που φωνάζουν προς Αυτόν. Και δωρητής θείων αποκαλύψεων και μυήσεων στους ταπεινούς, γιατί και η ίδια δόθηκε με αποκάλυψη του ουράνιου Πατέρα στον Πέτρο που ήταν ένας ταπεινός ψαράς, και ο Παύλος ανυψώθηκε στο όνομα του Χριστού και άκουσε αποκαλύψεις, και πάντοτε ενεργεί με αυτό τον τρόπο. Και το μόνο σωτήριο, γιατί στο όνομα κανενός άλλου δεν μπορούμε να σωθούμε, όπως λέει ο Απόστολος και Αυτός είναι ο σωτήρας του κόσμου, ο Χριστός· γι' αυτό και κατά την έσχατη ημέρα όλοι θα ομολογήσουν και θα υμνήσουν θέλοντας μη θέλοντας, ότι Κύριος είναι ο Ιησούς Χριστός για τη δόξα του Θεού Πατέρα. Τούτο είναι το σημείο της πίστεώς μας, αφού και είμαστε και ονομαζόμαστε Χριστιανοί, και είναι και η μαρτυρία ότι είμαστε του Θεού. Γιατί λέει ο Απόστολος: «Κάθε πνεύμα που ομολογεί Κύριο τον Ιησού Χριστό που ήρθε με σάρκα ανθρώπου, είναι από το Θεό», όπως προείπαμε, και όποιο δεν το ομολογεί αυτό, δεν είναι από το Θεό• είναι από τον αντίχριστο όποιο δεν ομολογεί τον Ιησού Χριστό. Γι’αυτό πρέπει όλοι οι πιστοί να ομολογούμε αδιάλειπτα τούτο το όνομα και για τη διακήρυξη της πίστεως, και για την αγάπη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, από την οποία τίποτε ποτέ δεν πρέπει να μας χωρίσει, αλλά και γιατί το όνομά Του παρέχει χάρη και άφεση και απολύτρωση και θεραπεία, αγιασμό και φωτισμό και προπάντων τη σωτηρία. Γιατί με αυτό το θείο όνομα οι Απόστολοι έκαναν και δίδαξαν μεγάλα και θαυμαστά. Και ο θείος Ευαγγελιστής λέει: «Αυτά έχουν γραφεί για να πιστέψετε ότι ο Ιησούς είναι ο Χριστός, ο Υιός του Θεού» -ιδού η πίστη- «και πιστεύοντας να έχετε ζωή στο όνομά Του» -ιδού η σωτηρία και η ζωή.

Μέγας Αντώνιος: Συμβουλές για το ήθος των ανθρώπων σε 170 κεφάλαια



1. Οι άνθρωποι λέγονται λογικοί καταχρηστικά. Δεν είναι λογικοί εκείνοι που έμαθαν τους λόγους και τα βιβλία των αρχαίων σοφών, αλλά όσοι έχουν λογική ψυχή και μπορούν να διακρίνουν ποιο είναι το καλό και ποιο είναι το κακό. και έτσι αποφεύγουν τα κακά και ψυχοβλαβή, μελετούν όμως σοβαρά τα καλά και ψυχωφελή και τα πράττουν με μεγάλη ευχαριστία προς το Θεό. Μόνο αυτοί πρέπει αληθινά να λέγονται λογικοί άνθρωποι.

2. Ο αληθινά λογικός άνθρωπος μια μόνο φροντίδα έχει, να υπακούει και να είναι αρεστός στο Θεό, τον Κύριο των όλων, και σε τούτο και μόνο να ασκεί την ψυχή του, πως να γίνει αρεστός στο Θεό, ευχαριστώντας Τον για την μεγάλη και εξαιρετική πρόνοιά Του και την κυβέρνηση όλου του κόσμου, όποια κι αν είναι η θέση του στη ζωή. Γιατί είναι παράλογο, να ευχαριστούμε τους γιατρούς όταν μας δίνουν τα πικρά και αηδιαστικά φάρμακα για χάρη της υγείας του σώματός μας, να είμαστε όμως αχάριστοι στο Θεό για όσα φαίνονται σ' εμάς δυσάρεστα και να μην αναγνωρίζομε ότι τα πάντα γίνονται όπως πρέπει και προς το συμφέρον μας σύμφωνα με την πρόνοιά Του. Γιατί η αναγνώριση αυτή και η πίστη στο Θεό είναι η σωτηρία και η τελειότητα της ψυχής.


3. Η εγκράτεια, η ανεξικακία, η σωφροσύνη, η εγκαρτέρηση, η υπομονή και οι παρόμοιες μέγιστες και ενάρετες δυνάμεις μας δόθηκαν από το Θεό και είναι αντίθετες και αντιστέκονται και μας βοηθούν στις αντίστοιχες προς αυτές κακίες. Αν γυμνάζομε αυτές τις δυνάμεις και τις έχομε πάντοτε πρόχειρες, τότε νομίζομε ότι δεν μας συμβαίνει πια τίποτε δύσκολο ή θλιβερό ή αβάσταχτο. γιατί σκεφτόμαστε ότι όλα είναι ανθρώπινα και τα νικούν οι αρετές που έχομε. Αυτά δεν τα έχουν υπόψη τους οι ανόητοι άνθρωποι. Ούτε σκέφτονται ότι τα πάντα γίνονται σωστά και όπως πρέπει για το συμφέρον μας, για να λάμψουν οι αρετές μας και να στεφανωθούμε από το Θεό.


4. Την απόκτηση των χρημάτων και το πλούσιο ξόδεμά τους να τα θεωρείς μόνο σαν φαντασία που δεν κρατά παρά λίγο καιρό, και ξέροντας ότι η ενάρετη και θεάρεστη ζωή διαφέρει από τον πλούτο. Όταν το μελετάς αυτό σταθερά, ούτε θα αναστενάξεις, ούτε θα κραυγάσεις, ούτε θα κατηγορήσεις κανένα, αλλά θα ευχαριστείς το Θεό για όλες τις ευεργεσίες που σου δίνει, βλέποντας ότι οι χειρότεροι από σένα στηρίζονται στα λόγια και στα χρήματα. Γιατί η επιθυμία, η δόξα και η άγνοια είναι τα πιο κακά πάθη της ψυχής.


5. Ο λογικός άνθρωπος, προσέχοντας ο ίδιος στον εαυτό του, εξετάζει τι πρέπει να πράξει και τι τον συμφέρει, καθώς και ποια ταιριάζουν στην ψυχή και την ωφελούν και ποια δεν της ταιριάζουν. Και έτσι αποφεύγει εκείνα που βλάπτουν την ψυχή, ως ξένα και γιατί τον χωρίζουν από την αιώνια ζωή.


6. Όσο πιο λίγη περιουσία έχει κανείς, τόσο ευτυχέστερος είναι. Γιατί δεν φροντίζει για πολλά πράγματα, για υπηρέτες, καλλιεργητές, απόκτηση ζώων. Όταν αφοσιωνόμαστε σ' αυτά κι ύστερα μας συμβαίνουν εξαιτίας αυτών δυσκολίες, κατηγορούμε τον Θεό. Με την αυθαίρετη επιθυμία μας τρέφομε τον θάνατο και έτσι μένομε στο σκοτάδι της αμαρτωλής ζωής, μέσα στην πλάνη, χωρίς ν' αναγνωρίζομε τον πραγματικό εαυτό μας.

Δευτέρα 23 Μαΐου 2016

Ὁ π. Γεώργιος Καψάνης ὡς θεολόγος. Ἡ θεολογική του μαρτυρία στήν σύγχρονη ἐκκλησιαστική ζωή


Ἱερομόναχος Λουκᾶς Γρηγοριάτης
Εἰσήγησις στή κληρικολαϊκή σύναξι τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Κυθήρων (13/7/2014)
  Θά χρειασθοῦν πολλά χρόνια γιά νά ἀποτιμηθῇ ἐπαρκῶς τό ἔργο τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος, π. Γεωργίου Καψάνη. Χρονικό διάστημα σαρἀντα ἡμε­ρῶν ἀπό τήν κοίμη­σί του προσφέρεται μόνο ὡς εὐκαιρία εὐλαβικῆς ἀναφορᾶς στόν ἄνθρωπο πού ἐσφράγισε τήν ἐποχή μας μέ τήν προσωπικότητα, τό πολύπλευρο ἔργο καί συγκεκριμένα τήν θεολογική του μαρτυρία στήν σύγχρονη ἐκκλησιαστική ζωή.

Στόν Γέροντα Γεώργιο ἀποδώθη­καν τελευταῖα ἐξαιρετικῶς τιμητικοί χα­ρα­κτηρισμοί. Λίγους μῆνες πρίν ἀπό τήν κοίμησί του, μέ ἀφορμή τήν πα­ραί­τησί του ἀπό τήν ἡγουμενία γιά λόγους ὑγείας, ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης τόν ἐχαρακτήρισε «πιστόν καί σώφρονα τηρητήν τῆς παραδόσεως... καί τοῦ ἀγωνιστικοῦ φρο­νή­μα­τος τοῦ Ἁγίου Ὄρους», διακρινόμενον «διά τήν ἰδιαι­τέ­ραν εὐαισθησίαν του περί τήν ἀλήθειαν τῆς Ὀρθοδόξου ἡμῶν πίστεως».
Ἡ Ἱερά Κοινότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους μέ τήν ἰδίαν ἀφορμήν τόν ὠνόμασε «κανόνα γρηγορούσης ἐκκλησιαστικῆς συνειδήσεως καί πνευματικῆς εὐασθησίας διά τήν βίωσιν ἐν ἀκεραιότητι τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως». Εὐθύς δέ μετά τήν μα­κα­ρία κοίμησί του ὠνομάσθηκε ἀπό τόν Μακα­ρι­ώ­τατο Πατριάρχη Ἀλεξανδρείας «πα­ρα­δοσιακός θεράπων καί αὐθεντικός μύστης τῆς τοῦ Θεοῦ ἐπιστήμης», ἀπό τόν Σεβασμιώτατο Κυθήρων «σύγχρονος ὁμολογητής τῆς Πίστεώς μας», ἀπό τόν Σεβασμιώ­τατο Ναυπάκτου «οἰκουμενικός διδάσκαλος», ἀπό τόν Σεβα­σμιώτατο Αἰτωλοακαρνανίας «δρῦς τῆς Ὀρθοδοξίας», ἀπό τόν Σεβασμιώτατο Φθιώτιδος «μέγας διδάσκαλος τῆς Ὀρθοδοξίας» καί ἀπό τόν Σεβασμιώτατο Κα­­στο­ρίας «πο­λύεδρος ἀδάμας», γιά νά περιορισθῶ μόνο σέ μαρτυρίες ἐπι­σκόπων. Καί εἶναι ἀλήθεια ὅτι οἱ μαρμαρυγές τῆς χαρισματικῆς του προσω­πι­κότητος προ­χέ­ον­ταν σάν ἀπό πολύεδρο διαμάντι καί ἀκτινοβολοῦσαν μέχρι τίς ἐσχα­τιές τῆς οἰ­κου­μενικῆς Ὀρθοδοξίας.
Ἀνταποκρινόμενος στήν εὐγενική πρόσκλη­σι τοῦ Σεβασμιωτάτου, θά προσπαθήσω νά παρουσιάσω τήν θεολογική μαρ­τυ­ρία τοῦ Γέροντος στήν σύγχρονη ἐκκλησιαστική ζωή, μία μαρτυρία πού κατά τήν ταπεινή μου ἐκτίμησι ἐπιβεβαιώνει τόν τίτλο τοῦ αὐθεντικοῦ θεολό­γου καί διδασκάλου τῆς Ἐκκλησίας. Ἐπικαλοῦμαι τήν εὐχή τοῦ Σεβασμιωτά­του ἁγίου Κυθήρων, τήν εὐχή τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος Γεωργίου, πού τώρα χαίρεται γιά τήν σύναξί μας καί μᾶς εὐλογῆ, καί ἐπί πλέον ἐπικαλοῦμαι τήν εὐχή τοῦ σεβαστοῦ καθηγουμένου μας Ἀρχιμανδρίτου Χριστοφόρου, τοῦ νέου μας Γέροντα, μέ τίς εὐλογίες τοῦ ὁποίου εὑρίσκομαι σήμερα ἀνάμεσά σας, στό ὄμορφο νησί τῶν Κυθήρων.
Θά περιγράψω στήν συνέχεια τόν μακαριστό Γέροντα Γεώργιο ὡς θεο­λόγο καί διδάσκαλο τῆς Ἐκκλησίας, ὄχι μέ τήν ἔννοια τοῦ θεολόγου πού ἔχει ἐπιστημονική θεολο­γι­κή κατάρτισι, πτυχία, μεταπτυχιακά καί διδακτορι­κά -εἶχε καί τέτοιους τίτλους ὁ Γέροντας καί εἶναι εὐλογημένη καί αὐτή ἡ θεολογία, ἐφ' ὅσον ἀκολουθεῖ τήν ἁγιοπνευματική παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας-, ἀλλά θά τόν παρουσιάσω μέ τήν ἔννοια τοῦ θεολόγου πού ἐκφράζει καί διατυπώνει μέ κτιστούς ἀνθρωπίνους λόγους τίς ἄρρητες καί ἄκτιστες ἐμπειρίες τῶν θεοπτῶν ἁγίων. Διότι, ὅπως παρατηρεῖ ὁ ἴδιος ὁ μακα­ριστός Γέροντας στό ἔργο του «Θεολογία καί ἐμπειρία κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ καί τήν ἁγιορει­τική παράδοσι» (βλ. «Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς διδάσκαλος τῆς θεώσε­ως», ἔκδ. Ἱ. Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου, Ἅγιον Ὄρος 2000, σελ. 50-56), οἱ θεο­λόγοι ἐκεῖνοι πού θεολογοῦν ἐρήμην τῶν θεοπτῶν ἁγίων, δέν εἶναι θεολόγοι ἀλλά τεχνολόγοι, κατά τήν ἔκφρασι τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου.
Θά ἐκθέσω λοιπόν μερικά στοιχεῖα πού θά περιγράψουν σέ ἀδρές γραμ­μές τό χάρισμα τοῦ Γέροντος ὡς θεολόγου καί διδασκάλου τῆς Ἐκκλησίας. Τήν ἀκρίβεια τῶν λεγομένων μου θά τήν κρίνουν ἀσφαλέστερα, προϊόντος τοῦ χρόνου, ὅσοι τόν ἐγνώρισαν καί τόν ἔζησαν.
Τό ἐρώτημα ὅμως πού προβάλλει εὐθύς ἀμέσως εἶναι τό ἑξῆς: Πῶς αὐτός ὁ ἄνθρωπος ἀναδείχθηκε θεολόγος καί διδάσκαλος τῆς Ἐκκλησίας; Ποι­ές προϋποθέσεις ἐξασφάλισαν στόν Γέροντα τά δύο σπουδαῖα αὐτά χαρίσμα­τα;
1. Ἡ πρώτη θεμελιώδης προϋπόθεσις ἦταν ἡ ἀγάπη. Ὁ Θεολόγος καί Εὐαγγελιστής ἅγιος Ἰωάννης «πλήρης ὤν τῆς ἀγάπης, πλήρης γέγονε καί τῆς θεολογίας». Ὁ Γέροντας Γεώργιος ἀξιώθηκε τοῦ χαρίσματος τῆς θεολογίας σέ βαθμό πού ἀναλογοῦσε στόν πλοῦτο τῆς ἀγάπης του.
Ἡ ἀγάπη του ἦταν διφυής: πρός τόν Χριστό καί πρός τούς ἀνθρώπους. Ἀγαποῦσε μέ ὅλη του τήν ψυχή τόν Χριστό, τήν Παναγία, τούς Ἁγίους, τήν Ἐκκλησία. Τίποτε κοσμικό δέν ἐκινεῖτο στήν καρδιά του. Ἦταν τελείως ἀνιδιοτελής. Ἡ ὑστεροβουλία δέν ἦταν ποτέ κίνητρό του. Τόν χαρακτήριζε μία θαυμαστή καθαρότης. Παιδιόθεν ἦταν ὅλος δοσμένος στόν Χριστό καί στήν Ἐκκλησία. Γιά ὅλα τά θέματα προσευχόταν. Ὅλα τά ἀνέθετε διά τῆς προσευ­χῆς στόν Χριστό, στήν Παναγία, στόν ἅγιο Νικόλαο. Γι' αὐτήν τήν πρός τόν Θεό ἀγάπη του δέν μᾶς ἔλεγε τίποτε. Τήν ἔκρυβε ἐπιμελῶς.
Τήν ἄλλη ἀγάπη του, πρός τούς ἀνθρώπους, δέν τήν ἔκρυβε. Περί αὐτῆς ὅλοι γνωρίζουν, ἀλλά μαρτυρεῖ καί ὁ ἴδιος ὁ Γέροντας καί ἡ μαρτυρία του εἶναι καταγεγραμμένη σέ ἠχητικό ἀρχεῖο. Ἐλπίζω ὅτι θά εὑρεθῆ τό ἀρχεῖο καί ὅτι δέν θά ἀργήσει πολύ ἡ ἔκδοσις τῶν ποιμαντικῶν του λόγων καί ἀναφο­ρῶν, μεταξύ τῶν ὁποίων καί ἡ προσωπική του μαρτυρία περί τοῦ χαρίσματος τῆς ἀγάπης. Σέ στιγμή πού ταπεινοφρονῶν ἔλεγε ἐνώπιον τῆς Ἀδελφότητος ὅτι δέν ἔχει νά μᾶς ἀφήσει ὡς παρακαταθήκη ἀσκητικά κατορθώματα, προσέ­θε­τε μέ ἔμφαση: «Ὁ Θεός ὅμως μοῦ ἔδωσε τό χάρισμα νά ἀγαπῶ. Καί αὐτό δέν εἶναι δικό μου κατόρθωμα. Ἡ ἀγάπη μοῦ βγαίνει ἔτσι, φυσικά».
Πράγματι, ἀγαποῦσε ἀληθινά, πνευματικά, χριστοκεντρικά, μέ καθαρό­τη­τα καί ἀνιδιοτέλεια. Αὐτό τό γνωρίζουν χιλιάδες ἄνθρωποι καί οἱ περί αὐτοῦ μαρτυρίες θά εἶναι ἰσάριθμες. Ἦταν λίγες ἡμέρες πρίν ἀπό τήν κοίμησί του, ὅταν κάποιος πού τόν ἐπισκέφθηκε καί φίλησε ἁπλῶς τό χέρι του μοῦ εἶπε: «Εἶναι ἀξιοθαύμαστο πῶς αὐτός ὁ ἄνθρωπος μπόρεσε νά χωρέσει μέσα στήν καρδιά του τόσους ἀνθρώπους».
2. Δεύτερη βασική προϋπόθεσις τοῦ θεολογικοῦ του χαρίσματος ἦταν ἡ πίστις του. Ὄχι μόνον ὡς Ὀρθόδοξος πίστις, ὡς διανοητική δηλαδή ἀποδοχή τῶν δογμάτων τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας, ἀλλά πρωτίστως καί κυρίως ὡς χάρισμα καί βίωμα ἐμπιστοσύνης στόν Θεό καί τό ἅγιο θέλημά του. Ὁ Γέροντας ἦταν ἀπόλυτα ἀναπαυμένος μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, στό ὁποῖο ἐμπιστευόταν τήν ζωή του καί τά πολλά θέματα, μέ τά ὁποῖα τόν ἐπιφόρτιζε καθημερινῶς ἡ διακονία του. Δέν ἔδειχνε νά ἀναζητῇ μέ ἀγωνία καί ἄγχος ἄλλες λύσεις στά προβλήματα, παρά ἐμπιστευόταν ἐκείνη τήν λύσι πού φαι­νόταν νά εἶναι τό θέλημα Θεοῦ.
Πολύτιμο συνεργό στήν πραγματικά ἁγία αὐτή ἄσκησι τῆς πίστεως εἶχε τήν προσευχή. Προσευχόταν ἀθόρυβα, καρδια­κά, ἀληθινά. Παρά τήν πολυμέ­ρι­μνη διακονία του, πού δέν τοῦ ἄφηνε χρόνο γιά τήν συνήθη πρακτική ἐρ­γασία τῆς προσευχῆς, εἶχε βαθειά μέσα στήν ψυχή του τό θεοποιό δῶρο τῆς ἡσυχίας. Ὡς ἡγούμενος δεχόταν πρόσχαρα τούς ἀνθρώπους, ἦταν ἀπέναντί τους εὐπροσήγορος καί χαριτωμένος, ἄκουγε διαρκῶς ὑποθέσεις καί προβλή­μα­τα, συμπονοῦσε καί συνέπασχε, ἀλλά ὁ νοῦς του δέν αἰχμαλωτιζόταν ἀπό τήν τύρβη, δέν εἶχε ζάλη καί ταραχή. Γρήγορα ἐπέστρεφε στήν δική του νοε­ρά ἐργασία. Τό βάθος τῆς καρδιᾶς του ἦταν εἰρηνικό, ὅπως ὁ βυθός τῆς θά­λασσας. Ἦταν στήν καρδιά του ἡσυχαστής καί ἐργάτης τῆς προσευχῆς. Στό ἔδαφος τῆς ἡσυχαστικῆς αὐτῆς προσευχῆς καλλι­ερ­γήθηκε τό χάρισμα τῆς θεολογίας, ὅπως λέγει τό πατερικό λόγιο: «Εἰ ἀλη­θῶς προσεύχῃ, θεολόγος ἦ, καί εἰ θεολόγος ἦ, ἀληθῶς προσεύξῃ».
Ἦταν ἐπίσης πιστός στήν «ἅπαξ παραδοθεῖσαν τοῖς ἁγίοις πίστιν». Ἤθε­λε νά πιστεύῃ καί νά θεολογῇ «ἑπόμενος τοῖς ἁγίοις πατράσι». Ἀγαποῦσε νά μνημονεύῃ τό γνωστό ἀπόσπασμα ἀπό τά Πρακτικά τῆς Ζ' Οἰκουμενικῆς Συνόδου: «Οἱ Προφῆται ὡς εἶδον, οἱ Ἀπόστολοι ὡς ἐδίδαξαν, ἡ Ἐκκλησία ὡς παρέλαβεν, οἱ Διδάσκαλοι ὡς ἐδογμάτισαν ... οὕτω φρονοῦμεν, οὕτω λαλοῦ­μεν, οὕτω κηρύσσομεν Χριστόν τόν ἀληθινόν Θεόν ἡμῶν». Ἀπό αὐτή τήν Ὀρθόδοξο πίστι δέν ἐξέκλινε ποτέ. Γι' αὐτήν ἀγωνίσθηκε σέ ὅλη του τήν ζωή. Ἦταν καί αὐτή ἡ πίστις του ἐχέγγυο τῆς ἀκραιφνοῦς θεολογίας του.
3. Τρίτη προϋπόθεσις ἦταν ἡ ταπεινοφροσύνη του. Δέν αὐτοσχεδίαζε. Δέν ἤθελε νά προβάλλῃ κάτι καινούργιο, ὥστε νά δημιουργήσῃ ἐντυπώσεις, ὀπαδούς, γραμμή, σχολή. Μνημόνευε συχνά ἕνα χαρακτηριστικό περιστατικό, στό ὁποῖο ἀντανακλᾶται καί ἡ δική του ταπείνωσις. Ἦταν ὁ Γέροντας νεαρός θεολόγος στήν Ἀθήνα, ὅταν ἔλαβε γνῶσιν τοῦ περιεχομένου μιᾶς ἐπιστολῆς, τήν ὁποία ὁ π. Ἰουστῖνος Πόποβιτς εἶχε στείλει στά πνευματικά του παιδιά πού ἐσπούδαζαν τότε στήν Ἀθήνα. Ἡ ἐπιστολή περιεῖχε πνευματικές ὁδηγίες καί συμβουλές, ἀλλά στό τέλος εἶχε τήν ἑξῆς ἐπισήμανσι: «Ἐάν αὐτά πού σᾶς γράφω συμφωνοῦν μέ ὅ,τι λέγουν οἱ ἅγιοι Πατέρες, νά τά ἀκολουθήσετε. Ἄν δέν συμφωνοῦν, νά τά ἀπορρίψετε». Αὐτά ἔγραφε ὁ π. Ἰουστῖνος. Ἀλλά αὐτά τά λόγια τά ἐπανελάμβανε ὁ Γέροντας καί ὡς ἰδικά του.
Ἐνδεικτική τῆς ταπεινοφροσύνης τοῦ π. Γεωργίου εἶναι καί ἡ τακτική πού ἀκολουθοῦσε στήν συγγραφή θεολογικῶν ἄρθρων. Πάντοτε τά ἔδινε νά τά ἐλέγξῃ κάποιος ἐμβριθής καί Ὀρθοδόξου πνεύματος θεολόγος. Μᾶς ἔλεγε ὁ Γέροντας: «Ὅταν γράφετε θεολογικά ἔργα, νά μήν ἐπαναπαύεσθε στόν λογι­σμό σας. Νά ἐρωτᾶτε κάποιον πού γνωρίζετε ὅτι ἔχει Ὀρθόδοξο φρόνημα. Ἐγώ στήν ἀρχή τῆς θεολογικῆς μου πορείας ἔδειχνα τά κείμενά μου στόν μακαρι­στό π. Ἐπιφάνιο Θεοδωρόπουλο. Μετά τήν κοίμησί του, συμβουλευό­μουν τόν π. Παΐσιο. Καί τώρα τά δείχνω σέ θεολόγους πού ἐμπιστεύομαι τό φρόνη­μά τους. Βλέπετε ὅτι, προτοῦ δημοσιεύσω τά κείμενά μου, τά δείχνω καί σέ σᾶς. Τό ἴδιο νά κάνετε καί ἐσεῖς μετά τήν κοίμησί μου».
4. Τετάρτη προϋπόθεσις ἦταν ἡ ἐκκλησιαστικότης τῶν κινήτρων του. Δέν θεολογοῦσε γιά νά θεολογῇ. Ἡ θεολογία του δέν ἐξυπηρετοῦσε συμφέ­ροντα, δέν ἔκρυβε ἰδιοτέλεια, καιροσκοπισμό ἤ ὑστεροβουλία. Δέν ὑπολόγιζε σέ ἰσορροπίες δυνάμεων, δέν προσεταιριζόταν ὁμάδες, δέν δημιουργοῦσε ὁμά­δες. Δέν ἔγραφε, ἐάν δέν ὑπῆρχε κάποιο ἐρέθισμα πού ἀποτελοῦσε κίν­δυνο γιά τήν Ἐκκλησία καί τήν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Δέν βιαζόταν νά γρά­ψῃ, γιά νά προτρέξῃ. Ὡς ἡγούμενος τῆς Μονῆς Γρηγορίου, ὅταν προέκυπτε κά­ποιο δογματικό ἤ ἐκκλησιαστικό θέμα, περίμενε νά ὁμιλήσῃ κάποια ἄλλη Μο­νή ἤ ἡ Ἱερά Κοινότης. Μόνο ὅταν ἔβλεπε ὅτι δέν ὑπῆρχε κάποια πρωτο­βουλία, τότε αὐτός ὡμιλοῦσε καί ἔγραφε. Γιά μεγάλα θέματα, πού ἀφοροῦσαν τήν πίστι, τό εὐαγγελικό ἦθος ἤ τήν τιμή τῆς Ἐκκλησίας, ἐκινεῖτο γρήγορα καί ἀποφασιστικά. Π.χ. γιά τήν ταινία τοῦ Σκορτσέζε ἤ γιά τήν δήμευσι τῆς ἐκκλη­σιαστικῆς περιουσίας τήν δεκαετία τοῦ '80. Πονοῦσε. Ἀγρυπνοῦσε. Μελετοῦσε τό ζήτημα. Τηλεφωνοῦσε σέ ἀρχιερεῖς. Ζητοῦσε τήν συμβουλή τους. Παρακα­λοῦσε γιά τήν παρέμβασί τους. Προέτρεπε θεολόγους καί ἄλλους ἁρμοδίους. Ἔδινε τήν γνώμη του. Καθοδηγοῦσε ὅποτε ἔπρεπε. Ἐνίσχυε. Γιά τήν Ἐκκλησία τά ἔδινε ὅλα. Καί τήν ἡσυχία του, καί τίς δυνάμεις του καί τήν ὑγεία του.
5. Πέμπτη καί, ὅσον τό κατ' ἐμέ, τελευταία προϋπόθεσις γιά τήν ἀπόκτησι καί ἄσκησι τοῦ χαρίσματος τῆς ἀκραιφνοῦς θεολογίας ἦταν ἡ ἀρετή τῆς διακρίσεως, ἡ ὁποία τόν ἐστόλιζε πλουσίως. Ἡ διάκρισίς του εἶχε δύο ἐκ­φρά­σεις. Ἡ πρώτη ἦταν ἡ κατά Θεόν εὐγένεια καί ἡ φρόνησις. Ἤξερε νά δια­κρί­νῃ τούς θεσμούς καί τά πρόσωπα ἀπό τίς ἐνέργειές τους. Κατεδίκαζε ἀπερι­φράστως τίς ἐνέργειες, ἦταν ὅμως εὐγενής πρός τά πρόσωπα καί ὅταν ἀκόμη διαφωνοῦσε ριζικά. Σεβόταν ἀπεριόριστα τόν θεσμό τῆς Ἐκκλησίας. Δέν ἀνέ­τρε­πε τήν τάξι. Ἔλεγε: «Δέν μποροῦν τά πόδια νά χτυποῦν τό κεφάλι». Ἐννο­οῦσε ὅτι, ἄν γράφουμε, ἄν διαμαρτυρώμεθα, ἄν ἀσκοῦμε καλόπιστη κριτική, ἄν διαφωνοῦμε, πρέπει νά τό κάνουμε μέ εὐγένεια καί σεβασμό πρός τούς ἐκκλησιαστικούς θεσμούς καί πρός τά πρόσωπα, πού τούς ὑπηρετοῦν. Ἤξερε νά λέγει εὐθαρσῶς τήν γνώμη του ἀλλά καί νά σιωπᾶ, ἐφ' ὅσον αὐτή δέν γινόταν ἀποδεκτή. Καί σέ τέτοιες περιπτώσεις, παρότι ἐστενοχωρεῖτο πολύ, ἐπειδή θά ἐζημιώνετο ἡ Ἐκκλησία, ἄφηνε τήν ἔκβασι τῆς ὑποθέσεως στόν ἴδιο τόν Θεό. Ἐθλίβετο, ἀλλά κατά βάθος ἦταν εἰρηνικός.
Ἡ διάκρισίς του ὅμως εἶχε καί μία δεύτερη ἔκφρασι. Εἶχε τό χάρισμα νά διακρίνει ἀμέσως τά πνεύματα. Ἐγνώριζε πότε ἡ παρέμβασίς του ἦταν ἀναγ­καία καί πότε ὄχι, πότε συνέφερε τήν Ἐκκλησία μία ὀξεία ἀντίδρασίς του καί πότε ἔπρεπε νά ἐνεργήσει ἥπια. Ἄλλοτε ἐκινεῖτο μέ δυναμισμό, ὅπως οἱ προ­φῆται τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, καί ἄλλοτε μακροθυμοῦσε. Προέβλεπε τίς συνέ­πειες τῶν ἐνεργειῶν του, ἀλλά καί τίς συνέπειες τῶν ἐνεργειῶν τῶν ἄλλων. Ἔτσι ἦταν ἀπόλυτα σαφής στίς ἐκτιμήσεις του περί τοῦ πρακτέου. Δέν εἶχε παλινωδίες. Δέν χρειαζόταν νά διορθώνει ἐκ τῶν ὑστέρων τίς κινήσεις του. Ὅταν ἀποφάσιζε, αὐτό ἦταν ἡ σωστή ἐπιλογή.
6. Σέ μία τέτοια ψυχή, στολισμένη μέ τίς κορυφαῖες τῶν ἀρετῶν, τό χάρισμα τῆς θεολογίας εὕρισκε πρόσφορο ἔδαφος γιά νά βλαστήσῃ καί νά καρποφορήσῃ. Καί ἐβλάστησε ἀπό πολύ ἐνωρίς. Ἄκουσα ἀπό ἀνθρώπους πού τόν ἔζησαν στό πανεπιστήμιο, ὅτι δέν προσέφερε ξηρές γνώσεις ἀλλά μετέ­διδε πνεῦμα ζωῆς. Ἦταν πρότυπο ἀκαδημαϊκοῦ δασκάλου. Οἱ μεταπτυχιακές σπουδές τοῦ Γέροντα στόν τομέα τῆς ποιμαντικῆς θεολογίας τόν ἔφεραν πολύ κοντά στήν καθηγητι­κή ἕδρα τοῦ κανονικοῦ δικαίου, ἀλλά ἡ ἔφεσις γιά μία ἐφαρμοσμένη ποιμαντι­κή καί ἡ ἀγάπη του γιά τόν λαό τοῦ Θεοῦ καί τήν νεολαία τόν ὡδήγησε στήν ἀπόφασι νά ἐνδυθῇ τό μοναχικό σχῆμα καί νά ἱερωθῇ. Καί αὐτά μέν γιά τήν ἱστορία.
Ὅσον ἀφορᾶ τήν θεολογία, ὁ π. Γεώργιος στοιχήθηκε στήν γραμμή τῶν ἁγίων πατέρων πού στό ἐπίκεντρο τοῦ θεολογικοῦ τους λόγου εἶχαν τήν θέ­ωσι τοῦ ἀνθρώπου. Διότι ἡ θέωσις εἶναι ὁ σκοπός τῆς θείας Ἐνανθρωπήσεως, καί περί αὐτοῦ ἐθεολόγησαν μεγάλοι Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Συχνά ὁ Γέροντας ἐμνημόνευε τόν Μέγα Ἀθανάσιο καί τό γνωστό ρητό του: «Ἐκεῖνος ἐνηνθρώπησεν, ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν». Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ἦταν ἡ ἀγαπημένη του πηγή, ἀπό τήν ὁποία ἀντλοῦσε τό πλεῖστο τοῦ θεολογικοῦ ὑλικοῦ γιά τίς ὁμιλίες καί τίς συγγραφές του. Στήν σειρά τῶν Ἁγίων πού στοιχήθηκε ὁ Γέροντας ἦσαν ἐπίσης οἱ Φιλοκαλικοί πατέρες τοῦ ΙΗ' καί ΙΘ' αἰῶνος, κυρίως ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, καί κατόπιν ὁ ἅγιος Νεκτάριος Πενταπόλεως καί ὁ ἅγιος Ἰουστῖνος Πόποβιτς. Ὁ Γέροντας δέν ἀγνοοῦσε τούς ξένους θεολόγους (ρωμαιοκαθολικούς καί προτεστάντες). Τούς ἐγνώρισε μέ τίς ἀκαδημαϊκές του σπουδές. Ἔμεινε ὅμως ἐντελῶς ἀνεπηρέαστος ἀπό τήν θεολογία τους. Μποροῦσε νά μιλήσῃ ἄνετα γι' αὐτούς, νά ζυγίσῃ τίς θεολογι­κές τους ἀπόψεις, νά τίς κρίνῃ καί νά ἐπιχειρηματολογήσῃ ἐναντίον τους. Ὅμως στήν ἐκφορά τοῦ θεολογικοῦ του λόγου δέν θά συναντοῦσε κανείς οὔτε ὀνόματα οὔτε ἀπόψεις τῶν θεολόγων αὐτῶν.
Ὁ θεολογικός λόγος τοῦ Γέροντα ἦταν γνήσια ἀποκάλυψις, ἀνάπτυξις καί διασάφησις τῆς ὁδοῦ τῆς θεώσεως. Τό μικρό σέ ἔκτασι ἀλλά κλασικό συγγραφικό του ἔργο, πού ἔχει τόν τίτλο «Ἡ θέωσις ὡς σκοπός τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου», εἶναι ἡ περίληψις τῆς θεολογίας του, δοσμένη μέ ἁπλό καί ἀπόλυτα κατανοητό λόγο. Οἱ ἐπιστημονικές μελέτες του γύρω ἀπό τό ἴδιο αὐτό θέμα, χωρίς νά ἔχουν συστηματικό χαρακτῆρα ἀλλά περισσότερο ποι­μαν­τική προοπτική, ἐμφανίζουν τόν Γέροντα βαθύ γνώστη τῆς παρακαταθή­κης τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ. Τέσσερις ὁμιλίες του, πού ἀναφέρονται στήν περί θεώσεως διδασκαλία τοῦ ἁγίου Παλαμᾶ, δημοσιεύθηκαν ἀπό τόν ἴδιο τό ἔτος 2000 στό βιβλίο μέ τίτλο: «Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, διδά­σκα­­λος τῆς θεώσεως» (ἔκδ. Ἱ. Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου, Ἅγιον Ὄρος 2000). Στόν πρόλογό του σέ αὐτή τήν ἔκδοσι ὁ Γέροντας σημειώνει μέ ἔμφασι: «Ὅ­ταν ἡ θέωσις ἀμφισβητῆται ἀπό τούς δυτικόφρονας όρθολογιστάς, ὁ μέγας Πα­λαμᾶς ὡς νέος θεολόγος καί υἱός βροντῆς σαλπίζει τήν οὐράνιο διδασκαλία καί θεολογία τῆς θεώσεως καί κατατροπώνει τούς παραχαράκτας τοῦ Εὐαγγε­λίου. Δέν θά ἠδύνατο βεβαίως νά παραδώσῃ τήν θεολογία αὐτή, ἐάν ὁ ἴδιος δέν εἶχε πάθει τήν θέωσι».
Ἐάν τολμήσω νά ἐπαναλάβω τήν τελευταία φράσι γιά τόν ἴδιο τόν Γέ­ρον­τα, δέν θά εἶμαι μακρυά ἀπό τήν ἀλήθεια: «Δέν θά μποροῦσε νά συγγρά­φῃ ὁ Γέροντας καί νά ποιμαίνῃ μέ προοπτική τήν θέωσι, ἐάν δέν εἶχε ὁ ἴδιος πορευθῇ τόν δρόμο τῆς θεώσεως». Χωρίς νά ἐμβαθύνω στίς λεπτομέρειες τῶν θεολογικῶν του μελετῶν, πρέπει νά τονίσω ὅτι αὐτές εἶχαν ἔντονο ποιμαντικό προσανατολισμό, ἀλλά καί ὁ ποιμαντικός του λόγος ἦταν θεμελιωμένος καί ἐκπεφρασμένος θεολογικά. Θεολογοῦσε ποιμαντικά καί ποίμαινε θεολογικά. Οἱ ἑκατοντάδες ἑορταστικές καί ποιμαντικές του ὁμιλίες, κυρίως στήν Μονή Γρη­γορίου, μαρτυροῦν τοῦ λόγου τό ἀληθές.
Προσανατολισμένος ὁ μακαριστός Γέροντας πρός τήν «οὐράνιο διδα­σκα­λία καί θεολογία τῆς θεώσεως», ἦταν πολύ φυσικό νά ἀκολουθήσει τόν μέγαν Παλαμᾶ καί στήν τιμή καί τήν εὐλάβεια πρός τήν Κυρία Θεοτόκο. Ὁ Γέροντας ἦταν ἕνας θεομητορικός θεολόγος. Τήν εὐλάβειά του πρός τήν Θεοτόκο δικαιολογοῦσε βεβαίως ἡ ἰδιότητά του ὡς ἁγιορείτου, ἀλλά, ὅπως πολλές φορές μᾶς εἶπε, ἡ Παναγία ἦταν ἡ ἐξαίρετη προστάτις του, διότι τόν εἶχε σώσει ἀπό τόν θάνατο ὅταν ἦταν μικρό παιδί καί εἶχε εἰπεῖ στήν μητέρα του ὅτι θά τόν προστατεύει πάντοτε. Ὁ Γέροντας ἀφιέρωσε στό πρόσωπο τῆς Παναγίας πολλές ὁμιλίες, τίς ὁποῖες ἐξεφώνησε τόσο στήν Τράπεζα τῆς Μονῆς μας μέ τήν εὐκαιρία τῶν θεομητορικῶν ἑορτῶν ὅσο καί προσκεκλημένος νά ὁμι­λήσῃ γιά τήν Θεομήτορα. Στήν κλασική ὁμιλία του μέ τίτλο «Ἡ Κυρία Θεο­τόκος ρίζα τῆς ἐλευθερίας μας, μέ ἀναφορά στούς ἁγίους Γρηγόριο τόν Παλα­μᾶ καί Νικόλαο Καβάσιλα» προβάλλει τόν Ὀρθόδοξο ἀνθρωπισμό, μέ κέντρο καί πρότυπο τόν Θεάνθρωπο, ἔναντι τοῦ δυτικοῦ ἀνθρωπισμοῦ, ὁ ὁποῖος προβάλλει τόν αὐτονομημένο ἄνθρωπο τῆς εὐρωπαϊκῆς ἀναγεννήσεως.
7. Ὁ γραπτός θεολογικός του λόγος ἀγκάλιασε σημαντικές πτυχές τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Ἡ κυριώτερη πτυχή τῆς διδασκαλίας του εἶναι ἡ ποιμαν­τική. Στήν μελέτη του «Ἡ ποιμαντική διακονία κατά τούς Ἱερούς Κανόνας» (ἐκδ. Ἄθως, Πειραιεύς 1976), ἡ ὁποία ἦταν ὁ ὥριμος καρπός τῆς ἀκαδημαϊκῆς του σταδιοδρομίας καί τήν ὁποία ἐξέδωσε ὡς ἡγούμενος τῆς Μονῆς Γρηγορί­ου, ἔθεσε τίς θεολογικές βάσεις τῆς ποιμαντικῆς του προσφορᾶς στήν Ἐκκλη­σία. Στόν Πρόλογο αὐτῆς τῆς μελέτης σημειώνει: «Εἶναι ζήτημα σωτηρίας τῶν Ποιμένων καί τῶν ποιμαινομένων ἡ ἐν ἐκκλησιαστικῷ φρονήματι διαποίμαν­σις... Ὁ πειρασμός τῆς μή διά τοῦ Θεανθρώπου, ἀλλά μόνον διά τοῦ ἀν­θρώ­που, σωτηρίας δέν ἔλειψε ποτέ ἀπό τήν ἀνθρωπότητα. Δι' αὐτό καί μέχρι σή­με­ρον ὑπάρχει ἡ Ὀρθόδοξος θεανθρωποκεντρική Ποιμαντική καί ἡ κακόδοξος ἀνθρωποκεντρική Ποιμαντική ὑπό διαφόρους μορφάς, συνήθως συγκεκαλυμ­μέ­νας» (σελ. 14).
Γιά ποιμαντικά θέματα ἔγραψε καί πρό τῆς ἐγκαταβιώσεώς του στό Ἅγι­ον Ὄρος, μερικά ἀπό τά ὁποῖα συμπεριέλαβε σέ ἑνιαῖο τόμο μέ τίτλο: «Θέματα Ἐκκλησιολογίας καί Ποιμαντικῆς» (ἔκδ. Ἱ. Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου, Ἅγιον Ὄρος 1999). Μεταξύ τῶν θεμάτων, τά ὁποῖα τότε ἦσαν στήν ποιμαντική του ἐμβέλεια, ἀναφέρω: τόν τρόπο βελτιώσεως τοῦ κατηχητικοῦ ἔργου, τήν ποι­μαν­τι­κή μέριμνα ὑπέρ τῶν πασχόντων, καί τόν γάμο ὡς μυστήριον ἀγάπης. Καί στά τρία θέματα εἶναι ἐμφανής ἡ χριστοκεντρική προοπτική, ἡ ἐκκλη­σια­στική διάστασις καί ἡ θεολογική θεμελίωσις τῶν προτάσεών του. Τίς ἐπ' αὐ­τῶν τῶν θεμάτων εἰσηγήσεις του περιέλαβε στήν ὡς ἄνω ἔκδοσι. Καί βεβαίως δέν πρέπει νά ξεχάσουμε τήν ποιμαντική του πρός τούς φυλακισμένους, ἡ ὁποία ἀπετέλεσε τό θέμα τῆς διδακτορικῆς του διατριβῆς μέ τίτλο «Ἡ ποιμαντική μέριμνα τῆς Ἐκκλησίας ὑπέρ τῶν φυλακισμένων» (Ἀθῆναι 1969).
Μετά τήν ἐγκατάστασί του στό Ὄρος, μέ διάφορες ἀφορμές ὡμιλοῦσε καί συνέγραφε γιά τήν Ὀρθόδοξο θεανθρωποκεντρική ποιμαντική. Σέ διεθνές ἐπιστημονικό συνέδριο γιά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ (Πολεμικό Μουσεῖο, 13-15 Νοεμβρίου 1998) παρουσίασε εἰσήγησι μέ τίτλο: «Τό ποιμαντικόν ἔργον τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ», τήν ὁποία δημοσίευσε στήν σειρά τῶν τεσσάρων ὁμιλιῶν πού προανέφερα. Σέ αὐτό τό κείμενο ὁ Γέροντας Γεώργιος τονίζει τήν θεολογική βάσι τοῦ ποιμαντικοῦ ἔργου τοῦ ἁγίου Γρηγορίου. Ἐκ προοιμίου, ἑρμηνεύων τόν ἅγιο Γρηγόριο, παρατηρεῖ ὁ Γέροντας: «Σπεύδω ἐξ  ἀρχῆς νά τονίσω ὅτι τό ὅλο ἔργο τοῦ ἁγίου Παλαμᾶ ὑπῆρξε ποιμαντικό. Καί ὅταν συνέγραφε ἀντιαιρετικά ἔργα ἤ ἠγωνίζετο κατά τῶν αἱρετικῶν, καί ὅταν ἐκήρυττε ἤ ἐλειτουργοῦσε, πάντοτε εἶχε πρό ὀφθαλμῶν τήν ὠφέλεια καί σωτηρία τῶν Χριστιανῶν. Στήν πατερική παράδοσι δέν ὑπῆρχε, ὡς γνωστόν, διάκρισις μεταξύ ποιμαντικῆς καί θεολογίας. Ἡ θεολογία εἶχε πάντα ποιμαντικό σκοπό καί ἡ ποιμαντική ἦταν θεολογικά θεμελιωμένη» (σελ. 67-68). Στήν πρώ­τη ἑνότητα αὐτῆς τῆς εἰσηγήσεως ὁ π. Γεώργιος σχολιάζει ὡς πρώτιστο ποιμαντικό καθῆκον τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τήν ἀντιμετώπισι τῶν αἱρέσεων (τότε τοῦ Βαρλαάμ καί τοῦ Ἀκινδύνου τῶν ἀντιησυχαστῶν) μέ τήν ἑξῆς ἐπισή­μανσι: «Στήν περίπτωσι πού θά ἐπικρατοῦσε ἡ αἵρεσις τοῦ Βαρλαάμ, ἡ Ἐκκλη­σία θά ἐξέπιπτε ἀπό κοινωνία θεώσεως σέ θρησκευτική νομικιστική ὀργάνωσι καί ἡ ποιμαντική τῆς θεώσεως θά ἀντικαθίστατο ἀπό τήν ποιμαντική τῆς ἠθι­κῆς βελτιώσεως μέ τήν βοήθεια τῆς κτιστῆς χάριτος» (σελ. 71). Σημειώνω μέ ἔμφασι ὅτι ὁ Γέροντας τό εἶχε καημό: νά ζοῦμε τήν Ἐκκλησία ὡς κοινωνία θεώσεως.
8. Ἡ δεύτερη πτυχή τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, τήν ὁποία ἀγκάλιασε ὁ Γέροντας μέ τόν θεολογικό του λόγο, ἦταν ὁ Μοναχισμός. Ὁ Μοναχισμός, καί μάλιστα ὁ Ἁγιορειτικός, ἦταν τό ἀγαπημένο θέμα τοῦ Γέροντος Γεωργίου, τόσο στό ὁμιλητικό ὅσο καί στό συγγραφικό του ἔργο, ἐφ' ὅσον ἄλλωστε ἀφιέρωσε τό μεγαλύτερο μέρος τοῦ δυναμισμοῦ του στήν καλλιέργεια καί κατόπιν τήν στήριξι τόσο τοῦ ἁγιορειτικοῦ μοναχισμοῦ ὡς ἡγούμενος τῆς Μο­νῆς Γρηγορίου ὅσο κατόπιν καί τοῦ γυναικείου μοναχισμοῦ ὡς Πνευματικός ἀρκετῶν Ἱ. Μονῶν, καί μάλιστα μεγάλων κοινοβίων.
Στήν διατριβή του «Ἡ Ποιμαντική διακονία κατά τούς Ἱερούς Κανόνας» ἀφιερώνει εἰδικό κεφάλαιο γιά νά θεμελιώσῃ τόν θεσμό τοῦ Μοναχισμοῦ στίς στέρεες θεολογικές βάσεις πού ἀπορρέουν ἀπό τήν Κανονική Παράδοσι τῆς Ἐκκλησίας, ἔτσι ὥστε ὁ Μοναχισμός νά εἶναι ἀσφαλής ὁδός «τελειοῦσα τό ἀνθρώπινον πρόσωπον καί ἄγουσα πρός τήν Βασιλείαν τῶν οὐρανῶν», ὅπως προοιμιακῶς γράφει στήν ἀρχή τοῦ οἰκείου κεφαλαίου.
Τό 1990 συνέταξε εἰσήγησι μέ τίτλο: «Ἡ περί Μοναχισμοῦ διδασκαλία τῶν ἁγίων ἱεραρχῶν Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καί Νεκταρίου Πενταπόλεως, τῶν θαυματουργῶν», ἡ ὁποία ἀνεγνώσθη στό Πανελλήνιο Μοναστικό Συνέδριο στά Μετέωρα τόν Ἀπρίλιο τοῦ 1990. Σέ αὐτή τήν εἰσήγησι ἐτόνισε τήν τεράστια συμβολή τῆς ἡσυχαστικῆς θεολογίας τοῦ ἁγίου Γρηγορίου καί τῆς ἁγιοπνευματικῆς ἐμπειρίας τοῦ ἁγίου Νεκταρίου στήν ἄνθισι τοῦ Μοναχισμοῦ στήν νεωτέρα Ἑλλάδα, παρά τίς ἰσχυρές ἀρνητικές ἐπιδράσεις τοῦ ἐκκοσμι­κευμένου καί δυτικόφρονος περιβάλλοντος.
Τό 1997 ἐκφωνεῖ ὁ ἴδιος ὁ Γέροντας, σέ ἡμερίδα τῆς ἱ. Μητροπόλεως Βεροίας καί Ναούσης, εἰσήγησι μέ τίτλο: «Ἡ μοναχική ζωή κατά τόν Ἁγιο­ρειτικό Τόμο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ» (βλ. «Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Πα­λαμᾶς διδάσκαλος τῆς θεώσε­ως», ἔκδ. Ἱ. Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου, Ἅγιον Ὄρος 2000, σελ. 91-104). Σέ αὐτή τήν εἰσήγησι ἐξετά­ζεται καί ἑρμηνεύεται ἡ διδασκαλία τοῦ Ἁγιορειτικοῦ Τόμου. Σύμφωνα μέ αὐ­τήν ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ, τῆς ὁποίας μετέχουν οἱ θεούμενοι καί γιά τήν ἀπόκτησι τῆς ὁποίας ἀγωνίζονται οἱ Μοναχοί καί ἐν γένει οἱ Χριστιανοί, εἶναι ἄκτιστος θεοποιός ἐνέργεια τοῦ Τρια­δι­κοῦ Θεοῦ. Ὅσοι ἀντιφέρονται σέ αὐτή τήν ἀπο­στολική καί πατερική πίστι εἶναι ἐκτός Ἐκκλησίας. Μάλιστα ὁ Γέροντας, γιά νά τονίσῃ ὅτι ἐκτός Ὀρθοδό­ξου θεολογίας καί Ἐκκλησίας δέν μπορεῖ νά σταθῇ θεοποιοῦσα μοναχική ζωή, κάνει τίς ἀκόλουθες ἐρωτήσεις: «Ἐάν ἡ Χάρις εἶναι κτιστή, πῶς θά θεωθῆ ὁ κτιστός ἄνθρωπος; Καί πῶς ἡ πνευματική καί μονα­χι­κή ζωή δέν θά ἐκπέση σέ μία ἠθική γυμναστική, σέ μία ἀνθρωποκεντρική δράσι;» (σελ. 96).
Τό 1998 συντάσσει εἰσήγησι γιά τό Μοναστικό Συνέδριο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Καλαβρύτων καί Αἰγιαλείας (3-5 Ἰουλίου 1998) μέ θέμα «Τά χαρακτηριστικά τοῦ Ὀρθοδόξου Μοναχισμοῦ». Τό ἴδιο ἔτος ἑτοιμάζει ἄλλη εἰσή­γησι, γιά τό Μοναστικό Συνέδριο τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Μεγάρων καί Σαλα­μῖνος, μέ θέμα «Ἡ ὑποδοχή καί ἡ ἐν ἀγάπῃ ἀφομοίωσις ὑπό τῆς Ἀδελ­φότητος τοῦ προσερχομένου δοκίμου». Καί, γιά νά μή μακρύνω τόν κατάλογο τῶν εἰσηγήσεων καί σᾶς κουράσω, τό ἔτος 2000 συντάσσει εἰσήγησι μέ θέμα «Μοναχισμός καί θέα τοῦ ἀκτίστου φωτός» καί τήν ἀναγινώσκει στό Πανελ­λήνιο Μοναστικό Συνέδριο στά Μετέωρα τόν Σεπτέμβριο τοῦ αὐτοῦ ἔτους.
Μέ εἰσηγήσεις του σέ συνέδρια καί μέ ἄρθρα ἀνέπτυξε τόν λατρευτικό, τόν ἡσυχαστικό καί τόν ὁμολογιακό χαρακτῆρα τοῦ ἁγιορειτικοῦ Μοναχισμοῦ. Μνημονεύω τήν εἰσήγησί του «Ἡ θεία λατρεία στό Ἅγιον Ὄρος (τά ἰδιαίτερα χαρακτηριστικά της)» γιά τό Ἐπιστημονικό Συμπόσιο «Χριστιανική Θεσσαλο­νίκη-Παλαιολόγειος ἐποχή» τό ἔτος 1989, τίς εἰσηγήσεις του σέ συνέδρια τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης μέ τίτλους «Ὁ Μοναχισμός κατά τόν ἅγιο Συμεών ἀρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης» (τό 1983) καί «Ἡ παρθενία εἰς τήν ζωήν τοῦ ἁγίου Δημητρίου κατά τόν ἅγιον Γρηγόριον τόν Παλαμᾶν» (τό 1980), τίς ὁποῖες δημοσίευσε σέ ἑνιαῖο τόμο μέ τίτλο «Ὀρθόδοξος Μοναχισμός καί Ἅγιον Ὄρος» (ἔκδ. Ἱ. Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου, 1998), καί τό ἄρθρο του «Ὁ νηπτικός καί ἡσυχαστικός χαρακτήρ τοῦ Ὀρθοδόξου ἁγιορειτικοῦ Μοναχισμοῦ» (γιά τόν τόμο «Τό Ἅγιον Ὄρος στήν τρίτη χιλιετία», ἔκδ. τῆς Ἑταιρείας τῶν Φίλων τοῦ Λαοῦ, Ἀθήνα 2003).
Στά συνέδρια ἀγωνίσθηκε γιά τήν προβολή τῶν ἁγιοπνευματικῶν, ἡσυχαστικῶν καί ἐκκλησιαστικῶν βάσεων τοῦ Ὀρθοδόξου Μοναχισμοῦ. Ὅταν ὅμως ἡ συμμετοχή του στά συνέδρια περιορίσθηκε, λόγῳ τῶν προβλημάτων τῆς ὑγείας του, ὁ Γέροντας ἐκδαπανήθηκε ἐπί μία σχεδόν δεκαετία (ἀπό τό 2001 καί ἑξῆς) στήν στήριξι τοῦ γυναικείου Μοναχισμοῦ μέ τίς ποιμαντικές ἐπισκέψεις του στίς Ἱερές Μονές, στίς ὁποῖες μέ τήν εὐλογία τῶν οἰκείων Μη­τροπολιτῶν διετέλεσε Πνευματικός. Αὐτό τό μεγάλο κεφάλαιο τῆς ποιμαντικῆς του δραστηριότητος θά ἀναδειχθῇ πιστεύω μέ τήν ἀξιοποίησι τῶν ποιμαντι­κῶν του ὁμιλιῶν σέ αὐτές του τίς περιοδεῖες.
9. Τρίτη καί ἀξιόλογη πτυχή τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς, στήν ὁποία ἀφιέρωσε ἀρκετές δυνάμεις καί πλούσιο ἁγιοπατερικό θεολογικό λόγο, εἶναι ἡ διακονία τοῦ πιστοῦ λαοῦ μετά ἀπό πρόσκλησι τῶν Σεβασμιωτάτων Ἱεραρχῶν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος. Ἔχοντας τήν εὐλογία τους περιῆλθε τίς περισσότερες πόλεις τῆς Ἑλλάδος καί ἐξεφώνησε περίφημες ὁμιλίες, ἐκ τῶν ὁποίων ἡ πλέον γνωστή εἶναι ἐκείνη πού δημοσιεύθηκε κατόπιν μέ τίτλο «Ἡ θέωσις ὡς σκοπός τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου» ὡς ἔκδοσις τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου. Στόν ἱερό Ναό τοῦ Ἁγίου Δημητρίου τῆς Θεσσαλονίκης, ἐπί Μητροπολίτου Παντελεήμονος Χρυσοφάκη, ὁ Γέροντας ὡμίλησε γιά σπουδαῖα ζητήματα τῆς πνευματικῆς ζωῆς πού ἀμέσως καί κυρίως ἅπτονται τῆς περί θεώσεως διδασκαλίας. Μνημονεύω μερικές ἀπό αὐτές τίς ὁμιλίες του: «Ἡ ἐν Χριστῷ ζωή κατά τόν ἅγιο Φιλόθεο τόν Κόκκινο, πατριάρχη Κων/πόλεως» (Ε' Κυριακή τῶν Νηστειῶν τοῦ 1983), «Τά κτιστά φῶτα τοῦ κόσμου καί τό ἄκτι­στο φῶς τοῦ Χριστοῦ κατά τόν ἅγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ» (Β' Κυριακή τῶν Νηστειῶν τοῦ 1984), «Τό ἔργο τῶν ἁγίων Κυρίλλου καί Μεθοδίου καί τό μήνυμά τους πρός τούς συγχρόνους Ὀρθοδόξους λαούς» (Γ' Κυριακή τῶν Νηστειῶν τοῦ 1985), «Ἡ ὁμολογία τῶν ἁγίων Νεομαρτύρων» (Γ' Κυριακή τῶν Νηστειῶν τοῦ 1986), «Ἡ ἄπειρος ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπον» (Μεγ. Τεσσαρακοστή 1997).
10. Τετάρτη καί πιό σημαντική πτυχή τῆς θεολογικῆς προσφορᾶς τοῦ Γέροντος ἦταν ἡ προστασία τοῦ πιστοῦ λαοῦ μας ἀπό στρεβλώσεις καί παρα­χαράξεις τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως. Ἡ Ἐκκλησία βεβαίως δέν θά παύσει νά εἶναι στύλος καί ἑδραίωμα τῆς Ἀληθείας. Ὁ Ὀρθόδοξος λαός μας ὅμως ἐπηρεάζεται δυστυχῶς ἀπό καινοφανεῖς θεωρίες, ὅπως ἡ θεωρία τῶν κλάδων, τῶν ἀδελ­φῶν ἐκκλησιῶν καί τῶν δύο πνευμόνων, τίς ὁποῖες ἐκλαϊκεύουν καί προβάλ­λουν μέ ποικίλους ἐπικοινωνιακούς τρόπους φιλελεύθεροι θεολόγοι. Ἡ πίστις τοῦ λαοῦ μας κινδυνεύει καί ἀπό θεολογικές ἀκροβασίες, ὅπως ὅτι εἶναι διδα­σκαλία τοῦ ἁγίου Φωτίου (Φωτιανή παράδοσις) πώς οἱ περί ἐκπορεύσεως τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀντίθετες διδασκαλίες τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί τῶν Λατίνων εἶναι νόμιμοι τρόποι προσεγγίσεως τῆς μιᾶς ἀληθείας. Ὑποσκάπτεται τέλος ἡ Ὀρθόδοξος δογματική συνείδησις τοῦ πιστοῦ λαοῦ ἀπό έκκοσμι­κευ­μένες νοοτροπίες, ὅπως ὅτι οἱ δογματικές ἀγκυλώσεις τοῦ παρελθόντος πρέπει νά ξεπερασθοῦν μέ τόν διάλογο τῆς ἀγάπης. Μέ τήν ἐπικράτησι τέτοιων ἀπόψεων, πού συστηματικά προβάλλονται καί μεθοδικά καλλιεργοῦνται, ὁ πι­στός λαός μας κινδυνεύει νά ἐκπέσῃ ἀπό τήν ἀκεραιότητα τῆς ἀποστολικῆς Πίστεως καί ἀπό τήν ἐκκλησιολογική του αὐτοσυνειδησία.
Αὐτή ἦταν καί ἡ ἀγωνία τοῦ Γέροντα. Τό σημειώνει χαρακτηριστικά: «Παρεκκλίσεις δέ εἰς τήν πίστιν δέν ἀλλοιώνουν τήν θεολογίαν μόνον τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά διαστρέφουν καί αὐτήν τήν πνευματικήν καί ἐκκλησιαστικήν ζωήν καί δι' αὐτό θέτουν εἰς ἄμεσον κίνδυνον τήν σωτηρίαν τοῦ ἀνθρώπου» (Ὀρθοδοξία καί Οὐμανισμός..., σελ. 86). Συνέταξε πραγματεῖες, γιά νά ἐξηγήσῃ τήν διαφορά τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἀπό τίς ἑτερόδοξες ἐκκλησίες καί χριστιανικές Ὁμολογίες, καθώς καί τήν τεραστία ἀπόστασι πού χωρίζει τόν Ὀρθόδοξο θεανθρωποκεντρικό ἀνθρωπισμό ἀπό τόν δυτικό ἀνθρωποκεντρικό οὐμανισμό. Τό θεολογικό του ἔργο πρός τήν κατεύθυνσι αὐτή εἶναι τεράστιο, καί δέν εἶναι τῆς παρούσης στιγμῆς νά τό ἐκθέσω λεπτομερῶς. Θά ἑστιάσω ὅμως στά σπουδαιότερα σημεῖα τῆς θεολογικῆς του παρεμβάσεως στό μεγάλο αὐτό θέμα πού ἀπασχολεῖ τήν Ἐκκλησία, προκειμένου νά σκιαγραφήσω τήν θεολογική του μορφή.
11. Ὁ Γέροντας εἶχε κατανοήσει ὅτι οἱ θεολογικές διαφορές μεταξύ Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας καί δυτικῆς χριστιανοσύνης δέν μποροῦν νά ξεπερασθοῦν, ἐνόσῳ ὑφίσταται ὁ ἀνθρωποκεντρικός οὐμανισμός τῆς Δύσεως, ἐφ' ὅσον δηλαδή ἔχει ἐξωβελισθῆ ὁ Θεάνθρωπος καί τήν θέσι Του ἔχει καταλάβει ὁ αὐτόνομος καί ἐκκοσμικευμένος ἄνθρωπος τοῦ εὐρωπαϊκοῦ οὐμα­νισμοῦ. Γι' αὐτό τό 1978 δημοσιεύει τό τευχίδιο «Ὀρθόδοξος Παράδοσις καί Παπισμός» καί τό 1982 ἐκδίδει τό τεῦχος «Ὀρθοδοξία καί Οὐμανισμός», τά ὁποῖα συνεκδίδει τό 1995 σέ ἑνιαῖο τόμο μέ τίτλο «Ὀρθοδοξία καί Οὐμανισμός - Ὀρθοδοξία καί Παπισμός» μέ τήν ἑξῆς σημαντική προλογική παρατήρησι: «Δυστυχῶς οὔτε ὁ ἀνθρωποκεντρικός οὐμανισμός οὔτε ὁ παπισμός πού εἶναι μορφή θρησκευτικοῦ οὐμανισμοῦ, ἔπαυσαν νά ἀπειλοῦν τόν Ὀρθόδοξο λαό μας, ὅπως καί ὅλους τούς ὀρθοδόξους λαούς ... Θεωρῶ ἰδιαίτερα ἐπίκαιρη τήν ἐπανέκδοσι τῆς β' μελέτης περί παπισμοῦ, μετά τήν κοινή συμφωνία Ὀρθο­δόξων καί Ρωμαιοκαθολικῶν στό Balamand τοῦ Λιβάνου ... Σύμφωνα μέ τή δήλωσι αὐτή ὁ Ρωμαιοκαθολικισμός ἀναγνωρίζεται ὡς ἰσότιμος Ἐκκλησία μέ τήν καθ' ἡμᾶς Μία, Ἁγία, Ὀρθόδοξο Καθολική Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, στή διδασκαλία, στήν πίστι, στά μυστήρια, στήν ἀποστολική διαδοχή».
Ἐφ' ὅσον ὡμιλοῦμε περί τῆς συμφωνίας τοῦ Balamand, ἀξίζει νά ποῦμε χάριν τῆς ἱστορίας ὅτι τό κείμενο-ἐπιστολή πού ἀπέστειλε ἡ Ἱερά Κοινότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους πρός τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο κατά τῆς ἀπαραδέκτου αὐτῆς συμφωνίας ἦταν γέννημα τῆς θεολογικῆς γραφίδος τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος.
Μετά τήν προαναφερθεῖσα ἐκκλησιολογική ἐξίσωσι Ὀρθοδόξου Ἐκκλη­σί­ας καί Ρωμαιοκαθολικισμοῦ (1993), πού στήν πραγματικότητα συνιστᾶ ἔκπτωσι ἀπό τήν Ὀρθόδοξο Πίστι, καί τό ναυάγιο τῶν συζητήσεων γιά τήν ἐπίλυσι τοῦ ἀκανθώδους προβλήματος τῆς Οὐνίας (2000), τό σύστημα τῶν θεολογικῶν διαλόγων ἔφερε στήν ἀτζέντα τῶν θεολογικῶν συζητήσεων τό πρόβλημα τοῦ Πρωτείου τοῦ Πάπα. Ὁ Γέροντας ἔλαβε ἐπίσης σαφῆ θέσι γιά τό Κείμενο τῆς Ραβέννας (2007), μέ τό ὁποῖο ὁ Πάπας τείνει νά ἀναγνωρισθῇ κανονικός ἐπίσκοπος τῆς (ὀρθοδοξούσης, βάσει Κειμένου Balamand) ἐκκλησί­ας τῆς Ρώμης μέ τά προνόμια πού τοῦ ἐξασφαλίζει δῆθεν ἡ πρωτοκαθεδρία του κατά τήν πρώτη χιλιετία στίς Οἰκουμενικές συνόδους, τό ὁποῖο μεθερμη­νευόμενο σημαίνει τό γνωστό παπικό πρωτεῖο παγκοσμίου δικαιοδοσίας. Ἡ θέσις τοῦ Γέροντος συμπυκνώνεται στό ἀπόσπασμα πού παραθέτω: «ἡ συμ­φω­νία τῆς Ραβέννας περί συνοδικότητος καί αὐθεντίας δέν πληροῖ τά Ὀρθό­δοξα ἐκκλησιολογικά κριτή­ρια, ὥστε νά ἀποτελέσῃ ἀσφαλῆ βάσιν περαιτέρω συζητήσεως περί τοῦ παπι­κοῦ πρωτείου. Ἐν τούτοις, ἄν ἀκολουθήσῃ συζή­τησις περί τοῦ πῶς ἑρμη­νεύ­θη­κε τό παπικό Πρω­τεῖο κατά τήν δευτέρα χιλιετία καί ἀπό τίς Α' καί Β' Βατι­κά­νει­ες Συνόδους, αὐ­τή ὀφείλει νά γίνῃ ἐκ μέρους τῶν Ὀρθοδόξων ἀντι­προσ­ώ­πων μέ γνώμονα τήν Ὀρθοδοξία τῶν Ἁγίων Πατέρων καί ὄχι τήν συμβιβαστική νο­ο­τροπία τῶν και­ρῶν ἤ τήν ἡγεμονική διά­θεσι τοῦ Βατικανοῦ. Ἡ ἀναγνώρισις κάποιου ἀπό τά ἀνωτέρω ‘‘προνόμια'' τοῦ Πάπα ἤ ἡ συμφωνία σέ κάποιο πα­ρό­μοιο, πού ἀντίκειται στήν Ὀρθόδοξο Ἐκκλησιολογία, ἀναμφί­βο­λα σημαί­νει οὐ­νιτική ἕνωσι, μέ τήν ὁποία δέν θά συμφωνήσουμε».
12. Ἡ ἄλλη μεγάλη παραφυάς τοῦ δυτικοῦ Χριστιανισμοῦ, ὁ Προτε­σταντισμός, σύρει ὀπίσω αὐτοῦ τούς Ὀρθοδόξους θεολόγους πού πιστεύουν ὅτι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησιολογία μέ τήν ἀποκλειστικότητά της (exclusiveness) δέν συμβάλλει στήν ἑνότητα τῶν Χριστιανῶν. Ἔτσι μέ ποικίλους τρόπους μεθοδεύεται ἡ περίφημη «ἑνότης ἐν τῇ ποικιλομορφίᾳ» (unity in diversity), ἀποκύημα καί αὐτό τῆς προτεσταντικῆς περιεκτικῆς ἐκκλησιολογίας (comprehen­siveness), κατά τήν ὁποία ὅλες οἱ χριστιανικές παραφυάδες (ἄρα, κατ' αὐτήν, καί οἱ Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες), κατέχουν μέρος τῆς ἀποκαλυφθεί­σης Ἀληθείας τοῦ Χριστοῦ καί ὀφείλουν νά τό συνεισφέρουν στό κοινό ὄραμα τῆς ἑνότητος ἐν τῇ ποικιλομορφίᾳ.
Ὁ Γέροντας, πέραν τῶν πολλῶν κατά καιρούς ἄρθρων του κατά τῆς προτεσταντικῆς αὐτῆς νοοτροπίας, ἔχει δώσει τήν θεολογική του ἀπάντησι στούς Ὀρθοδόξους ὑποστηρικτάς ἤ ἀκολούθους της καί μέ τό πολυσέλιδο Ὑπόμνημα τῆς ἐπί τῶν Δογματικῶν Ἱεροκοινοτικῆς Ἐπιτροπῆς τοῦ Ἁγίου Ὄ­ρους, τοῦ ὁποίου ἦταν ὁ κύριος συντάκτης. Σέ αὐτό τό Ὑπόμνημνα συμπε­ραίνει καταληκτικῶς: «Οἱ Ὀρθόδοξοι δέν κερδίζουμε τίποτε ἀπό τήν συμμετο­χή μας στό Π.Σ.Ε. Ἀντίθετα, ἀποκομίζουμε ζημία καί φθορά. Ἡ ἀποστολή μας, νά κηρύξουμε τό μήνυμα τῆς Ὀρθοδοξίας πρός τούς ἑτεροδόξους, δέν εὐο­δώνεται, ἐπειδή οἱ Προτεστάντες στό Π.Σ.Ε. δέν προσανατολίζονται πρός ἀποδοχή τῆς Ὀρθοδοξίας ἀλλά πρός συνύπαρξι μαζί της στό ἐπιδιωκόμενο μόρφωμα τῶν πλήρως ἀλληλοαναγνωριζομένων ἐκκλησι­ῶν. Ὁ προσανατολι­σμός τους αὐτός εἶναι σύμφωνος μέ τήν ἐκκλησιο­λογία τους. Οἱ Ὀρθόδοξοι ὅμως δέν μποροῦμε νά συμμετέχουμε σέ ἕνα Ὀργανισμό (τό Π.Σ.Ε.), τοῦ ὁποίου ἡ σύστασις, ἡ δομή καί ἡ λειτουργία βασίζονται στήν προτεσταντική ἐκκλησιολογία, χωρίς ἡ συμμετοχή μας νά σημαίνῃ παραίτησι ἀπό τήν ἐκκλησιολογία μας» (σελ. 52).
13. Ὁ καταλυτικός ρόλος τῆς θεολογικῆς παρεμβάσεως τοῦ Γέροντος φάνηκε σαφέστερα ἀπό κάθε ἄλλη περίπτωσι στήν κατάληξι πού εἶχε ὁ θεο­λογικός διάλογος μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων. Μετά ἀπό πολύ καλή μελέτη ὅλων τῶν φάσεων τοῦ θεολογικοῦ αὐτοῦ διαλόγου καί τῶν δεδο­μένων πού προέκυψαν ἀπό αὐτόν, ὁ π. Γεώργιος συνεπέρανε ὅτι ἡ ἐπιχει­ρηθεῖσα ἕνωσις Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων δέν εἶναι ἑνότης πού βασί­ζεται στήν Ὀρθόδοξο Χριστολογία, ἀλλά στόν χριστολογικό συμβιβασμό πού ἐκφράζουν οἱ λεγόμενες Κοινές Δηλώσεις τῶν ἐτῶν 1989 καί 1990. Ὁ διάλογος αὐτός, παρότι ἀπό ὡρισμένους θεολόγους καί ὡρισμένες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες θεωρήθηκε ὡλοκληρωμένος, ὥστε προετάθη κοινό συλλείτουργο στήν Κων/πολι καί στήν Ἀλεξάνδρεια, γιά τόν Γέροντα δέν ὡλοκληρώθηκε ἀκόμη ἀλλά ὀφείλει νά ἐπαναληφθῇ ὑπό Ὀρθόδοξες πλέον προϋποθέσεις, οἱ ὁποῖες θά ἐξασφαλίσουν ἑνότητα ἐπί τῇ βάσει τῆς Ὀρθοδόξου Χριστολογίας. Ἡ ἔκδο­σις τῆς Ἱερᾶς Κοινότητος τοῦ Ἁγίου Ὄρους ὑπό τόν τίτλο «Παρατηρήσεις περί τοῦ Θεολογικοῦ Διαλόγου Ὀρθοδόξων καί Ἀντιχαλκηδονίων» (1996), ἡ ἔκδο­σις τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου μέ τίτλο «Εἶναι οἱ Ἀντιχαλκηδόνιοι Ὀρ­θόδοξοι;» (1995), καί μερικά ἀκόμη μεταγενέστερα ἄρθρα καί βιβλία, ὅπως «Ἡ ‘‘ἰδεολογική'' Ὀρθοδοξία τῶν Ἀντιχαλκηδονίων» (2005), ὑπῆρξαν καρπός τῆς θεολογικῆς προσφορᾶς τοῦ Γέροντος σέ αὐτόν τόν τομέα τοῦ ἐνδο-ορθοδόξου διαλόγου περί τῆς δῆθεν Ὀρθοδοξίας τῶν Ἀντιχαλκηδονίων.
14. Τό θεολογικό ἐνδιαφέρον τοῦ Γέροντα γιά τήν προβληματική ἐξέλιξι τοῦ λεγομένου διαθρησκειακοῦ διαλόγου ἐκδηλώθηκε μέ τήν κατά και­ρούς συγγραφή σχετικῶν ἄρθρων καί μέ τίς κατάλληλες ἀναφορές σέ ὁμιλίες του. Καρπός τῆς μερίμνης του γιά τήν ἐνημέρωσι τοῦ πληρώματος τῆς Ἐκκλη­σίας περί τῶν συγκρητιστικῶν κατευθύνσεων τοῦ διαθρησκειακοῦ διαλόγου ἦταν καί ἡ συγγραφή καί ἔκδοσις τῇ ἐπιστασίᾳ του ἑνός μικροῦ τευχιδίου μέ τίτλο «Ὀρθοδοξία καί Ἰσλάμ» (2000), στό ὁποῖο παρατηρεῖται ὅτι «ἡ ὁδός τοῦ διαθρησκειακοῦ συγκρητισμοῦ ἀποτελεῖ κίνδυνο ψυχικῆς ἀπωλείας γιά τούς ἀστηρίκτους πού θά παρασυρθοῦν μέσῳ τῶν προγραμματιζομένων ‘‘ἐκπαι­δευτικῶν προγραμμάτων'' σέ ζωή ἀλλοτριωμένη ἀπό τήν Ὀρθόδοξο πνευμα­τική ζωή» (σελ. 43). Αὐτή ἡ παρατήρησις προφητικά παραπέμπει στά πρόσ­φατα πιλοτικά προγράμματα τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας γιά τήν διδασκαλία τῶν Θρησκευτικῶν στό Δημοτικό καί τό Γυμνάσιο, τά ὁποῖα ὁ μακαριστός Γέρον­τας σέ ἄρθρο του χαρακτήρισε μέ ὀξεῖς τόνους ὡς «ὁδηγό πρός τήν πανθρη­σκεία». Τήν ρηξικέλυθη αὐτή θέσι ἀνέπτυξε σέ εἰσήγησί του πού ἀναγνώ­σθηκε στό Πανελλήνιο ἐπιστημονικό Συνέδριο μέ θέμα «Τό μάθημα τῶν Θρη­σκευτικῶν (Προβληματισμοί - Ἐπισημάνσεις - Προτάσεις)» στήν Θεσσαλονίκη τό ἔτος 2013.
15. Ἄφησα τελευταῖες μερικές ἀναφορές στήν θεολογική μαρτυρία τοῦ Γέροντος σέ θέματα πού ἀφοροῦν τό ἦθος τοῦ Ὀρθοδόξου λαοῦ μας. Ἄλλοτε δειλά καί ἄλλοτε ἀνερυθρίαστα, ἀνατρέπεται τό εὐαγγελικό ἦθος καί εἰσάγον­ται στήν ζωή τοῦ λαοῦ νόθες διδασκαλίες καί πρακτικές. Ὁσάκις ἐκδηλώνον­ταν τέτοια κρούσματα, ὁ Γέροντας δέν ἔμενε ἀδρανής ἀλλά ἐλάμβανε θέσι. Ἀκόμη καί ὅταν ὁ λόγος του ἀπευθύνετο σέ μή ἐκκλησιαστικά πρόσωπα, δέν ἔχανε τήν θεολογική του σημασία καί τήν ἐκκλησιαστική του διάστασι.
Πρώτη μνημονεύω τήν ἐπιστολή διαμαρτυρίας τοῦ Γέροντος Γεωργίου, ὡς Καθηγουμένου τῆς Μονῆς Γρηγορίου, πρός τόν Δήμαρχο Θεσσαλονίκης τό 1986, ὅταν τό Δημοτικό συμβούλιο τῆς πόλεως ἀπεφάσισε «τήν ἔκδοση ψηφίσματος πρός τήν Κυβέρνηση γιά τή γρήγορη κατάθεση καί ψήφιση τοῦ νομοσχεδίου γιά τή νομιμοποίηση τῶν ἀμβλώσεων». Ἡ ἐπιστολή αὐτή εἶναι ἕνα κειμήλιο. Δημοσιεύθηκε στό περιοδικό «Σύναξη» (τεῦχ. 18, 1986). Τήν χαρακτηρίζει λεπτότης, εὐγένεια, πληρότης ἐπιχειρημάτων, ἀποφασιστικότης. Λέγει ὁ Γέροντας: «Ἡ νομιμοποίησις τῶν ἀμβλώσεων σημαίνει ἐπιβράβευσι τοῦ ἐγωισμοῦ καί ὄχι τῆς ἐλευθερίας ... Εἶμαι ἀληθινά ἐλεύθερος ὄχι ὅταν κάνω ὅ,τι ὁ ἐγωισμός καί ἡ φιλαυτία μου ἀπαιτοῦν, ἀλλά ὅταν κάνω ὅ,τι ἡ ἀγάπη ἐπιβάλλει». Καί καταλήγει: «Τολμῶ νά σᾶς παρακαλέσω νά ἐπανεξετά­σετε καί ἀναθεωρήσετε, μέ τό δημοτικό σας συμβούλιο, τό διάβημά σας αὐτό καί νά κάνετε κάτι ἀντάξιο πρός τήν χριστιανική σας συνείδησι».
Ἡ συμβολή τοῦ Γέροντος στόν ἀγῶνα κατά τῆς δημεύσεως τῆς μονα­στηριακῆς περιουσίας ἀπό τήν Πολιτεία τό 1987 εἶχε τόν χαρακτῆρα ἐθνεγερ­τικοῦ σαλπίσματος. Σέ ἄρθρο του πού δημοσιεύθηκε στήν ἐφημερίδα «Μα­κεδονία» (25-12-1987) μέ τίτλο «Χριστούγεννα καί διωγμός τῆς πίστης» ἔγραφε: «Ἔχοντας βαθειά συνείδησι, ὅπως καί ἡ μεγάλη πλειονότης τῶν Ἑλ­λή­νων, τῆς σημασίας τῶν μοναστηριῶν μας γιά τήν πίστι μας καί τό ἔθνος μας, θεωρῶ τό μέτρο αὐτό ὡς ἐθνική συμφορά καί ὑψώνω οὐρανομήκη φωνή διαμαρτυρίας... Ὑπενθυμίζουμε ὅτι ὑπεράνω κάθε προσκαίρου ἀνθρωπίνης ἰδεολογίας, ἐξουσίας καί κόμματος εἶναι ἡ αἰωνία ὀρθόδοξος χριστιανική μας πίστις, πού σώζει τόν ἄνθρωπο, τό ἔθνος καί εἶναι ἡ μοναδική ἑνοποιός ὑπερ­κομματική γιά τόν ἁπανταχοῦ ἑλληνισμό δύναμις. Γιά τήν πίστι αὐτή μονα­χισμός, κλῆρος καί λαός θά ἀγωνισθοῦμε καί ἄν χρειασθῆ θά θυσιασθοῦμε».
Ἡ προβολή τῆς βλασφήμου ταινίας τῶν Σκορτσέζε-Καζαντζάκη «Ὁ τε­λευ­ταῖος πειρασμός» εἶχε κινητοποιήσει ὅλο τόν εὐσεβῆ λαό. Σέ αὐτή τήν κινητοποίησι εἶχε μετάσχει καί σύσσωμη ἡ Ἱερά Κοινότης τοῦ Ἁγίου Ὄρους μαζί μέ πολλούς μοναχούς, μεταξύ τῶν ὁποίων καί ὁ μακαριστός ἅγιος Γέρον­τας Παΐσιος. Στήν σύναξι διαμαρτυρίας ὁ Γέροντας Γεώργιος ἐξεφώνησε ὁμιλία πρός τόν συγκεντρωμένο πιστό λαό, στήν ὁποία μεταξύ ἄλλων εἶχε εἰπεῖ: «Ὁ ἱδρυτής τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καί τῆς Θεσσαλονίκης μέγας Παῦλος βρον­τοφωνεῖ: Ἕλληνες Ὀρθόδοξοι Χριστιανοί, ‘‘τῇ ἐλευθερίᾳ, ᾗ Χριστός ὑμᾶς ἠλευθέρωσε, στήκετε καί μή ζυγῷ δουλείας πάλιν ἐνέχεσθε''. Ἡ ἐλευθερία τοῦ Καζαντζάκη καί τοῦ Σκορτσέζε εἶναι ψευδοελευθερία. Γι' αὐτό καί οἱ Καζαντζά­κης καί Σκορτσέζε δέν εἶναι προφῆτες, εἶναι ψευδοπροφῆτες. Χρησιμοποιοῦν τήν τέχνη, γιά νά διαστρεβλώσουν τήν ἀλήθεια καί ὄχι γιά νά φανερώσουν τήν ἀλήθεια... Δέν κινδυνεύει ἀπό τίς ἐπιθέσεις αὐτές ὁ ἀπαθής Θεός, ἀλλά ὁ ἄνθρωπος πού, ὅταν χάση τόν Θεάνθρωπο, χάνει τήν δυνατότητα νά γίνη ἀληθινός ἄνθρωπος, νά ἀπελευθερωθῆ ἀπό κάθε δουλεία, νά συμμερισθῆ τήν Ἀνάστασι καί τήν αἰώνιο ζωή τοῦ Χριστοῦ καί νά ὑψωθῆ στήν κατά χάριν θέωσι... Ἐμεῖς ὁ ὀρθόδοξος λαός δέν ἀνεχόμεθα νά ἐμπαίζεται ὁ Κύριος καί Θεός μας. Τήν προσβολή κατά τοῦ Κυρίου μας αἰσθανόμεθα ὡς προσβολή καί κατά τοῦ ἰδικοῦ μας προσώπου. Προσβάλλεται ὅ,τι ἱερώτερο ἔχουμε στήν ζωή μας. Ἀπαιτοῦμε ἀπό τούς ἀθέους καί τήν Κυβέρνησι νά σεβασθῆ αὐτό πού πιστεύουμε... Καιρός ὁμολογίας, μαρτυρίας, ἴσως καί μαρτυρίου. Κανείς ἄς μή δειλιάση γιά ὁποιαδήποτε σκοπιμότητα».
Ἀπό τά τρία ἀντιπροσωπευτικά αὐτά παραδείγματα συμπεραίνεται ὅτι ὁ Γέροντας ἀντιπαρατάχθηκε μέ σθένος καί ἀποφασιστικότητα σέ φανερές καί ὕπουλες ἐπιβουλές κατά τῆς Ἐκκλησίας καί τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως. Οἱ θεο­λογικές, ποιμαντικές καί ὁμολογιακές του παρεμβάσεις σέ σειρά προβλη­μάτων πού ἔθιγαν τήν τιμή καί τήν αὐτοσυνειδησία τῆς Ἐκκλησίας, τόν ἀνέ­δειξαν προφητικό ἀνάστημα, ὁδηγητική προσωπικότητα, σεβαστό, ἄν καί μή ἀποδε­κτό, ἀκόμη καί ἀπό ἐκείνους, τούς ὁποίους ἤλεγχε. Σέ πολλές περιπτώσεις ὑπέμεινε ὕβρεις, λοιδορίες, χλευασμούς, ἀπειλές καί ἀνυπόφορες πιέσεις ἀπό τούς ἐχθρούς τῆς Ἐκκλησίας, πού δέν ἀνέχονταν ἐμπόδια στό καταστρεπτικό ἔργο τους.
16. Οἱ θεολογικοί ἀγῶνες δέν στέρησαν τόν Γέροντα ἀπό τήν λατρεία τοῦ Θεοῦ καί τό βαθύτατο σέβας πρός τήν Θεοτόκο καί τούς Ἁγίους. Θά κλείσω τήν μακρά ἀλλά ἐλπίζω ἐνδιαφέρουσα εἰσήγησι μέ ἕνα μικρό ἀπόσπασμα ἀπό ἕνα θεομητορικό ὕμνο τοῦ Γέροντα, ὁ ὁποῖος περιλαμβάνει εἰκοσιπέντε στροφές πού ἀρχίζουν μέ τό «Ἄξιόν ἐστιν» καί ἀναφέρονται στά γεγονότα τῆς ἐπιγείου ζωῆς τῆς Κυρίας Θεοτόκου καί σέ θέματα, γιά τά ὁποῖα ἡ καρδιά τοῦ Γέροντα ἤθελε νά τήν ὑμνήσῃ. Τόν ὕμνο αὐτό, πού ἔγραψε καί δημοσίευσε πρός δόξαν Της στό περιοδικό «Ὁ Ὅσιος Γρηγόριος» τό ἔτος 1988, κατακλείει μέ τά ἑξῆς συγκινη­τι­κά καί ἐπίκαιρα:
«Ἄξιόν ἐστιν...
γιατί καί τήν ἰδική μου ἁμαρτωλή ψυχή παρηγορεῖς καί Σύ εἶσαι ἡ ἐλπίδα μου γιά τήν παροῦσα καί τήν μέλλουσα ζωή, τήν ἀπολογία μου στό Βῆμα τοῦ Υἱοῦ Σου, καί στήν μητρική Σου προστασία μετά Θεόν ἀναθέτω τούς ἀδελφούς μου καί τά προσφιλῆ μου πρόσωπα τώρα καί μετά τήν ἔξοδό μου ἀπό τόν κόσμο αὐτό.
«Ἄξιόν ἐστιν» καί πάλι καί πολλές φορές.
Ἄξιόν ἐστιν μακαρίζειν Σε τήν Θεοτόκον.
Χαῖρε ὑπερευλογημένη Κυρία Θεοτόκε.
Χαῖρε τοῦ Χριστοῦ καί δική μας Μητέρα.
Χαῖρε Προστάτις καί Ἔφορε τῆς Ἐκκλησίας καί τοῦ Ἁγίου Ὄρους Σου.
Χαῖρε Μυριώνυμε Παρθένε, Ἄξιόν ἐστιν, Πορταΐτισσα, Γοργοϋπήκοε, Ὁδη­γή­τρια, Γαλακτοτροφοῦσα, Γερόντισσα, Οἰκονόμισσα, Μυροβλύτισσα, Γλυκο­φιλοῦσα, Παραμυθία, Ἐπακούουσα, Φοβερά Προστασία.
Χαῖρε Νύμφη Ἀνύμφευτε.
Χαῖρε καί δέχου καί τούς δικούς μου πτωχούς λόγους σάν βρεφικά ψελλίσματα ἀγάπης καί λατρείας σέ Σένα καί τόν Μονογενῆ Σου Υἱόν.

Ἐλάχιστος Μοναχός
τῆς Ἱερᾶς Μονῆς τοῦ Ὁσίου Γρηγορίου».
Σᾶς εὐχαριστῶ, καί εὔχομαι ἡ νῆσος τῶν Κυθήρων νά ἔχῃ τήν εὐλογία τοῦ μακαριστοῦ Γέροντος Γεωργίου, ὁ ὁποῖος εἶχε ἐκ πατρός κυθηραϊκή καταγωγή καί στήν ὁποία συχνά ἀνεφέρετο. Νά ἔχουμε ὅλοι τήν εὐχή του!
 
(Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Κυθήρων)

Κυριακή 15 Μαΐου 2016

Όταν Προσεύχεσαι θυμήσου...



Όταν Προσεύχεσαι θυμήσου...

Γνωρίζουμε, άραγε, οι σημερινοί Χριστιανοί, τι είναι η αληθινή προσευχή, ποια τα χαρακτηριστικά της και ποιοι οι καρποί της;
Οι ‘Άγιοι της Εκκλησίας μας, που υπήρξαν οι κατεξοχήν προσευχόμενοι άνθρωποι, μας έχουν παραδώσει την ιερή τους εμπειρία με τρόπο εκφραστικό και κατηγορηματικό. Η προσευχή, μας λένε, είναι ανύψωση του νου στον Θεό και συνομιλία μαζί Του.
Η προσευχή είναι ένωση τού ανθρώπου με τον Θεό·έργο των αγγέλων κλειδί τού Παραδείσου· φωτισμός της ψυχής· συγχώρηση των αμαρτημάτων μητέρα των αρετών. Η προσευχή είναι όπλο ακαταμάχητο·θησαυρός αδαπάνητος· γέφυρα που σώζει από τους πειρασμούς· τείχος που προστατεύει από τις θλίψεις. Η προσευχή είναι καθρέφτης της πνευματικής ζωής τού ανθρώπου και εργασία που ποτέ δεν τελειώνει.

Εύκολα, λοιπόν, αντιλαμβάνεται κανείς, πώς η προσευχή δεν αποτελεί ένα απλό «θρησκευτικό καθήκον» ή μια «συναισθηματική εκτόνωση». Είναι η ατμόσφαιρα μέσα στην οποία ζει η ψυχή. Είναι η ολοκληρωτική στροφή και προσφορά τού ανθρώπου στον Θεό. Μια προσφορά, που, όταν συνοδεύεται από τον αγώνα για την τήρηση των εντολών τού Χριστού, ελκύει τη θεία χάρη. Κι αυτή με τη σειρά της καθαρίζει την καρδιά, φωτίζει το νου, μεταμορφώνει τον όλο άνθρωπο και τον χριστοποιεί.
Γι’ αυτό, χριστιανός που δεν προσεύχεται, δεν είναι αληθινός χριστιανός. Και άνθρωπος που δεν ξέρει να προσευχηθεί, δεν είναι ολοκληρωμένος άνθρωπος.
«Όπως το σώμα», λέει ο ιερός Χρυσόστομος, «χωρίς την ψυχή, είναι νεκρό, έτσι και η ψυχή, χωρίς την προσευχή, είναι νεκρή». [...]
Όταν Προσεύχεσαι θυμήσου:
► Προσευχή είναι το ανέβασμα του νου στον Θεό. Πρόκειται για μια εργασία πνευματική, που αρμόζει στην αξία του ανθρώπινου νου περισσότερο απ’ οποιαδήποτε άλλη ασχολία.
► Η προσευχή γεννιέται από την πραότητα και την αοργησία· φέρνει στην ψυχή τη χαρά και την ευχαριστία· προφυλάσσει τον άνθρωπο από τη λύπη και την αθυμία.
► Όπως το ψωμί είναι τροφή του σώματος και η αρετή τροφή της ψυχής, έτσι και του νου τροφή είναι η πνευματική προσευχή.
► Όπως η όραση είναι ανώτερη απ’ όλες τις αισθήσεις, έτσι και η προσευχή είναι η πιο θεία και ιερή απ’ όλες τις αρετές.
► Εκείνος που αγαπά τον Θεό, συνομιλεί πάντοτε μαζί Του σαν γιος προς πατέρα και αποστρέφεται κάθε εμπαθή σκέψη.
► Αφού η προσευχή είναι συναναστροφή του νου με τον Θεό, σε ποιαν άραγε κατάσταση θα πρέπει να βρίσκεται αυτός, για να μπορέσει, χωρίς να στρέφεται άλλου, να πλησιάσει τον Κύριό του και να συνομιλεί μαζί Του χωρίς τη μεσολάβηση άλλου;
► Αν ο Μωυσής, προσπαθώντας να πλησιάσει τη φλεγόμενη βάτο, εμποδιζόταν, ώσπου έβγαλε τα σανδάλια από τα πόδια του, εσύ, που θέλεις να δεις τον Θεό και να συνομιλήσεις μαζί Του, δεν θα πρέπει να βγάλεις και να πετάξεις από πάνω σου κάθε αμαρτωλό λογισμό; [...]
► Τι θέλουν οι δαίμονες να ενεργούν μέσα μας; Γαστριμαργία, πορνεία, φιλαργυρία, οργή, μνησικακία και τα λοιπά πάθη, για να παχυνθεί ο νους απ’ αυτά και να μην μπορέσει να προσευχηθεί σωστά. Γιατί όταν υπερισχύσουν τα άλογα πάθη, δεν τον αφήνουν να κινείται λογικά.
► Μη νομίζεις ότι απέκτησες αρετή, αν προηγουμένως δεν αγωνίστηκες γι’ αυτήν μέχρις αίματος. Γιατί, κατά τον απόστολο Παύλο (Εφ. 6:11), πρέπει ν’ αντιστεκόμαστε στην αμαρτία μέχρι θανάτου, με αγωνιστικότητα και άμεμπτο τρόπο.
► Δεν μπορεί ο δεμένος να τρέξει. Ούτε ο νους, που δουλεύει σαν σκλάβος σε κάποιο πάθος, θα μπορέσει να κάνει αληθινή προσευχή. Γιατί σύρεται και γυρίζει εδώ κι εκεί από την εμπαθή σκέψη και δεν μπορεί να σταθεί ατάραχος.
► Δεν θα κατορθώσεις να προσευχηθείς καθαρά, αν ανακατεύεσαι με υλικά πράγματα και ταράζεσαι με αδιάκοπες φροντίδες. Γιατί προσευχή σημαίνει απαλλαγή από κάθε μέριμνα.[...]
► Πρώτα-πρώτα προσευχήσου ν’ αποκτήσεις δάκρυα, για να μαλακώσεις με το πένθος την αγριότητα της ψυχής σου. Εύκολα τότε θα ομολογήσεις με ειλικρίνεια, ενώπιον του Κυρίου, τις αμαρτίες που διέπραξες, και θα λάβεις απ’ Αυτόν την άφεση.
► Να χρησιμοποιείς τα δάκρυα για να πετύχεις κάθε αίτημα σου. Γιατί χαίρεται πολύ ο Κύριος, όταν προσεύχεσαι με δάκρυα.
► Αν στην προσευχή σου χύνεις πηγές δακρύων, μην υπερηφανεύεσαι πώς είσαι τάχα ανώτερος από τους πολλούς. Δεν είναι δικό σου κατόρθωμα αυτό, αλλά βοήθεια για την προσευχή σου από τον Κύριο, για να μπορέσεις έτσι να εξομολογηθείς πρόθυμα τις αμαρτίες σου και να Τον εξευμενίσεις.
► Όταν νομίσεις πώς δεν έχεις ανάγκη από δάκρυα στην προσευχή σου για τις αμαρτίες σου, να αναλογιστείς πόσο πολύ έχεις απομακρυνθεί από τον Θεό, ενώ θα ‘πρεπε να είσαι διαρκώς κοντά Του και τότε θα κλάψεις με μεγαλύτερη θέρμη.
► Πράγματι, αν έχεις επίγνωση της καταστάσεως σου, θα πενθήσεις μ’ ευχαρίστηση, ελεεινολογώντας τον εαυτό σου και λέγοντας όπως ο προφήτης Ησαΐας: «πως, ενώ είμαι ακάθαρτος και γεμάτος από πάθη, τολμώ να παρουσιάζομαι μπροστά στον Παντοδύναμο Κύριο;» (παράβαλλε Ησ. 6: 5 ).
► Αν θέλεις να προσεύχεσαι αξιέπαινα, να αρνείσαι τον εαυτό σου κάθε στιγμή· κι αν υποφέρεις πολλά δεινά, να στοχαστείς την ανακούφιση που θα βρεις, όταν καταφύγεις στην προσευχή.
► Αν λαχταράς να προσευχηθείς όπως πρέπει, μη λυπήσεις κανέναν άνθρωπο. Διαφορετικά άδικα προσεύχεσαι.
► Όσα κάνεις εναντίον κάποιου αδελφού, που σ’ έχει αδικήσει, όλα θα σου γίνουν εμπόδιο στον καιρό της προσευχής.
► «Άφησε το δώρο σου», λέει ο Χριστός, «μπροστά στο θυσιαστήριο και πήγαινε πρώτα να συμφιλιωθείς με τον αδελφό σου, και μετά έλα και προσευχήσου χωρίς ταραχή» (παράβαλλε Ματθαίος 5:24). Γιατί η μνησικακία θαμπώνει το λογικό του ανθρώπου που προσεύχεται, και σκοτίζει τις προσευχές του.
► Εκείνοι που προσεύχονται, αλλά συσσωρεύουν μέσα τους λύπες και μνησικακίες, μοιάζουν με ανθρώπους που αντλούν νερό απ’ το πηγάδι και το αδειάζουν σε τρύπιο πιθάρι.
► Μην αγαπάς τα πολλά λόγια και την ανθρώπινη δόξα. Διαφορετικά, όχι πίσω από την πλάτη σου, αλλά μπροστά στα μάτια σου θα σε επιβουλεύονται οι δαίμονες και θα χαίρονται μαζί σου στον καιρό της προσευχής, καθώς εύκολα τότε θα σε παρασύρουν και θα σε δελεάζουν με αλλόκοτους λογισμούς.
► Αν θέλεις να προσεύχεσαι καθαρά, μην υποχωρήσεις σε καμιά σαρκική απαίτηση, και δεν θα ‘χεις στην ώρα της προσευχής κανένα σύννεφο να σε σκοτίζει.
► Μην αποφεύγεις τη φτώχεια και τη θλίψη, γιατί αυτές κάνουν ανάλαφρη την προσευχή.
► Πρόσεχε! Στέκεσαι αληθινά ενώπιον του Θεού την ώρα της προσευχής, ή μήπως νικιέσαι απ’ τον ανθρώπινο έπαινο κι αυτόν επιδιώκεις με το να κάνεις πολλές και μεγάλες προσευχές;
► Να προσεύχεσαι όχι φαρισαϊκά αλλά τελωνικά, για να δικαιωθείς κι εσύ από τον Κύριο.
► Έπαινος της προσευχής δεν είναι η ποσότητα αλλά η ποιότητα. Αυτό γίνεται φανερό από την παραβολή του Τελώνου και Φαρισαίου και από το λόγο του Χριστού: «Όταν προσεύχεστε, μη φλυαρείτε όπως οι ειδωλολάτρες, που νομίζουν ότι με την πολυλογία τους θα εισακουστούν» (Ματθαίος 6: 7).[...]
► Είτε μόνος σου είτε μαζί με αδελφούς προσεύχεσαι, αγωνίσου να προσεύχεσαι όχι από συνήθεια, αλλά με συναίσθηση.
► Συναίσθηση προσευχής σημαίνει συγκέντρωση του νου με ευλάβεια, με κατάνυξη, με στεναγμούς μυστικούς και με πόνο ψυχής, που συνοδεύει την εξομολόγηση των αμαρτιών μας.
► Να στέκεσαι υπομένοντας τον κόπο, να προσεύχεσαι με ένταση και επιμονή και ν’ αποστρέφεσαι τις φροντίδες και τις σκέψεις που σου έρχονται. Γιατί σε ταράζουν και σε θορυβούν, για να παραλύσουν τη δύναμη και την ένταση σου.
► Αν είσαι υπομονετικός, θα προσεύχεσαι πάντα με χαρά.
► Αγωνίσου να κρατήσεις το νου σου την ώρα της προσευχής κουφό και άλαλο. Έτσι μόνο θα μπορέσεις να προσευχηθείς.
► Η ψαλμωδία καταπραΰνει τα πάθη και γαληνεύει τις άτακτες κινήσεις του σώματος. Γι’ αυτό να ψάλλεις με συναίσθηση και κοσμιότητα και θα μοιάζεις έτσι με αετόπουλο που πετάει στα ύψη.
► Αν δεν έλαβες ακόμα χάρισμα προσευχής ή ψαλμωδίας, ζήτησε το με επιμονή και θα το λάβεις.
► Ο διάβολος φθονεί πολύ τον άνθρωπο που προσεύχεται, και χρησιμοποιεί κάθε τέχνασμα, προκειμένου να πλήξει το σκοπό του. Έτσι, όταν δουν οι δαίμονες ότι είσαι πρόθυμος να προσευχηθείς αληθινά, σου θυμίζουν κάποια δήθεν αναγκαία πράγματα. Σε λίγο όμως σε κάνουν να τα ξεχάσεις και σε σπρώχνουν να τα αναζητήσεις. Κι επειδή δεν τα θυμάσαι, στενοχωριέσαι και λυπάσαι. Όταν ξανασταθείς στην προσευχή, σου υπενθυμίζουν πάλι εκείνα που έψαχνες, για να στραφεί ξανά ο νους σ’ αυτά και να χάσει τελικά την καρποφόρα προσευχή.
► Στην ώρα της προσευχής, η μνήμη σού φέρνει ή φαντασίες παλαιών πραγμάτων ή καινούργιες φροντίδες ή το πρόσωπο εκείνου που σ’ έχει λυπήσει. Φύλαγε λοιπόν καλά τη μνήμη σου, για να μη σου παρουσιάζει τις δικές της υποθέσεις. Και να παρακινείς συνεχώς τον εαυτό σου να συνειδητοποιεί μπροστά σε ποιόν βρίσκεται. Γιατί είναι πολύ φυσικό για το νου να παρασύρεται εύκολα από τη μνήμη στον καιρό της προσευχής.
► Η προσοχή του νου που προσπαθεί να βρει προσευχή, θα βρει προσευχή. Γιατί η προσευχή ακολουθεί όσο τίποτε άλλο την προσοχή. Ας φροντίσουμε, λοιπόν, με προθυμία ν’ αποκτήσουμε την προσοχή.
► Άλλοτε, με το που θα σταθείς στην προσευχή, μπορείς αμέσως να συγκεντρωθείς και να προσευχηθείς καλά κι άλλοτε πάλι θα κοπιάσεις πολύ χωρίς να πετύχεις το σκοπό σου. Αυτό συμβαίνει για να ζητήσεις με περισσότερη ζέση την προσευχή· κι αφού τη λάβεις, να την έχεις αναφαίρετο κατόρθωμα.
► Να ξέρεις πως οι άγιοι άγγελοι μας παροτρύνουν σε προσευχή και στέκονται μαζί μας και χαίρονται και προσεύχονται για μας. Αν λοιπόν αμελήσουμε και δεχθούμε τους λογισμούς που μας υποβάλλουν οι δαίμονες, πολύ παροργίζουμε τους αγγέλους. Γιατί, ενώ αυτοί τόσο πολύ αγωνίζονται για μας, εμείς ούτε για τον εαυτό μας δεν θέλουμε να ικετεύσουμε τον Θεό, αλλά, περιφρονώντας την υπηρεσία τους και εγκαταλείποντας τον Κύριό τους και Θεό, συνομιλούμε με ακάθαρτους δαίμονες.
► Πραγματική προσευχή κάνει εκείνος που προσφέρει πάντα στον Θεό ως θυσία την πρώτη του σκέψη.
► Μην προσεύχεσαι να γίνουν τα θελήματά σου, γιατί οπωσδήποτε δεν συμφωνούν με το θέλημα του Θεού αλλά μάλλον, καθώς διδάχθηκες, λέγε στην προσευχή σου: «Γενηθήτω το θέλημά σου» (Ματθαίος 6:10). Και για κάθε πράγμα αυτό να ζητάς από τον Θεό, να γίνει το θέλημά Του, γιατί Αυτός θέλει το καλό και το συμφέρον της ψυχής σου ενώ εσύ οπωσδήποτε δεν ζητάς πάντοτε το συμφέρον σου.
► Πολλές φορές ζήτησα με την προσευχή από τον Θεό να μου γίνει κάτι που νόμιζα καλό. Και επέμενα παράλογα να το ζητώ, βιάζοντας το θείο θέλημα. Δεν άφηνα τον Θεό να οικονομήσει ό,τι Αυτός γνώριζε ως δικό μου συμφέρον. Και λοιπόν, αφού έλαβα ό,τι ζητούσα, στενοχωρήθηκα ύστερα πολύ, που δεν είχα παρακαλέσει να γίνει μάλλον το θέλημα Του. Γιατί δεν μου ήρθε το πράγμα έτσι όπως το νόμιζα.[...]
► Στην προσευχή σου να ζητάς μόνο τη δικαιοσύνη και τη βασιλεία του Θεού, δηλαδή την αρετή και τη θεία γνώση. Και όλα τα υπόλοιπα θα σου προστεθούν.
► Ανάθεσε με εμπιστοσύνη στον Θεό τις ανάγκες του σώματός σου, κι αυτό θα φανερώσει πως Του αναθέτεις και τις ανάγκες του πνεύματος.
► Ν’ αγωνίζεσαι, ώστε να μη ζητήσεις το κακό κανενός στην προσευχή σου, για να μην γκρεμίσεις ό,τι χτίζεις, κάνοντας σιχαμερή την προσευχή σου.
► Ο χρεωφειλέτης των μυρίων ταλάντων της ευαγγελικής παραβολής ας σου γίνει παράδειγμα. Αν δεν συγχωρέσεις αυτόν που σ’ έβλαψε, ουτ’ εσύ θα πετύχεις την άφεση των αμαρτιών σου. Γιατί λέει το Ευαγγέλιο για τον χρεωφειλέτη των μυρίων ταλάντων, που δεν συγχωρούσε τον δικό του χρεώστη, ότι «τον παρέδωσε στους βασανιστές» (Ματθαίος 18:24-35).
► Καλό είναι να μην προσεύχεσαι μόνο για τον εαυτό σου, αλλά και για κάθε συνάνθρωπό σου, ώστε να μιμηθείς έτσι τον αγγελικό τρόπο προσευχής.
► Μη θλίβεσαι, αν δεν παίρνεις αμέσως από τον Θεό ό,τι ζητάς. Γιατί θέλει να σ’ ευεργετήσει περισσότερο με το να υπομένεις καρτερικά στην προσευχή. Τί ανώτερο υπάρχει, αλήθεια, από το να συναναστρέφεσαι τον Θεό και να συνομιλείς μαζί Του;
► Ο Κύριος, θέλοντας να διδάξει τους μαθητές Του ότι πρέπει πάντοτε να προσεύχονται και να μην αποθαρρύνονται, τους διηγήθηκε μια σχετική παραβολή (Λουκ. 18:1-8). Σ’ αυτή την παραβολή κάποιος άδικος δικαστής είπε για μια χήρα γυναίκα, που ζητούσε επίμονα το δίκιο της: Αν ούτε τον Θεό φοβάμαι ούτε τους ανθρώπους ντρέπομαι, όμως, επειδή αυτή η γυναίκα με ενοχλεί συνεχώς, ζητώντας το δίκιο της, θα της το δώσω. Και ο Κύριος κατέληξε στο συμπέρασμα: Έτσι και ο Θεός θα εκπληρώσει σύντομα το θέλημα αυτών που Τον παρακαλούν νύχτα-μέρα. Γι’ αυτό, λοιπόν, κι εσύ μη χάνεις το θάρρος σου και μη στενοχωριέσαι, επειδή δεν έλαβες. Γιατί θα λάβεις αργότερα. Να είσαι χαρούμενος και να επιμένεις, υπομένοντας τον κόπο της αγίας προσευχής.
► Να παραβλέπεις τις ανάγκες του σώματος όταν προσεύχεσαι, για να μη χάσεις το μέγιστο κέρδος της προσευχής σου από το τσίμπημα ενός κουνουπιού ή την ενόχληση μιας μύγας.
► Αν έχεις επιμέλεια στην προσευχή, να ετοιμάζεσαι για επιθέσεις δαιμόνων και να υπομένεις με γενναιότητα τα χτυπήματά τους. Γιατί θα ορμήσουν επάνω σου σαν άγρια θηρία, για να σε ταλαιπωρήσουν.
► Εκείνος που υποφέρει τα λυπηρά, θα επιτύχει και τα χαρμόσυνα. Κι εκείνος που εγκαρτερεί στα δυσάρεστα, θα απολαύσει και τα ευχάριστα.
► Μη φανταστείς κανένα σχήμα για τον Θεό όταν προσεύχεσαι, μήτε να επιτρέψεις να τυπωθεί κάποια μορφή στο νου σου, αλλά πλησίασε με άυλο τρόπο τον άυλο Θεό.
► Μακάριος ο νους, που στον καιρό της προσευχής δεν σχηματίζει μέσα του καμιάν απολύτως μορφή. Μακάριος ο νους, που προσεύχεται απερίσπαστα και αποκτά διαρκώς περισσότερο πόθο για τον Θεό. Μακάριος ο νους, που στον καιρό της προσευχής γίνεται άυλος κι ελεύθερος απ’ όλα. Μακάριος ο νους, που στον καιρό της προσευχής μένει ανεπηρέαστος από κάθε πράγμα.
► Μην επιθυμήσεις να δεις με τα μάτια τού σώματός σου αγγέλους ή δυνάμεις ή το Χριστό, μην τυχόν και χάσεις εντελώς το μυαλό σου και δεχθείς έτσι λύκο αντί για βοσκό και προσκυνήσεις τους εχθρούς δαίμονες.
► Φυλάξου από τις παγίδες των δαιμόνων. Γιατί συμβαίνει, εκεί που προσεύχεσαι ήσυχα και καθαρά, ξαφνικά να σου παρουσιάσουν κάποια παράξενη μορφή, για να σε οδηγήσουν στην υπερηφάνεια, καθώς θα υποθέσεις ότι εκεί βρίσκεται το θείο. Το θείο όμως είναι άυλο και χωρίς σχήμα.
► Φρόντισε να έχεις πολλή ταπεινοφροσύνη και ανδρεία, και δεν θ’ αγγίξει την ψυχή σου δαιμονική επήρεια. Οι άγγελοι αοράτως θα διώξουν μακριά όλη την ενέργεια των δαιμόνων.
► Όταν μεταχειριστεί ο παμπόνηρος δαίμονας πολλά μέσα και δεν μπορέσει να εμποδίσει την προσευχή του δικαίου, τότε αποσύρεται για λίγο. Μα τον εκδικείται αργότερα, σπρώχνοντας τον στην οργή, για να εξαφανίσει την εξαίρετη εσωτερική κατάσταση που δημιουργήθηκε με την προσευχή, ή ερεθίζοντάς τον σε σαρκική ηδονή, για να μολύνει την ψυχή του.
► Όταν προσευχηθείς όπως πρέπει, να περιμένεις πειρασμούς. Στάσου λοιπόν γενναία, για να διατηρήσεις τον καρπό της προσευχής. Γιατί εξαρχής σ’ αυτό έχεις ταχθεί, να εργάζεσαι την προσευχή και να φυλάττεις τους καρπούς της (Παράβαλλε Γεν. 2:15). Αφού εργαστείς, λοιπόν, μην αφήσεις αφύλαχτο ό,τι κέρδισες· διαφορετικά, δεν ωφελήθηκες καθόλου από την προσευχή σου.
► Αν προσεύχεσαι θεάρεστα, θα σε βρουν τέτοιες δοκιμασίες, ώστε να νομίσεις πώς είναι δίκαιο να θυμώσεις. Δεν υπάρχει όμως καθόλου δικαιολογημένος θυμός εναντίον του πλησίον. Αν καλοεξετάσεις την υπόθεση, θα βρεις πώς είναι δυνατό και χωρίς θυμό να διευθετηθεί το ζήτημα. Μεταχειρίσου, λοιπόν, κάθε τρόπο για να μη θυμώσεις.
► Το Άγιο Πνεύμα, συμπάσχοντας με την ασθένειά μας, έρχεται σ’ εμάς, μολονότι είμαστε ακάθαρτοι από τα πάθη και τις αμαρτίες. Κι αν βρει το νου να προσεύχεται ειλικρινά μόνο σ’ Αυτό, κυριαρχεί πάνω του, εξαφανίζει όλη τη φάλαγγα των πονηρών λογισμών και σκέψεων, που τον περικυκλώνουν, και τον προτρέπει στον έρωτα της πνευματικής προσευχής.
► Έχεις πόθο να προσευχηθείς; Γίνε νεκρός για τη γη. Έχε παντοτινά πατρίδα τον ουρανό όχι με λόγια, αλλά με ζωή αγγελική και με γνώση θεϊκή. Απαρνήσου τα πάντα, για να κληρονομήσεις το παν.
► Αν είσαι πραγματικός θεολόγος, θα προσεύχεσαι αληθινά. Κι αν προσεύχεσαι αληθινά, είσαι πραγματικός θεολόγος.
► Αν στον καιρό της προσευχής σου νιώσεις χαρά μεγαλύτερη από κάθε άλλη χαρά, τότε πράγματι βρήκες την αληθινή προσευχή.

Όσιος Νείλος ο Ασκητής
Πηγή: Η ΦΩΝΗ ΤΩΝ ΠΑΤΕΡΩΝ Νο 29, Έκδοση Ιερά Μονής Παρακλήτου Ωρωπού 
 Από  alopsis

Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης και η θεολογική ανθρωπολογία και γνωσιολογία του


Μια προσπάθεια μελέτης της ανθρωπολογίας του αγίου Νικοδήμου δεν θα μπορούσε παρά να στραφεί κυρίως στο «Συμβουλευτικόν Εγχειρίδιον», το βιβλίο που θα αποστείλει ο συγγραφέας στο συγγενή του επίσκοπο Ιερόθεο, γραμμένο στην έρημο της Σκυροπούλας, με τον χαρακτηριστικό υπότιτλο «Περί φυλακής των πέντε αισθήσεων, της τε φαντασίας, του νου και της καρδίας και ποίαι εισίν αι οικείαι του νου ηδοναί».
Το θέμα του βιβλίου είναι συνεπώς και κατεξοχήν η ανθρωπολογία, συμπεπλεγμένη μάλιστα και με την ησυχαστική γνωσιολογία. Η σημασία του έργου αυτού, όπως και αρκετών άλλων έργων του αγίου Νικόδημου, έγκειται ακριβώς στην προσωπική του προσπάθεια ανάκτησης μιας μεγάλης παράδοσης σε πολύ δύσκολους χρόνους, όπου η συνέχεια της παιδείας του «Γένους των Ρωμαίων» έχει πλέον από αιώνες οικτρά διακοπεί, με συνέπεια η παράδοση αυτή ν’ αναπαύεται σε πολυκαιρισμένα χειρόγραφα των αγιορείτικων Μονών, ανεκμετάλλευτη και εν πολλοίς αγνοούμενη.

Η προσπάθεια του αγιορείτη θεολόγου είναι συγκλονιστική τόσο ως προς το επιστημονικό όσο και ως προς το πνευματικό της σκέλος. Είναι εντελώς αδύνατο σήμερα να εννοήσουμε την έκταση και το βάθος της διανοητικής και πνευματικής προσπάθειας (μαζί με την προσωπική αγιότητα) που απαιτούσε τότε ένα τέτοιο εγχείρημα. Το επίτευγμα της επαναφοράς της πατερικής παράδοσης στο θεολογικό και εκκλησιαστικέ πεδίο είναι άξιο παντός επαίνου και συνιστά μέγα χρέος όλων μας προς τον ακάματο, πολυμαθέστατο και παραγωγικότατο Αγιορείτη όσιο.
Αυτή όμως η σχετική μοναξιά του Νικόδημου,
όπως συνέβη και μ’ άλλους μεγάλους στην ιστορία της Εκκλησίας και της θεολογίας της, δημιούργησε, ωστόσο, και τα διάφορα προβλήματα τα οποία στις περιπτώσεις αυτές δημιουργούνται. Διότι, όταν δεν υπάρχει ένα αρμόδιο πνευματικό περιβάλλον, μια ήδη ζωντανή και λειτουργούσα λόγια παράδοση δηλαδή, ο προσωπικός μόχθος της ολοκληρωμένης αφομοίωσης της παράδοσης μοιάζει υπεράνθρωπος και, ως αποτέλεσμα, δημιουργούνται ανθρώπινες μονομέρειες και μερικότητες.

Έτσι, σ’ ένα έργο σύνθετο όπως το «Συμβουλευτικό Εγχειρίδιο», ένα έργο όπου επιχειρείται μια συνθετική επιτομή της ησυχαστικής θεολογίας, η ανθρωπολογική γραμμή είναι επίσης κάποτε ασαφής, σαλευόμενη μεταξύ μιας κυρίως ησυχαστικής και μιας σαφώς πλατωνίζουσας άκρης, με την δεύτερη μάλιστα συχνά φαινομενικώς υπερέχουσα. Η αντίφαση αυτή ίσως οφείλεται και στην προσωπική προτίμηση του Νικόδημου προς τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης, πράγμα το οποίο εύκολα γίνεται φανερό στον προσεκτικό μελετητή του βιβλίου.

Έτσι, ήδη, απ’ την αρχή του βιβλίου, ενώ βεβαιώνεται στο ένα κεφάλαιο η απαρομοίαστη αξία του βαπτίσματος για την κάθαρση και την φωταγώγηση του νου με την Χάρη, στο αμέσως επόμενο βρίσκουμε το μεγάλο πλατωνικό (και νεο-πλατωνικό) θέμα της φυσικής συγγένειας του νου, ο οποίος είναι άϋλος, προς τα νοητά, τα θεια, τα άϋλα και τα αθάνατα πράγματα, σ’ αντίθεση με το σώμα, το οποίο ως υλικό ρέπει προς τα υλικά, τα οποία είναι «τα ψευδή καλά» και την άλογη ηδονή τους. Ο νους κωλύει το σώμα, διά της λογικής, από την αλογία αυτή, ενώ οι αισθήσεις αποτελούν τις θυρίδες του νου προς τον έξω κόσμο.

Παραπέρα ο αναγνώστης θα διαβάσει πως ο «νους εκτίσθη υπό Θεού φύσει αγαθός», «απλούς και ανείδεος και ασχημάτιστος» (92-93). Και τούτο διότι με τον τρόπο αυτό αποτελεί εικόνα και ομοίωση του Θεού Δημιουργού του – γι’ αυτό ακριβώς και η εργασία των σοφών είναι να εξαλείψουν από τον νου τους κάθε σχήμα και είδος και νόημα προσελθόν απ’ τις αισθήσεις και έτσι να τον επανενώσουν με τον Θεό. Εδώ η μνεία της Χάριτος, νεοπλατωνικότατα, φαίνεται ν’ απουσιάζει και στη θέση της δρα η φυσική οντολογική συγγένεια νοός-Θεού, χωρίς καμμιά φαινομενικώς σαφή διάκριση κτιστού-ακτίστου (την οποία συναντούμε βεβαίως σε άλλα έργα του αγίου Νικοδήμου. Προς την ίδια κατεύθυνση μιας μεταφυσικής του νοός, η αιτία του κακού δεν θεωρείται πως βρίσκεται στους λογισμούς του, αλλά αυτό εισέρχεται αποκλειστικά εκ των έξω, διά των αισθητηρίων (93).

Υπάρχει γενικά μια σαφής τάση να τοποθετηθεί το κακό στις αισθήσεις και τήν δι’ αυτών εισαγόμενη κοσμική υλικότητα στον θεοειδή νου, πράγμα που οδηγεί σε φαινομενικώς ωριγενίζουσες αποστροφές σαν αυτή (94): «Τί ουν εκ τούτου συμπεραίνομεν; Πάσα ιδέα κακού, και πας τύπος πάθους διά της μεσιτείας και διακονίας των αισθητηρίων εις τήν ψυχήν εισέρχεται. Και αν τα αισθητήρια δεν αποκλεισθώσιν, ουδέ τα κακά και τα πάθη να αποκλεισθώσι δύνανται».
Δύο είναι εδώ τα σημεία στα οποία η μονομέρεια είναι ορατή. Πρώτον, στην απουσία μιας θεολογίας της προαίρεσης όπως αυτή, λόγου χάρη, του αγίου Μαξίμου του Ομολογητή, η οποία (σε αντίθεση με τον Αυγουστίνο, ο οποίος ομιλεί περί «κακής φύσεως») τοποθετεί ακριβώς μέσα στον νου (στην ελευθερία του) το αίτιο της αμαρτίας και του κακού και όχι στο σώμα ή στις αισθήσεις ή στον υλικό κόσμο, τα οποία επλάσθηκαν και αυτά «καλά λίαν», όπως ο κύριος κορμός της πατερικής παράδοσης θεωρεί. Και στη συνέχεια, ως συνέπεια της απουσίας αυτής, μια ορισμένη πλατωνικοποίηση της έννοιας της αμαρτίας, η οποία δεν ταυτίζεται πλέον με τον οντολογικό και ψυχοσωματικό χωρισμό από τον Θεό, αλλά με τη μόλυνση του θεοειδούς νου απ’ τα προϊόντα των αισθήσεων και της ύλης. Η απουσία μιας ευχαριστιακής κοσμολογίας, όπως αυτή του Ειρηναίου Λυώνος ή του Μαξίμου Ομολογητή, στο σημείο αυτό, είναι παραπάνω από εμφανής, όπως είναι εμφανής και κάποια διαφοροποίηση απ’ τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, ο οποίος επέμενε τόσο πολύ στην ανάγκη θεώρησης τόσο του παθητικού μέρους της ψυχής όσο και του σώματος ως εξίσου κτιστά και ταυτόχρονα εξίσου επιδεκτικά Χάριτος με το νου. Διαφοροποίηση με τον Παλαμά εμφανίζεται και όταν, παρακάτω, δεν μας είναι δυνατόν να συναντήσουμε ίχνη της παλαμικής διδασκαλίας περί της δυνατότητας μεταμόρφωσης των παθών υπό της χάριτος και ουδέποτε αφανισμού τους. Όλο το παθητικό μέρος της ψυχής ως γνωστόν, κατά τον Παλαμά των «Τριάδων υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων» οφείλει να διασωθεί και όχι να αφανισθεί, αφού συνιστά θετικό δημιούργημα του Θεού – η κοινωνία μετά του Θεού είναι εντελώς αδύνατη χωρίς τα μεταμορφωμένα υπό της Χάριτος πάθη καθώς και το σώμα. Αντίθετα στο βιβλίο συναντούμε την θέση πώς ο Χριστός αίφνης δεν προσέλαβε τήν ανθρώπινη φαντασία (106), αφού δι’ αυτής δρα κυρίως ο διάβολος και αυτήν περισσότερο των άλλων χρησιμοποιεί για την πλάνη των ανθρώπων και συνεπώς η ύπαρξή της παρακωλύει την άμεση διείσδυση των νοητών από μέρους του νου. Ο οποίος, πλατωνικώ τω τρόπω, είναι η ουσία της ψυχής, μη χρειαζόμενος όταν κινείται περί τα νοητά τίποτε απ’ τις άλλες δυνάμεις της (206).
Ως εδώ όμως με τον Πλατωνισμό! Διότι αμέσως μετά την παραπάνω θέση, ακολουθεί το κεφάλαιο με τίτλο: «Ότι αι αισθήσεις ομού και το σώμα συναπολάβουσι των πνευματικών ηδονών και νυν και εν τη παρούση ζωή» (207), ένα κεφάλαιο πλήρες αντιπλατωνικής και αντικαρτεσιανής κάθαρσης για τον αναγνώστη. Δεν είναι τυχαίο φυσικά πως έδώ οι πηγές του συγγραφέα είναι ο Μάξιμος ο Ομολογητής και ο Γρηγόριος Παλαμάς: Το κεφάλαιο αυτό, μαζί με ό,τι έχει προηγηθεί για τον τρόπο της ησυχαστικής προσευχής, συνιστούν τις μεγάλες στιγμές του αγίου Νικοδήμου, την απόδειξη της προσωπικής υπαρξιακής σχέσης του συγγραφέα προς τήν ησυχαστική παράδοση και πηγή πλούσιας πνευματικής έμπνευσης για τον αναγνώστη.

Το σώμα μαζί με τις αισθήσεις πάσχει λοιπόν και αυτό εν Αγίω Πνεύματι τα «μακάρια θεία πάθη», η «ορασις ορά το θείον φως και το νοητόν κάλλος και η ακοή ακούει τα νοητά ενηχήματα [...]. Και η όσφρησις οσφραίνεται την νοητήν έκείνην οσμήν και ευωδίαν του θείου μύρου…» «Όλον το σώμα έσωθεν και έξωθεν λεπτύνεται, βελτιούται, ωραΐζεται, ενδυναμούται και μετασκευάζεται επί το πνευματικώτερον και διά τούτο, ούτε τροφήν σωματικήν χρειάζεται διά να τραφή, ούτε ύπνον διά να κοιμηθή, ούτε κόπον όλως αισθάνεται- διότι τρέφεται και αναπαύεται και εύπαθεί διά θείας τροφής και αναπαύσεως και ευπάθειας, καθώς τα παραδείγματα είναι πεπληθυσμένα εις χιλιάδας εν τη παλαιά Γραφή και εν τη νέα χάριτι του Ευαγγελίου…». Ο Πλατωνισμός φαίνεται τελικά να υποχωρεί μπροστά στον ιερό υλισμό του Ησυχασμού…
Καταλαβαίνει κανείς πως τα πράγματα δεν είναι εύκολα. Στην σύγχρονη Ορθόδοξη θεολογία (την ελληνική τουλάχιστον) η κριτική πρόσληψη της πατερικής παράδοσης βρίσκεται ακόμη στην αρχή της. Οπότε συνήθως συναντούμε είτε την καθοσίωση και την μυθοποιητική λατρεία ενός συγγραφέα σαν τον Νικόδημο, είτε την σιβυλλική του καταδίκη, λόγω του ότι δεν είναι επαρκής σύμφωνα με τα σημερινά θεολογικά μας γούστα. Αλλά μια τέτοια κρίση είναι και λαθεμένη και άδικη.

Δεν μπορούμε να κατηγορούμε τον άγιο Νικόδημο επειδή δεν είναι Μάξιμος και Παλαμάς, την στιγμή που ήταν, και λόγω των συνθηκών της εποχής του ακόμα, αδύνατον να συμβεί κάτι τέτοιο. Ούτε είναι δυνατόν το αντίθετο, η ταύτιση του αγίου Νικοδήμου με όλη συλλήβδην την παράδοση, την οποία προσπάθησε και εν πολλοίς πέτυχε να διασώσει σε εποχές φοβερά δύσκολες. Η αξία του αγίου Νικοδήμου έγκειται στην υπεράνθρωπη προσπάθειά του να βγάλει στο φως μια παράδοση την οποία, και σήμερα ακόμη, κοπιωδώς πασχίζουμε ν’ αφομοιώσουμε, χωρίς να υπάρχει κανείς (μα απολύτως κανείς!) που θα εδικαιούτο να αποκληθεί (αφ’ εαυτού ή από άλλους) ο μοναδικός και απόλυτος φορέας της. Και είναι άξιον θαυμασμού το γεγονός πως, τελικά, η προσπάθεια αυτή πετυχαίνει να βρει την καρδιά της παράδοσης αυτής: όσον άφορα στην πνευματικότητα, ο αγιορείτης όσιος είναι πράγματι τελικά ένας Ησυχαστής, ο τελευταίος λόγος του, όπως είδαμε, είναι μια σαφής υπέρβαση του Πλατωνισμού, ένα άνοιγμα ζωτικό προς την ησυχαστική πατερική παράδοση.

Ως ανθρώπινο έργο, το εγχείρημα αυτό δεν θα μπορούσε παρά να περιέχει όμως και λάθη και μερικεύσεις. Δεν θα μπορούσε, για παράδειγμα, να ξεφύγει εύκολα απ’ τον κίνδυνο ενός μερικού ιδεολογισμού, μιας ιδεολογικής εν μέρει αντιμετώπισης της παράδοσης ως οργάνου για την απόκτηση ιστορικής και πολιτιστικής ταυτότητας για το υπόδουλο Γένος. Ο φόβος του Νικόδημου, συχνά, για την νεωτερικότητα της εποχής του, οι βεβιασμένες, σποραδικές επιθέσεις του ενάντια στην φιλοσοφία και την επιστήμη του καιρού του, αντανακλούν ακριβώς αυτόν τον ιδεολογισμό. Η ανάμειξη για παράδειγμα του Ησυχασμού με τον Πλατωνισμό είναι ίσως μια ανομολόγητη άμυνα ενάντια στον υλισμό ή την αισθησιοκρατία της εποχής του, εποχή ανάδυσης του Διαφωτισμού, που του φαίνεται επικίνδυνος για την παράδοσή του. Βεβαίως ο άγιος Νικόδημος δεν είχε ούτε την διάθεση ούτε την δυνατότητα αλλά ίσως ούτε και τον χρόνο, καθώς στόχος του υπήρξε η αναβίωση της παράδοσης, ν’ αντιμετωπίσει και ν’ αφομοιώσει κριτικά την θύραθεν επιστήμη και φιλοσοφία της εποχής του. Ούτως ή άλλως η ακολουθήσασα την νίκη του Ησυχασμού κατάρρευση του βυζαντινού ρωμαϊκού Ελληνισμού και η ολέθρια διακοπή της λόγιας παράδοσης εμπόδισε ακριβώς τον νικητή της έριδας Ησυχασμό να διαλεχθεί μ’ ό,τι εκπροσωπούσαν οι ηττηθέντες «δυτικόφρονες» αντίπαλοί του. Ο φόβος για την Δύση αλλά και για την νέα επιστήμη, την θεολογία και την φιλοσοφία που αυτή φάνηκε να κληρονομεί και εις το εξής να καλλιεργεί, δημιούργησε, μαζί με την βαθειά κρίση παιδείας, μιαν απέραντη καχυποψία, μιαν άρνηση διαλόγου, μια δαιμονοποίηση της Δύσης, μιαν άρνηση κριτικής αφομοίωσης όλων όσων η Δύση θετικώς αναζήτησε και επέτυχε και τελικά, στην εποχή μας, έναν ορατό κίνδυνο φονταμενταλισμού, εθνοκεντρισμού και «Ορθοδοξισμού», πού σταδιακά αποκόπτεται απ’ την πραγματικότητα.
Η στάση του αγίου Νικοδήμου εν προκειμένω υπήρξε κάπως αντιφατική, Από την μια σαφείς καταδίκες του Παπισμού και του δυτικού Χριστιανισμού, και από την άλλη μία σαφής πλην ιδιόρρυθμη πρόσληψή του. Τα «Πνευματικά Γυμνάσματα» είναι έργο του Ιγνατίου Loyola, ενώ ο «Αόρατος πόλεμος» του Scupolli, αναπλασμένα και τα δύο, χωρίς όμως να χαθεί εντελώς ο χαρακτηριστικά δυτικός ηθικός και ψυχολογικός πνευματικός ρυθμός τους. Απ’ την άλλη, στην ανθρωπολογία του, θα ήταν δύσκολο να μην παρατηρήσουμε μια σαφή επίδραση (την οποία ωστόσο θέλει να υπερβεί) απ’ την πλατωνίζουσα γραμμή που έχει αφήσει ο Αυγουστίνος στην δυτική πραγματικότητα και ανθρωπολογία και η οποία παραμένει ανεξάλειπτη ατυχώς μέχρι σήμερα στη Δύση μέχρι τον Danielou και μέχρι τους σημερινούς θεωρητικούς της Radical Orthodoxy (Μilbank, Ward, Pickstock). Μόνον ο Μάξιμος ο Ομολογητής, ο Γρηγόριος ο Παλαμάς και ο Συμεών ο Νέος θεολόγος, ερμηνευμένος στο φώς των άλλων δύο, θα μπορούσαν να σταματήσουν όλο αυτό το πλατωνικό κακό σε Δύση και Ανατολή.
Ο ίδιος ο φόβος του αγίου Νικοδήμου για την φιλοσοφική και επιστημονική νεωτερικότητα είναι άλλωστε κοινός και στη δυτική θεολογία της εποχής του. Στην περίπτωση του Αγιορείτη οσίου προστίθεται και ο τραυματισμένος Βυζαντινός, ο οποίος χρειάζεται ιστορική ταυτότητα και αυτό χρειάζεται συχνά έναν αντίπαλο, για να βεβαιωθεί ακριβώς η ταυτότης ως αντίθεση, θα μπορούσε η ελληνική νοοτροπία του 18ου αιώνα να το ξεπεράσει αυτό;
πηγή: π. Νικόλαος Λουδοβίκος, «Ορθοδοξία και εκσυγχρονισμός», εκδ. Αρμός, σ.326-332.
http://www.pemptousia.com/2011/06

Η διάσταση Ενωτικών - Ανθενωτικών και οι συνέπειές της δια το Γένος


Πρωτοπρεσβυτέρου ΓΕΩΡΓΙΟΥ Δ. ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ Ομοτίμου καθηγητού Πανεπιστημίου Αθηνών

Η διάσταση Ενωτικών - Ανθενωτικών
και οι συνέπειές της δια το Γένος*
1. Αποφράς ημέρα δια το Γένος μας δεν είναι μόνον η 29η Μαΐου 1453, αλλά και η 12/13η Απριλίου του 1204, όταν έπεσε η Βασιλεύουσα και η αυτοκρατορία της Νέας Ρώμης-Ρωμανίας στους Φράγκους της Δ' Σταυροφορίας. Υπάρχει, μάλιστα, γενετική σχέση μεταξύ τους. Από το 1204 η Πόλη και σύνολη η Αυ-τοκρατορία δεν μπόρεσε να ξαναβρεί την πρώτη δύνα-μή της. Το φραγκικό κτύπημα εναντίον της ήταν τόσο δυνατό, που έκτοτε η Κωνσταντινούπολη ήταν «μια πόλη καταδικασμένη να χαθεί» (Ελ. Γλύκατζη-Αρβελέρ). Από το 1204 μέχρι το 1453 η αυτοκρατορία μας διανύει την περίοδο της πολιτικής παρακμής και πτωτικής της πορείας. Μετά το 1453 το Γένος χρειαζόταν κάποια δύναμη, που θα εμπόδιζε την αλλοτρίωσή του και θα εξασφάλιζε την ανάκαμψη και επιβίωσή του. Αυτή την δυσκολότατη, αλλά και αναγκαιότατη αποστολή, ανέλαβε η εκκλησιαστική ηγεσία, ως Εθναρχία, με πρώτο το Οικουμενικό μας Πατριαρχείο.
Ο κορυφαίος ιστορικός μας Απόστολος Βακαλόπουλος παρατηρεί, ότι στην διάρκεια της δουλείας μας η Ορθόδοξη Πίστη «ήταν κάτι παραπάνω από θρησκευτικό δόγμα. Ήταν το πνευματικό πλαίσιο, μέ-σα στο οποίο εκφραζόταν η εθνική (τους) συνείδηση, ολόκληρος ο κόσμος τους (= των υποδούλων), που έκλεινε μέσα του το ένδοξον παρελθόν και τις ελπίδες απολυτρώσεως».
Αλλά και ο Ιωάννης Καποδίστριας ομολογούσε, ότι «η χριστιανική θρησκεία εσυντήρησεν εις τους Έλληνας και γλώσσαν και πατρίδα και αρχαίας ενδό-ξους αναμνήσεις, και εξαναχάρισεν εις αυτούς την πολιτικήν ύπαρξιν, της οποίας είναι στύλος και εδραίωμα» (πρβλ. Α' Τιμ. 3, 15).
Πολλά έχουν -ερασιτεχνικά- γραφεί για την ερ-μηνεία της αλώσεως. Πολλές επιθέσεις δέχεται ο Κλήρος, αλλά και ο Μοναχισμός από τις δυνάμεις ε-κείνες, που αναζητούν ευθύνες και ελεγχόμενες συμ-περιφορές κατά τις υπαγορεύσεις της ιδεολογίας τους. Η παραταξιακή συνείδηση οδηγεί και στην ιδεολογι-κή χρήση των πηγών, με συνέπεια την αναίρεση της ιστορικής επιστήμης. Έτσι διαμορφώθηκαν ιδεολο-γήματα, που αναπαράγονται χωρίς υπευθυνότητα, ό-ταν λείπει η πλήρης γνώση των πηγών και η συνδυα-στική ερμηνεία τους. Η συνήθης απάντηση στο ερώ-τημα, που τίθεται από τους κύκλους αυτούς: «γιατί ετούρκεψε το Βυζάντιο», επιρρίπτει την ευθύνη στην μερίδα των Ανθενωτικών, που θεωρούνται υπεύθυνοι για την πτώση της αυτοκρατορίας. Και σ' αυτό οδη-γεί η απολυτοποίηση των φαινομένων, οφειλομένη στην άγνοια των πραγμάτων στο σύνολό τους. Αποτέλεσμα, η «αγιοποίηση» της αντιπάλου μερίδας των Ε-νωτικών, η διχαστική θεώρηση της Ιστορίας και η α-δυναμία αντικειμενικής ερμηνείας της. Και είναι γε-γονός, ότι η διάσταση Ενωτικών-Ανθενωτικών ήταν πραγματική και μπορεί να θεωρηθεί ως ο πρώτος σο-βαρός διχασμός στην νεώτερη ιστορία μας, αλλά και ρίζα όλων των κατοπινών εξελίξεων. Γι' αυτό ακριβώς, η κατά το δυνατόν πληρέστερη κατανόησή της προσφέρει ένα ασφαλές κλειδί στην ερμηνεία και ό-λων των μεταγενεστέρων διχασμών στην πορεία του Γένους-Έθνους μας.

2. Η διάσταση Ενωτικών-Ανθενωτικών υποστασίωνε την διπλή στάση του Γένους έναντι της Δύσε-ως, κυοφορήθηκε δε στην «καθ' ημάς Ανατολή» μετά το μεγάλο σχίσμα του 1054. Είναι δε χαρακτηριστικό, ότι και όλοι οι μετέπειτα εθνικοί διχασμοί μας θα έχουν σημείο αναφοράς την Δύση και στην στάση μας απέναντί της. Αποφασιστικά επηρέασε την στάση της ορθοδόξου Ανατολής έναντι της Δύσεως η άλω-ση του 1204 και ο θεσμός της Ουνίας (μετά το 1215), ως πολιορκητικής μηχανής της Φραγκίας στην Ελλη-νορθόδοξη Ανατολή. Το φιλοδυτικό ρεύμα αποτελού-σαν κυρίως διανοούμενοι και πολιτικοί, ουνίτες ή ουνιτίζοντες. Οι πρώτοι, διότι ταυτίζονταν στις θεω-ρητικές τους αναζητήσεις με τους Δυτικούς σχολαστι-κούς, ενώ οι δεύτεροι και για λόγους σκοπιμότητας (προσδοκία στρατιωτικής βοήθειας στην αντιμετώπι-ση του οθωμανικού κινδύνου). Οι Ανθενωτικοί, δηλα-δή, ο Κλήρος, οι Μοναχοί και το ευρύ Λαϊκό σώμα, διατηρούσαν μόνιμη, μετά το 1204, δυσπιστία έναντι της Δύσεως. Ο «αντιδυτικισμός», βέβαια, δεν ήταν αθεμελίωτος, ούτε οφειλόταν σε απλή μισαλλοδοξία. Στηριζόταν σέ πολύ καλή γνώση της φραγκολατινικής Δύσεως και των μονίμων διαθέσεών της απέναντι στην Ανατολή, που δεν άλλαξε μέχρι σήμερα. Ο αντιδυτικισμός της Ανατολής συνιστούσε περισσότερο αυτοάμυνα και αυτοπροστασία. Είχε ερείσματα πνευ-ματικά και κοινωνικοπολιτικά. Την επίγνωση της πνευματικής αλλοτριώσεως της χριστιανικής παράδο-σης στην Δύση, του φραγκικού επεκτατισμού και της εκφράγκευσης του πατριαρχείου της Παλαιάς Ρώμης (1046), ως και της μεταβολής του σε παπικό-κοσμικό κράτος, με όλες τις ευνόητες συνέπειες, ως σήμερα! «Είναι το Βατικανό Εκκλησία;», ήταν το ρητορικό ε-ρώτημα του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Σεραφείμ. Εξ άλλου, συνείδηση των Ανθενωτικών ήταν, ότι την Ελληνορθόδοξη ταυτότητα δεν την απειλούσαν τόσο οι Οθωμανοί, όσο οι Φραγκολατίνοι. Η συνείδηση αυτή των Ανθενωτικών θα κωδικοποιηθεί στο κήρυγ-μα του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού (18ος αι). «Και διατί δεν ήφερεν ο Θεός άλλον βασιλέα, που ήταν τό-σα ρηγάτα εδώ κοντά να τους το δώση, μόνο ήφερε τον Τούρκον μέσαθεν από την Κόκκινην Μηλιά και του το εχάρισεν; Ήξερεν ο Θεός πως τα άλλα ρηγάτα μας βλάπτουν εις την πίστιν, και (= ενώ) ο Τούρκος, δεν μας βλάπτει. Άσπρα δώσ' του και καβαλλίκευσέ τον από το κεφάλι. Και δια να μη κολασθούμεν, το έδωσε του Τούρκου και τον έχει ο Θεός τον Τούρκον ωσάν σκύλον να μας φυλάη...».

Ο Πατροκοσμάς έδινε, έτσι, απάντηση στους φιλενωτικούς, χωρίς μάλιστα να μπορεί να κατηγορηθεί ως εχθρός του Λαού ή εθελόδουλος. Οι φιλενωτικοί, αντίθετα, πιστεύοντας στις υποσχέσεις της «χριστια-νικής» Ευρώπης και δεμένοι ιδεολογικά μαζί της, ή-σαν πρόθυμοι να μειοδοτήσουν στο θέμα της πίστης, με υποθετικά πολιτικά ή προσωπικά ανταλλάγματα. Γι' αυτούς η πίστη δεν ήταν πια υπόθεση εμπειρίας και στάση ζωής, αλλά ιδεολογία θρησκευτική, υπο-κείμενη στους οποιουσδήποτε «ιστορικούς συμβιβα-σμούς». Οι φιλενωτικοί μας εκληροδότησαν το «ευρωπαϊκό σύνδρομο» και την θεώρηση της Δύσεως ως της «καθολικής μας μητρόπολης», κατά τον αείμνη-στο Κωστή Μοσκώφ.
Ο Στήβεν Ράνσιμαν δικαιώνει τους Ανθενωτικούς, ως ρεαλιστές και νηφάλιους εκτιμητές της κατα-στάσεως: «Οι Βυζαντινοί διανοούμενοι, που είχαν α-πορρίψει την δυτική βοήθεια, η οποία υπό τις καλύτε-ρες συνθήκες θα είχε διασώσει ένα μικρό τμήμα του ορθοδόξου εδάφους και η οποία περιελάμβανε την έ-νωση της Εκκλησίας με την Ρώμη και κατά συνέπεια την επέκταση των διαιρέσεων εντός της Εκκλησίας, δικαιώθηκαν. Η ακεραιότητα της Εκκλησίας διατη-ρήθηκε και με αυτήν η ακεραιότητα του ελληνικού λαού»!

Στο σημείο αυτό χρειάζεται μία διευκρίνηση, που προσφέρει το ερμηνευτικό κλειδί της πολιτικής του Γένους-Έθνους μας ως τον 19ον αιώνα. Η συνάντη-ση με την «Φραγκιά» (κορύφωση το 1204), καθόρισε και την στάση έναντι της εξ Ανατολών απειλής, δη-λαδή των Οθωμανών. Το Έθνος, συναισθανόμενο τον τουρκικό κίνδυνο, στρεφόταν προς την Δύση (στάση Ενωτικών), διαβλέποντας όμως τον φραγκικό κίνδυνο, χωρίς να αποδέχεται την οθωμανική εξουσία, αλλά και χωρίς να μπορεί να την αποτινάξει «ά-χρι καιρού», προτιμούσε, κατά τον λόγο του Πατροκοσμά, τον Τούρκο, που δεν απειλούσε την ιστορική ταυτότητά του, αλλά επέτρεπε την ιστορική συνέχειά του. Πρέπει δε να λεχθεί, ότι κακώς χαρακτηρίζονται Ανθενωτικοί οι αντιδρώντες στην συλλογική-καθολική εκφράγκευσή μας. Διότι και αυτοί ήσαν ενωτικοί, αφού την ένωση ζητούσαν, με τρόπο ειλικρινή και δυ-ναμικό, αλλά ένωση αυθεντική, πάνω στην βάση της ορθής πίστεως και ορθοδοξοπατερικής παραδόσεως. Το αμετανόητο και η υπουλότητα της Δύσεως εσκλήρυνε την στάση τους. Με αυτή την έννοια οι θεωρού-μενοι ως αντιδυτικοί άγιοί μας Μ. Φώτιος, Γρηγόριος Παλαμάς και Μάρκος ο Ευγενικός, είναι οι μεγαλύτε-ροι ευεργέτες της Ευρώπης, όπως μας εδόθη η ευκαι-ρία αλλού να αναπτύξουμε. Γι' αυτό και κάθε ενωτική προσπάθεια έξω από τις προϋποθέσεις των τριών αυ-τών Αγίων Πατέρων και η κατάφαση και αποδοχή της Δύσεως, ως έχει, δεν θα είναι παρά θλιβερή και ο-λέθρια επανάληψη της Ψευδοσυνόδου της Φλωρεντίας.
Εξ άλλου, απορρίπτοντας οι Ανθενωτικοί την δυτική «φιλία» και «συμμαχία», δεν μπορούν να χαρα-κτηρισθούν άνευ ετέρου «τουρκόφιλοι». Η δουλικό-τητα των διανοουμένων έναντι της «Φραγκιάς» ήταν γι' αυτούς ουσιαστική απειλή. Η φιλενωτική πολιτι-κή αυτοκρατόρων, όπως ο Μιχαήλ Η' Παλαιολόγος (13ος αι.) ή ο Ιωάννης Ε' Παλαιολόγος (εφράγκευσε το 1369), συνιστούσαν προκλήσεις ανυπέρβλητες, αλλά και αποκαλυπτικές. Τους φόβους αυτούς ενίσχυσε ακόμη περισσότερο η πολιτική και των λοιπών Παλαιολόγων. Η κατάκτηση «βυζαντινών» εδαφών από τους Οθωμανούς δεν εθεωρείτο απώλεια για την αυτοκρατορία, εφ' όσον στα εδάφη αυτά συνεχιζόταν η ενότητα της Εκκλησίας, η οποία πνευματικά διέσωζε και την συνέχεια της Ρωμανίας. Η Φραγκοκρατία ό-μως απέδειξε ότι δεν συνέβαινε το ίδιο και στις φραγκοκρατούμενες περιοχές, που με τον διωγμό της ορθοδόξου Εκκλησίας, αν δεν την διέκοπταν, τουλάχιστον καθιστούσαν την συνέχεια αυτή ιδιαίτερα δύ-σκολη. Είναι κοινή, άλλωστε, η γνώμη των βυζαντι-νολόγων, ότι στην κατάσταση που βρισκόταν στα μέ-σα του 15ου αιώνα η αυτοκρατορία, και αν δεν έπεφτε στους Οθωμανούς, θα καταντούσε ένα απλό προτεκτοράτο των δυτικών Κρατών ή του Πάπα.

3. Η ιδεολογική αυτή αντίθεση (Ενωτικών-Ανθενωτικών), προσδιοριζόμενη -όπως είπαμε- από την στάση έναντι της Φραγκικής Ευρώπης, ενσαρκώθηκε σε ηγετικές μορφές, σε σχήματα δυαδικά, που διαμόρ-φωναν και την ευρύτερη λαϊκή ιδεολογία στην εποχή τους. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος και Λουκάς Νοτα-ράς, άγιος Μάρκος ο Ευγενικός και Καρδινάλιος Βησσαρίων, Γεννάδιος Σχολάριος και Γεώργιος Γεμιστός-Πλήθων. Οι στάσεις των προσώπων αυτών σφράγισαν την κατοπινή πορεία του Έθνους, συνεχιζόμενες με διάφορα ονόματα, με το ίδιο όμως περιεχόμενο. Έτσι, εμφανίσθηκαν η Ανατολική και Δυτική Παράταξη ήδη στην δουλεία, που φθάνουν μέχρι την εποχή μας. Τί άλλο εκπροσωπούσαν ο Θεόκλητος Φαρμακίδης και ο Κωνσταντίνος Οικονόμος τον 19ο αιώνα; Στο ίδιο ιδεολογικό δίπολο εντάσσεται και ο Διχασμός του 1916 (Βενιζελικοί-Βασιλικοί), η εμφυλιακή σύγκρουση από το 1944 (αστοί-κομμουνιστές), με κάποιες φυσικά μικρές αποχρώσεις ή διαφοροποιή-σεις. Οι διαμορφούμενες όμως στο Έθνος παρατάξεις λειτουργούν μόνιμα με τις ίδιες προϋποθέσεις, την στάση απέναντι στην ορθόδοξη παράδοση και τις δυτικές προκλήσεις. Η αντίθεση, βέβαια, Βενιζελικών-Βασιλικών το 1916 ήταν η συνέπεια της αποδοχής των ενδοδυτικών διαιρέσεων και της ελληνοποίησής τους, ενώ το 1944 το Έθνος φαινομενικά διαιρέθηκε -και πάλι- σε φιλοδυτικούς και ανατολικούς, διότι το μαρξιστικό σύστημα είναι και αυτό γέννημα της δυτικοευρωπαϊκής διαλεκτικής, που μεταφυτεύθηκε στην ορθόδοξη Ανατολή, όπως και ο αστισμός. Απλούστατα η Ανατολική Παράταξη, που παλαιότερα ταυτιζόταν με την ορθόδοξη Ρωσία, συνέχισε και μετά το 1917 να μένει φιλορωσική (φιλοσοβιετική), ταυτιζόμενη μόνο σε ένα μικρό ποσοστό της με την μαρξιστική ιδεολογία. Η ίδια αντίθεση Ενωτικών-Ανθενωτικών συνεχίζεται και στην διάσταση σήμερα ευρωπαϊστών-αντιευρωπαϊστών, όταν βέβαια, το υπόβαθρο μένει πνευματικό, όπως τον 15ον αιώνα, οπότε μπορεί να γίνεται λόγος για διάσταση παραδοσιακών (ορθοδόξων) και αντιπαραδοσιακών, που έχει εισέλθει ήδη και στον πολιτικό χώρο, ως αντίθεση παραδοσιακών-εκσυγχρονιστών (όλων των κομμάτων). Σημα-σία έχει ότι σε όλα αυτά τα αντιθετικά σχήματα η «Δύση» και η στάση απέναντί της βρίσκεται στην βά-ση των πραγμάτων.

4. Ακριβώς στο σημείο αυτό φαίνεται η επικαιρότητα της 29ης Μαΐου για την σημερινή πραγματικότητα και τις σύγχρονες σχέσεις. Διότι οι συμπεριφορές των προσώπων αποκαλύπτουν και τον τρόπο, κα-τά τον οποίο λειτουργεί κάθε φορά ο εθνικός διχασμός, αλλά και τις συνέπειές του για το Γένος-Έθνος. Είναι γεγονός, ότι παρά την αντίθεση ο διχασμός μπορεί να αποβεί ευεργετικός προς το Έθνος, όταν οι αντιθέμενοι ταυτίζονται με αυτό και εργάζονται γι' αυτό, μη ταυτιζόμενοι με τα ξένα συμφέροντα. Τις δύο παρατάξεις συνδέει τότε η κοινή αγάπη προς το Έθνος, η δε επιλογή διαφορετικών οδών πορείας και στρατηγικής αποβλέπει μόνο στην σωτηρία του Γένους-Έθνους (Salus Patriae). Κλασικά παραδείγματα οι δυάδες Κωνσταντίνου Παλαιολόγου - Λουκά Νοταρά και Γενναδίου - Πλήθωνος. Λυδία λίθος δε στην διακρίβωση αυτή είναι η συνεργασία τους στην απόκρουση των εναντίων. Αλλ' ας εξετάσουμε χωριστά τις συμπεριφορές αυτών των προσώπων.

Ο αυτοκράτορας της οδύνης Κωνσταντίνος ΙΑ' Παλαιολόγος (1404-1453) αναδείχθηκε νέος Λεωνίδας του Έθνους. Το δικό του «Μολών λαβέ» εκφράστηκε με τα λόγια: «Το την πόλιν σοι δούναι ουκ εμόν εστιν... Κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν και ου φεισόμεθα της ζωής ημών». Κανείς, λοιπόν, δεν μπορεί να αμφισβητήσει τον πατριωτισμό του, μολονότι έλαβε μέρος στην ουνιτική λειτουργία της 12ης Δεκεμβρίου 1452, στην οποία αναγνώσθηκε το ουνιτικό διάταγμα της Φλωρεντίας. Ο λαός πάγωσε! Ο ίδιος ο αυτοκράτορας το άκουσε μουδιασμένος. Και όλα αυτά ακριβώς έξι μήνες πριν την άλωση...
Αντίθετα, ο Μέγας Δουξ Λουκάς Νοταράς από την ανεύθυνη και παραταξιακή ιστοριογραφία χαρακτηρίζεται φιλότουρκος. Είναι, βέβαια, γεγονός, ότι στην ένωση με το φραγκολατινικό στοιχείο, στην οποία φάνηκε συγκαταβατικός και υποχωρητικός για πολιτικές σκοπιμότητες ο Κωνσταντίνος, ο Νοταράς έβλεπε την εξαφάνιση του Γένους. Γι' αυτόν ο οθωμανικός και ισλαμικός κίνδυνος δεν έπαυε μεν να είναι κίνδυνος, αλλά όχι τόσο δυνατός, ώστε να επηρεάσει το Γένος αποφασιστικά. Επειδή όμως εξ ίσου αγαπούσε και αυτός το Γένος-Έθνος, αναδείχθηκε, παρά την ιδεολογική αντίθεσή του, μεγάλος πατριώτης. Ο Λουκάς Νοταράς υπήρξε μια υπέροχη στην τραγικότητά της Μορφή. Ρεαλιστικότερος μάλιστα του αυτοκράτορα, δεν έτρεφε ψευδαισθήσεις, όπως οι ρομαντικοί φιλενωτικοί. Γνώριζε καλά την μετακαρλομάγνεια Ευρώπη και τους αντιρωμαίικους και ανθελληνικούς στόχους της. Πάλαιψε όμως και αυτός ηρωικά για την απόκρουση του οθωμανικού κινδύνου, απορ-ρίπτοντας στην πράξη κάθε κατηγορία για εθελοδουλία. Αλλά και άλλοι «Ανθενωτικοί», όπως ο μοναχικός κόσμος, βοηθούσε τους αμυνομένους και αυτές ακόμη οι μοναχές. Ο ανθενωτικός Νοταράς, μάλιστα, δεν δίστασε να συμπράξει με τον τραγικό αυτοκράτορα, υπογράφοντας (το 1451) έκκληση προς τον Πάπα για την σύγκληση νέας συνόδου («συνάξεως») με στόχο την εξασφάλιση βοήθειας. Η Ρώμη όμως δεν πείσθηκε!

Κατά τον αληθινό επιστήμονα Στήβεν Ράνσιμαν («Η άλωση της Κωνσταντινουπόλεως», σ. 151) ο Νοταράς πολέμησε ηρωικά. «Με τις εφεδρείες του στάλθηκε να βοηθήσει στην άμυνα, που ήταν καλά οργανωμένη στις ακτές». Εξ άλλου, δύο γιοι του Νοταρά έπεσαν μαχόμενοι στις επάλξεις μαζί με τον αυτοκράτορα. Η πραγματικότητα όμως επεφύλασσε στον δυστυχή πατέρα ακόμη μεγαλύτερη τραγωδία. Πάλι κατά τον Ράνσιμαν, αντικειμενικό εκτιμητή των πηγών: «Η καλοσύνη, που είχε δείξει ο Μεχμέτ στους υπουργούς του αυτοκράτορα, δεν κράτησε πολύ. Είχε πει ότι θα έκανε τον Λουκά Νοταρά κυβερνήτη της Κωνσταντινουπόλεως. Άν ποτε αυτό υπήρξε η πραγματική του πρόθεση, σε λίγο άλλαξε γνώμη. Η γενναιοφροσύνη του κολωβονόταν πάντοτε από την υ-ποψία και διάφοροι σύμβουλοι του συνέστησαν να μην έχει εμπιστοσύνη στον Μέγα Δούκα. Έβαλε την αφοσίωσή του (του Νοταρά) σε δοκιμασία. Πέντε μέρες μετά την πτώση της Πόλης έκανε ένα συμπόσιο. Κατά την διάρκεια του συμποσίου και ενώ είχε βαρύνει από το κρασί, κάποιος του ψιθύρισε, ότι ο δεκατετράχρονος γιος του Νοταρά ήταν εξαιρετικά ωραίος. Ο Σουλτάνος έστειλε αμέσως έναν ευνούχο στο σπίτι του μεγάλου Δούκα, απαιτώντας να του στείλει τον γιο του. Ο Νοταράς (...) αρνήθηκε να θυσιάσει το παιδί του σε τέτοια τύχη. Αμέσως κατέφθασε η αστυνομία και έφερε τον Νοταρά με το γιό του και το νεαρό γαμπρό του, γιο του μεγάλου δομέστιχου Ανδρονίκου Καντακουζηνού, μπροστά στον σουλτάνο. Όταν και πάλι ο Νοταράς αρνήθηκε να συμμορφωθεί προς την επιθυμία του σουλτάνου, ο τελευταίος έδωσε διαταγή ν' αποκεφαλισθούν και οι τρεις επί τόπου. Ο Νοταράς ζήτησε μόνο ν' αποκεφαλισθούν οι νέοι πριν απ' αυτόν, μήπως η θέα του θανάτου του τους έκανε να δειλιάσουν. Όταν σφάχθηκαν και οι δύο, γύμνωσε το λαιμό του στο σπαθί του δημίου»!
Οι παραταξιακοί ιστοριογράφοι, γράφοντας λιβελογράφημα και όχι ιστορία, για να δικαιώσουν την στάση τους, στηρίζονται στα περί Νοταρά στην διήγηση του μεγάλου αντιπάλου του, εχθρού του στην ουσία, του μεγάλου δούκα, Γεωργίου (Σ)Φραντζή. Ο λιβελογραφικός χαρακτήρας της «ιστορίας» τους βεβαιώνεται από την παραθεώρηση και αποσιώπηση όλων των άλλων πηγών, που αξιοποιεί στο έπακρο ο αυ-θεντικός ιστορικός Στήβεν Ράνσιμαν στο έργο του «Η άλωση της Κωνσταντινουπόλεως», το οποίο δι' ευνοήτους λόγους ελάχιστα ή καθόλου λαμβάνουν υπόψη οι δικοί μας λιβελογράφοι. Την ιστορική όμως απαξία του έργου του Φραντζή κατέδειξε με τρόπο καθαρό επιστημονικό ο αείμνηστος διδάσκαλός μου Νικόλαος Τωμαδάκης στο κλασικό έργο του Περί της Αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως (Αθήναι, 1953, β' έκδ. 1980).
Εξ άλλου, κατά τον Ράνσιμαν, «η αποδιδόμενη σ' αυτόν (= τον Λ.Ν.) από τους εχθρούς του φράση: καλύτερο το σαρίκι του Σουλτάνου από την καλύπτρα την παπική, δεν είναι σήμερα τόσο σκανδαλώδης, όσο φαίνεται εκ πρώτης όψεως».
Όπως όμως είπε ο αρχαίος ρήτοράς μας Ισοκράτης, «κοινή η τύχη και το μέλλον αόρατον»! Η τύχη των λοιπών μελών της οικογενείας του Νοταρά ταυτίσθηκε με την τύχη των μελών της οικογένειας του Φραντζή. Η σύζυγος και η θυγατέρα του Νοταρά αιχμαλωτίσθηκαν και «αποτέλεσαν μέρος της μεγάλης φάλαγγας των αιχμαλώτων, που συνόδεψαν την Αυλή κατά την επιστροφή της στην Αδριανούπολη. Η σύζυγος του Νοταρά πέθανε στο δρόμο στο χωριό Μεσσήνη. Ήταν από αυτοκρατορική καταγωγή και η μεγαλύτερη κυρία στο Βυζάντιο μετά τον θάνατο της αυτοκράτειρας-μητέρας και απολάμβανε βαθύτατο σεβα-σμό, ακόμα και από τους αντιπάλους του Νοταρά, για την αξιοπρέπεια και τη φιλανθρωπία της». Και συνεχίζει ο Ράνσιμαν: «Ο Φραντζής, που το μίσος εναντίον του Νοταρά, δεν έσβησε, ούτε και με τις αμοιβαίες συμφορές τους, αντιμετώπισε και ο ίδιος παρόμοια τραγωδία. Έγινε επί δεκαοκτώ μήνες σκλάβος στο σπίτι του αρχηγού του ιππικού του σουλτάνου, πριν κατορθώσει να εξαγοράσει την ελευθερία του και της συζύγου του, αλλά τα δύο του παιδιά, που τα είχε βαπτίσει ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος, κλείσθηκαν στο χαρέμι του σουλτάνου! Η κόρη του Θάμαρ πέθανε εκεί σε παιδική ηλικία. το αγόρι σφάχθηκε από τον σουλτάνο, γιατί αρνήθηκε να υποκύψει στις ακόλαστες επιθυμίες του» (Ράνσιμαν, σ. 203).

5. Ποιος μπορεί να μιλήσει, λοιπόν, για «προδοσία» και έλλειψη πατριωτισμού στην περίπτωση του Νοταρά; Μολονότι απέκρουσε τον φιλοπαπισμό του αυτοκράτορα και τον ουνιτισμό του, δεν υστέρησε σε φιλοπατρία και αυτοθυσία. Οι ιδεολογικές αντιθέσεις υποχώρησαν μπροστά στον κίνδυνο της Πατρίδας και την ανάγκη υπερασπίσεώς της. Ανάλογα όμως ισχύουν και στην περίπτωση της άλλης δυάδας, του Πατριάρχου Γενναδίου και του Γεωργίου Πλήθωνος/Γεμιστού.
Ο Γεννάδιος επιτέθηκε με σφοδρότητα στην θρησκευτική επιλογή του Πλήθωνος, που θέλησε να ανα-στήσει την αρχαία ελληνική θρησκεία, καίοντας συμ-βολικά με αποτροπιασμό χειρόγραφο των Νόμων του Γεμιστού. Διέσωσε όμως όλο το τμήμα, που δεν είχε σχέση με την θρησκεία. Πόσο μάλλον, που ο Πλήθων, μιμούμενος τον Πλάτωνα, επέβαλλε με το βιβλίο αυτό ποινή θανάτου σ' αυτόν, που δεν θα δεχόταν την θρησκεία του! Με βάση αυτές τις προϋποθέσεις κα-τανοούνται οι κλασικές φράσεις των δύο αντιπάλων. Γεννάδιος: «Ουκ αν φαίην Έλλην είναι, ότι χριστια-νός ειμί». Πλήθων: «Έλληνές εσμεν το γένος, ως η τε φωνή και η πάτριος παιδεία μαρτυρεί». Ο πρώτος όμως δήλωνε, ότι δεν είναι ειδωλολάτρης, ενώ ο δεύτε-ρος μαρτυρούσε την καταγωγή του. Την καταγωγή ό-μως αυτή δεν την ηρνείτο και ο ελληνικότατος στην παιδεία του Γεννάδιος, από αγάπη δε στον ίδιο Ελλη-νισμό επέδειξαν και οι δύο την ίδια στάση έναντι του Γένους-Έθνους στην Σύνοδο Φερράρας-Φλωρεντίας (1438/39). Στον διάλογο με τον Λατινισμό συμπεριελήφθη και ο Πλήθων ως ικανότατος φιλόλογος και παλαιογράφος. Και αυτός ανταποκρίθηκε με προθυμία, διότι πίστευε ότι ο Παπισμός απειλούσε τον Ελληνισμό. Σ' αυτό ταυτιζόταν απόλυτα ο Πλήθων με τον Γεννάδιο, αλλά και τον Μάρκο τον Ευγενικό, με τον οποίο, έδωσε κοινή μάχη στην Σύνοδο, για να α-ποδειχθούν οι πανουργίες των Λατίνων. Γι' αυτό μεταξύ εκείνων, που απέσυραν την υπογραφή τους για την ένωση, ήταν και ο Πλήθων. Η αποστροφή προς τον Παπισμό ήταν στα πρόσωπα αυτά κοινή, διότι εκεί εντόπιζαν την μεγαλύτερη απειλή για το Γένος, έστω και αν την αντιμετώπιζαν διαφορετικά, ο Πλήθων με στροφή στην ελληνική αρχαιότητα, ο Μάρκος δε και ο Γεννάδιος με την διάσωση της ελληνικότητας μέσω της πατερικής Ορθοδοξίας.
Βέβαια θα μπορούσε να λεχθεί, ότι αγάπη προς το Έθνος φαινομενικά είχε και ο Καρδινάλιος Βησσαρίων. Η προσχώρησή του όμως στον Παπισμό και η υποστήριξη εκ μέρους του της Ουνίας και η προπαγάνδισή της στο Γένος, απέδειξαν το μεγάλο λάθος της επιλογής του, όπως και όλων των λατινοφρόνων. Ο Βησσαρίων είναι αρχέτυπος μιας άλλης διαστάσεως των διχασμών μας. Αναμφίβολα δεν αγαπούσε το Γένος, όπως ο Πλήθων, διότι ουσιαστικά το παρέδιδε στις δυνάμεις εκείνες, που απεργάζονταν την ιστορι-κή εξαφάνισή του. Αρκεί να σκεφθεί κανείς τις χιλιάδες των αποδεχθέντων τον Παπισμό ή την Ουνία στη Μεγάλη Ελλάδα, στους μετέπειτα αιώνες. Μαζί με την Ορθοδοξία έχασαν και την γλώσσα τους, και από τον Ελληνισμό τους μόνο η ανάμνηση τους έμεινε και η νοσταλγία. Από την άλλη πλευρά, ούτε ο άγιος Μάρκος, ούτε ο Πλήθων μπορούν να χαρακτηρισθούν φιλότουρκοι, μολονότι ο δεύτερος για λόγους τακτικής, προέτεινε σε κάποια στιγμή την δημιουργία δυαδικής αυτοκρατορίας μεταξύ Ελλήνων και Οθωμανών, για την διάσωση του Γένους και της αυτοκρατορίας. Η πρόταξη του Έθνους στα παραπάνω πρόσωπα ήταν δεδομένη, έστω και αν κάποιοι αστόχησαν στις επιλογές τους.
Η ταύτιση όμως με αλλότριες δυνάμεις και μάλιστα εκείνες, που επιβουλεύονται ή μπορούν να βλάψουν καίρια το Έθνος, είναι το μεγάλο πρόβλημα. Σ' αυτές τις περιπτώσεις, που θα πληθυνθούν στους τελευταίους αιώνες της Οθωμανοκρατίας, η συνεργασία με τις ξένες δυνάμεις θα υπερβεί τα όρια της συμμαχίας, μεταβαλλόμενη αυτόχρημα σε υποταγή, που σήμαινε ταυτόχρονα απώλεια για το Έθνος. Αυτό δήλωναν οι ειδικοί όροι, που πλάσθηκαν στα χρόνια της δουλείας: τουρκεύω ή τουρκίζω και φραγκεύω ή φραγκίζω. Σημασία δε έχει, ότι οι όροι αυτοί υπονοούσαν, ότι η ταύτιση με τις εχθρικές δυνάμεις συνετελείτο με την απώλεια της Πίστεως-Ορθοδοξίας. Αυτό δε, συνέβαινε ακόμη και στην περίπτωση διασώσεως της γλώσσας, που, όπως τα πράγματα αποδεικνύουν, δεν αρκεί, να σώσει την εθνική ταυτότητα. Οι Καππαδόκες λ.χ. στην Μικρασία έχασαν την γλώσσα τους, αλλά μέσω της Ορθοδοξίας διετήρησαν τον ελληνισμό τους. Αντίθετα, οι Βαλαάδες στην Δυτική Μακεδονία διετήρησαν την γλώσσα, αλλά ετούρκευσαν, όταν έχασαν την πίστη τους, την Ορθοδοξία. Το 1821 δικαιώθηκε ο Μάρκος ο Ευγενικός και όχι ο Βησσαρίων, όπως απέδειξε ο αείμνηστος Θεοδόσιος Σπεράντζας.

6. Οι διχασμοί στην εποχή της αλώσεως, μένοντας στα όρια της ιδεολογίας, δεν απέβαιναν βλαπτικοί για το Έθνος-Γένος. Το αντίθετο όμως συνέβαινε, όταν συνετελείτο προσχώρηση στις επιβουλευόμενες το Έθνος δυνάμεις, που προϋπέθετε και την εσωτερική ταύτιση μαζί τους. Αυτό θα ισχύει έκτοτε ως αμετακίνητος κανόνας. Η πρόταξη του Έθνους παράγει εθνοκεντρικότητα και προσήλωση σ' αυτό μέχρις εσχάτων. Ο Μάρκος Εφέσου, ο Πατριάρχης Γεννάδιος, ο Πλήθων ήσαν εθνοκεντρικοί. Ο Βησσαρίων, κατά την δική μας εκτίμηση, όχι.
Ο πατριάρχης Γεννάδιος, ο Πλήθων, ο άγιος Μάρκος, ο Λουκάς Νοταράς προέταξαν το Έθνος, όπως ακόμη και ο μαρτυρικός αυτοκράτοράς μας Κωνσταντίνος Παλαιολόγος. Η αναζήτηση εξωτερικής βοήθειας δεν σήμαινε γι' αυτούς υποταγή ή σχετικοποίηση του Έθνους στην συνείδησή τους. Η εθνοκεντρικότητα, εξ άλλου, είναι το απαραίτητο θεμέλιο κάθε εξωτερικής πολιτικής. Η συνείδηση του προτεκτοράτου, που καλλιεργήθηκε μετά την ίδρυση του Ελληνικού Κράτους (1830), οδήγησε επανειλημμένως στην υπόταξη του εθνικού συμφέροντος στο συμφέρον της οποιασδήποτε «προστατευούσης Δυνάμεως» και στην υποταγή σε ξένα κέντρα λήψεως αποφάσεων. Και αυτό συχνά με το πρόσχημα του διεθνισμού, που σήμερα έγινε οικουμενισμός και παγκοσμιοποίηση. Αληθινή όμως οικουμενική συνείδηση μπορεί να υπάρξει μόνον εκεί, όπου ισχύει η αγάπη προς το Έθνος. Ο άνθρωπος χωρίς πατρίδα και εθνική συνείδηση δεν είναι παρά οικουμενικός τυχοδιώκτης και πλάνης στην έρημο του ατομισμού του.
Η εφαρμογή, συνεπώς, εθνοκεντρικής πολιτικής είναι ιδιαίτερα σήμερα αναγκαία, ως προϋπόθεση ιστορικής επιβιώσεως τόσο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, όσο και στην πλανητική κοινωνία της Νέας Εποχής και της Νέας Τάξεως πραγμάτων. Οι αλώσεις του 1204 και του 1453 απειλούσαν γεωγραφικά σύνορα και προκάλεσαν δουλείες σωμάτων. Η ψυχή και το φρόνημά μας, έμειναν αδούλωτα και γι' αυτό επιβιώσαμε, κατορθώνοντας να φθάσουμε στο 1821. Σήμερα τα σύνορά μας βρίσκονται στην ψυχή μας. Αυτή απειλείται με νέα (τρίτη) άλωση. Η Υπερδύναμη της Νέας Εποχής, με όλες τις συνιστώσες της, έχει αποβεί «καθολική μας μητρόπολη» και μόνιμο σημείο αναφοράς, καθορίζοντας και προσδιορίζοντας σύνολο τον εθνικό μας βίο, και αυτό το φρόνημά μας, με την εξωπροσδιοριζόμενη παιδεία. Χρειάζεται συνεπώς παράλληλη καλλιέργεια της εθνοκεντρικότητας, όχι ως σοβινιστική εχθρότητα, αλλ' ως λυτρωτικό αντίβαρο στον οικουμενιστικό οδοστρωτήρα (πολιτικά και πνευματικά), που ισοπεδώνει το φρόνημα και εκθεμελιώνει τα σύνορα των ψυχών και συνειδήσεών μας.
Και σήμερα υπάρχει η μερίδα των Λατινοφρόνων-Ενωτικών και των Ανθενωτικών, φίλων της Ενώσεως και αγαπώντων τους Λατίνους και όλον τον κόσμον, αλλ' εν Αληθεία. Η διάσταση αυτή συνεχίζεται και στον εκκλησιαστικό και τον πολιτικό μας χώρο. Οι Λατινόφρονες και των δύο χώρων έχουν φραγκεύσει, όπως έχει αναπτύξει σε ειδικό βιβλίο του ο αγαπητός συνάδελφος και συναδελφός π. Θεόδωρος Ζήσης. Οι θεολογικά εκφραγκευμένοι διεξάγουν διάλογο ουνιτικό, δεχόμενοι τον Πάπα ως κανονικό επίσκοπο της Εκκλησίας του Χριστού και τον «μνημονεύουν», πολλοί δε από αυτούς έχουν προχωρήσει στην ένωση με τον Παπισμό, κοινωνώντας με τους Παπικούς, όπως ομολόγησε ήδη το 1971 ο Πατριάρ-χης Αθηναγόρας και πειστικά έχει υποστηρίξει, σε πρόσφατο βιβλίο του, ο συνάδελφος κ. Αθανάσιος Σακαρέλλος. Οι πολιτικοί Λατινόφρονες και φραγκεύσαντες θεωρούν την Ελλάδα προτεκτοράτο, άλλοτε κάποιας Μεγάλης Δυνάμεως και σήμερα της κυριάρχου Δυνάμεως της Νέας Εποχής, ζώντες και ενεργούντες πάντοτε με την συνείδηση του «υπό προστασίαν» τελούντος, πρόθυμοι ανά πάσαν στιγμήν να ενδώσουν, παραδίδοντες τα πάντα στην διάθεση των «Προστατών» μας, μη δυνάμενοι πλέον να «φυλάσσουν Θερμοπύλες».

Οι Ανθενωτικοί της εποχής μας, όσοι διατηρούν την αυθεντικότητα των Αγίων μας, μένοντας ξένοι προς κάθε έννοια φανατισμού και μισαλλοδοξίας, ταυτίζονται με την «μαγιά» του Μακρυγιάννη, σώζον-τες την Ορθοδοξία και το Γένος-Έθνος στην συνεί-δηση και την ζωή τους, απρόθυμοι πάντοτε να θυσιά-σουν στα είδωλα της Νέας Εποχής και αίροντες τον σταυρό του μαρτυρίου και της παντοειδούς θυσίας. Το μέλλον της Ορθοδοξίας και της Ελληνικότητας στον τόπο μας είναι αλληλένδετο με την στάση των «Ανθενωτικών» στην σημερινή φοβερότερη και υπουλότερη απόπειρα της Φραγκιάς να υποτάξει, δηλαδή να διαλύσει, την Πίστη και το Γένος μας. Όπως δε οι Ανθενωτικοί στην διάρκεια της ποικιλώνυμης δου-λείας έσωσαν το Γένος, με όλα τα συστατικά του, και το οδήγησαν ακμαίο στο 1821, έτσι και σήμερα οι πατερικά Ανθενωτικοί θα διαφυλάξουν το Γένος από τα επερχόμενα δεινά.



* Ομιλία που έγινε την 30ή Μαΐου 2008 για την συμπλήρω-ση 50 ετών από την ίδρυση (1958-2008) της Πανελληνίου Ορθοδόξου Ενώσεως.



«ΟΦΕΙΛΗ ΑΓΑΠΗΣ»
π. Γ. Δ. Μεταλληνού ομοτ. Καθ. Πανεπ. Αθηνών
ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ»


Πηγή: http://www.impantokratoros.gr/6485973E.el.aspx