Σάββατο 12 Ιανουαρίου 2019

Οι άγιοι Σάββας αρχιεπίσκοπος Σερβίας και Συμεών ο Μυροβλύτης

Ο όσιος Σάββας είχε πατέρα τον όσιο Συμεών. Ο όσιος Συμεών υπήρξε μεγάλος ηγεμόνας των Σέρβων (1165-1196) και ήταν κατά τον σύγχρονο βιογράφο του π. Ιουστίνο Πόποβιτς «υπερασπιστής της Ορθοδοξίας και πολέμιος των αιρέσεων, σ΄ όλη του την ζωή άνθρωπος με μεγάλη πίστη, αγάπη και ζηλο Ευαγγελικό». Ο κατά κόσμον Στέφανος Νεμάνια γεννήθηκε το 1114 στην πόλη Ρίμπνιτσα της Ζέτας, το σημερινό Μαυροβούνι. Αγωνίσθηκε με σθένος υπέρ της Ορθοδοξίας και εργάσθηκε για την εδραίωση της στον λαό, τον οποίο ένωσε σε ένα βασίλειο. Έκτισε πολλούς ναούς, συγκάλεσε συνόδους για την αντιμετώπιση των αιρέσεων, ανέπτυξε πλούσιο φιλανθρωπικό έργο και ενίσχυσε οικονομικά μονές και προσκυνήματα. Με την ευλαβή και φιλομόναχη σύζυγό του Άννα, θυγατέρα Βυζαντινού αυτοκράτορα, απέκτησε πολλά παιδιά. Στο τέλος έγινε και αυτή μοναχή με το όνομα Αναστασία στη μονή Στουντένιτσα. Μεταξύ των τέκνων τους δύο στέφθηκαν αγιωνυμίας· ο άγιος Σάββας πρώτος αρχιεπίσκοπος των Σέρβων και Στέφανος Β’ ο Πρωτοστεφής και τελικά καρεις μοναχός Σίμων.
Ο άγιος Σάββας, που κατά κόσμον ονομαζόταν Ράστκο, υπήρξε καρπός προσευχής. Γεννήθηκε το 1169, και μεγάλωσε με νουθεσία Κυρίου. Οι θεοσεβείς γονείς του τον ετοίμαζαν για γάμο όταν ενηλικιώθηκε, αλλά αυτός είχε αποφασίσει τη μοναχική του αφιέρωση. Ποθούσε να αναχωρήσει στο Άγιον Όρος, για το οποίο άκουγε θαυμαστές ιστορίες ασκητών και οσίων. Με συνοδό ένα Ρώσο Αγιορείτη μοναχό έφυγε για το Άγιον Όρος, σε ηλικία 16 ετών, κρυφά από τους γονείς του, οι οποίοι βυθίσθηκαν σε μεγάλη θλίψη. Εκάρη μοναχός στη μονή Αγίου Παντελεήμονος-Παλαιού Ρωσικού και ονομάσθηκε Σάββας. Οι απεσταλμένοι στρατιωτικοί του πατέρα του πήγαν στο Άγιον Όρος για να τον βρουν και να τον φέρουν πίσω. Επέστρεψαν, με τα κοσμικά πριγκηπικά ρούχα του και με μία παραμυθητική επιστολή προς τους γονείς του, οι οποίοι επιθυμούσαν σύντομα να τον ξαναδούν κοντά τους.
Λίγους μήνες μετά την κουρά του επισκέφθηκε την εορτάζουσα μονή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, την περίφημη μονή Βατοπαιδίου. Ο ηγούμενος της μονής τον προσκάλεσε να μείνει πλησίον τους. Ο Σάββας εντυπωσιασμένος δεν μπόρεσε να αρνηθεί, και έλαβε τη συγκατάθεση του ηγουμένου της μονής του Αγίου Παντελεήμονος και έμεινε στο Βατοπαίδι μία ολόκληρη δωδεκαετία. Η παραμονή του ήταν ωφέλιμη. Έμαθε θαυμάσια τα ελληνικά, μελέτησε στην πλούσια βιβλιοθήκη, διδάχθηκε την τάξη, την παράδοση, την τέχνη, στην πλούσια και μεγάλη αυτή μονή, και όπως γράφει ο μακάριος (σημείωση VatopaidiFriend: ήδη έχει επισήμως ανακηρυχθεί η αγιότητά του από το Πατριαρχείο Σερβίας) επίσκοπος Νικόλαος: «Σε τέτοιο κέντρο πνευματικότητας και πολιτισμού ο Σάββας είχε τη σπάνια εύκαιρία να οικοδομήσει το χαρακτήρα του κατά το πρότυπο των καλύτερων παραδειγμάτων που είδε και των καλύτερων βιβλίων που διάβασε». Ο μακαριστός Γέροντας Ιουστίνος συνεχίζει: «Η ζωή και η τάξι στο Μοναστήρι του Βατοπεδίου ικανοποίησε τον νεαρό μοναχό Σάββα, ο οποίος, ανάμεσα σε υποδειγματικούς μοναχούς και με την καθοδήγηση του ταπεινού και αγίου γέροντα Μακαρίου του Ιερομονάχου, παραδόθηκε στους μοναχικούς αγώνες με όλη την θέρμη της φιλόχριστης, νεανικής του ψυχής. Μέσα στον πύρινο ενθουσιασμό του και την φλογερή του ευλάβεια, επιθυμούσε με όλη του την καρδιά να μην τον ξεχωρίζουν σε τίποτα επειδή ήταν γιος ηγεμόνα. Ήθελε δηλαδή να είναι ένας απλός, συνηθισμένος μοναχός, ίσος και όμοιος με όλους τους άλλους στην νηστεία, στην προσευχή, στην αγρυπνία και σε όλες τις διακονίες της Μονής. Γι΄ αύτό εκτελούσε τα πάντα με ταπείνωσι και αφοσίωσι».

ΟΣΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ Ο ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΙΤΗΣ ΛΑΥΡΙΩΤΙΚΟ ΑΓΙΟΛΟΓΙΟ

13 Ιανουαρίου: Μνήμη Αγίου Μάξιμου Καυσοκαλύβη (+1365)


Παταπίου μοναχοῦ Καυσοκαλυβίτου
 
 'Αγιος Μάξιμος Καυσοκαλυβίτης, έργο του Παταπίου μοναχού Καυσοκαλυβίτη, Καλύβη Αγίου Ακακίου, Σκήτης Καυσοκαλυβίων
Μάξιμος ὁ Καυσοκαλύβης, ὁ διά Χριστόν σαλός, ὁ Νέος Προφήτης, ὁ ὑπόπτερος, ὁ θαυματουργός, ἡ Ἡσυχαστής, ὁ Νηπτικός Πατήρ, ὁ Ἅγιος. Ἀρκετές εἶναι οἱ προσωνυμίες πού ἡ παράδοση τῆς Ἑκκλησίας μας ἀπέδωσε στόν Ἅγ. Μάξιμο, τήν πολυεδρική αὐτή ὁσιακή προσωπικότητα, πού συνδύαζε τήν ὑπακοή καί τήν τέλεια ταπείνωση τῶν ἀληθινῶν δούλων τοῦ Θεοῦ μέ τήν ἐκκεντρικότητα τοῦ διά Χριστόν σαλοῦ· τήν ἰδιότητα τοῦ θεραπευτῆ μέ τό διορατικό χάρισμα τοῦ προφήτη καί τόν φωτισμό ἑνός μυστικοῦ θεολόγου· τήν ἐνεργό ἀγάπη πρός τόν Θεό καί τόν πλησίον μέ τόν θεωρητικό ἀναχωρητισμό, πού προϋποθέτει τήν ἀπομάκρυνση ἀπό τόν κόσμο.
Ὁ Ἅγ. Μάξιμος θά μποροῦσε νά θεωρηθεῖ ὡς ἡ "διαπρεπέστερη ἁγιορειτική ἀσκητική μορφή καθ' ὅλους τούς αἰῶνες" . Στά στενά πλαίσια τοῦ ἄρθρου αὐτοῦ, θά προσπαθήσουμε νά σκιαγραφήσουμε μέ μικρές πινελιές τό συναξάρι τοῦ Ἁγίου. Ἡ χειρόγραφη παράδοση μᾶς ἀποκαλύπτει τήν φιλοσοφικώτατη καί χαριτόβρυτη μορφή του, μέσω τεσσάρων βιογράφων του: τοῦ Ἁγ. Νήφωνος τοῦ Καυσοκαλυβίτου, μαθητοῦ καί ὑμνογράφου αὐτοῦ, τοῦ Ἁγ. Θεοφάνους Περιθεωρίου τοῦ Βατοπεδινοῦ , τοῦ ἱερομ. Ἰωαννικίου τοῦ Κόχυλα καί τοῦ ἱερομ. Μακαρίου τοῦ Μακρῆ.
Ὁ Μικρασιάτης αὐτός Ἅγιος, γεννήθηκε στή Λάμψακο τοῦ Ἑλλησπόντου καί ἔλαβε τό ὄνομα Μανουήλ κατά τό ἅγιο βάπτισμα. Ὅταν ἦλθε σέ ἱκανή ἡλικία, οἱ γονεῖς του τόν ἀφιέρωσαν στό Ναό τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, ἐκπληρώνοντας ἔτσι τό τάμα τους στό Θεό, μιά πού ἦσαν πρίν γιά χρόνια ἄτεκνοι. Παραμένοντας στό ναό, πρόκοπτε σέ ὅλα τά πνευματικά καί φυσικά χαρίσματα. Πολύ συχνά ἐπισκεπτόταν Ὁσίους Γέροντες πού ἡσύχαζαν ἐκεῖ κοντά, γιά νά ἀκούει τίς ψυχωφελεῖς νουθεσίες τους. Τότε ὁ θεῖος ἔρωτας ἄναψε στή καρδιά του καί στά δεκαεπτά του χρόνια, ἄφησε γονεῖς καί πατρίδα περνώντας στό Ὄρος Γάνου ὅπου φόρεσε τό μέγα σχῆμα μετονομασθείς Μάξιμος . Μετα τήν κοίμηση τοῦ γέροντά του Μάρκου, ἀνεχώρησε γιά τό Παπίκιον , ὅπου βρῆκε ὁσίους ἄνδρες, ὅμοιους μέ τούς παλαιούς, μέ τούς ὁποίους συναναστρεφόμενος, ἀνέλαβε στόν ἑαυτό του ὅλες τίς ὑπέρ ἄνθρωπον ἀρετές τους, "καθώς δέχεται τό κερί τούς χαρακτῆρες τῆς βούλλας". Ἔπειτα πῆγε στή Κωνσταντινούπολη, ὅπου ἐπισκέφθηκε ὅλα τά προσκυνήματα καί τούς ναούς της, καταλήγοντας στό Ναό τῆς Παναγίας τῶν Βλαχερνῶν, ὅπου παρέμεινε στό προαύλιό της μέ πεῖνα καί ἄσκηση, ἀγρυπνώντας ὅλη τή νύχτα καί συμπεριφερόμενος ὡς διά Χριστόν σαλός. Ἐπισκεπτόταν ὅμως καί τόν Πατριάρχη Ἅγ. Ἀθανάσιο , γιά νά ἀκούει τούς σοφούς λόγους του. Ὀ Πατριάρχης βλέποντας τήν ἀρετή του, προσπάθησε νά τόν πείσει νά κοινοβιάσει σέ μία ἀπό τίς Μονές τῆς Πόλης. Δέν τά κατάφερε ὅμως, μιά πού ὁ Ὅσιος προτίμησε τήν ἄσκησή του στό παραπάνω ναό.
Μετά ἀπό καιρό ἀνεχώρησε γιά τό Ἅγ. Ὄρος, ὅπου περιδιάβασε ὅλα τά μοναστήρια, καταλήγοντας στή Λαύρα τοῦ Ἁγ. Ἀθανασίου τοῦ Ἀθωνίτου. Ἐκεῖ, διαβάζοντας τόν βίο καί τούς ἀγώνες τοῦ Ἁγίου, ὁμοίως καί τοῦ Ἁγ. Πέτρου τοῦ Ἀθωνίτου, ἐθαύμαζε τοῦ μέν Πέτρου τήν ἡσυχία, τοῦ δέ Ἀθανασίου τήν κοινοβιακή ζωή. Συλλογιζόμενος τήν προθυμία καί τήν ἐπιμέλεια πού εἶχαν καί οἱ δύο στό νά φυλάξουν τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, ἐπόθησε νά μείνει στόν τόπο ἐκεῖνο καί νά μιμηθεῖ καί τῶν δύο τή ζωή. Ἔμεινε λοιπόν στή Λαύρα, ἔχοντας τό διακόνημα νά ψάλλει στό Καθολικό, καθώς ὅταν ἦταν νέος ἔμαθε τήν μουσική. Ψάλλοντας συνετά καί μέ γνώση τῶν λεγομένων, ὕψωνε τό νοῦ του στόν ὑμνούμενο Θεό, χύνοντας δάκρυα κατανύξεως ὁ μακάριος. Ζοῦσε ὅμως μέ τήν ἴδια σκληραγωγία ὅπως τότε στό ναό τῶν Βαχερνῶν, καθώς οὔτε κελλίον εἶχε δικό του, ἔπαιρνε μόνο τήν ἀναγκαία τροφή ἀπό τήν τράπεζα καί ἀναπαυόταν στά στασίδια τοῦ νάρθηκα τῆς ἐκκλησίας.

όσιος Μάξιμος ο Καυσοκαλυβίτης Νίκος Βασιλάκος


Την καλύβα μου καίω
Η "καλύβα" συμβολίζει τον εαυτό μου. Καίω την καλύβα μου και μαζί της καίγεται ο εαυτός μου. Ο παλιός μου εαυτός. Η καλύβα είναι και μια έκφραση της ιδιοκτησίας μου. Καίω την καλύβα για να απαλλαχθώ από τον συναισθηματικό δεσμό του κτήτορα.
Την καλύβα μου καίω για να αναγκάσω το πνεύμα μου και την καρδιά μου να ξεκινήσουν μια νέα εξερεύνηση. Μια νέα αναζήτηση. Πριν καλά καλά καταλάβω τι γίνεται θα έχω βάλει τα θεμέλια για μια νέα καλύβα. Του κάκου. Θα την κάψω ξανά…
Ο λόγος περιγράφει τον όσιο Μάξιμο τον Καψοκαλύβη (Καυσοκαλυβίτης ή Καυσοκαλύβης), διαπρεπή ασκητή του Αγίου Όρους. Ο Μάξιμος, καταγόμενος από την πόλη Λάμψακο της Μικρασιατικής ακτής των Δαρδανελλίων, εκάρη μοναχός σε μια μονή του όρους Γάνου στην Θράκη. Οι αναζητήσεις του τον οδήγησαν στο Άγιον Όρος όπου ενετάχθη ως μοναχός στην Μονή της Μεγίστης Λαύρας.
Ο Καψοκαλύβης ήταν πνεύμα ασκητικό και πολύ ανήσυχο. Σχεδόν αμέσως αποσύρθηκε στην τότε έρημο (η οποία σήμερα ονομάζεται Καυσοκαλύβια) και ασκήτευσε μένοντας μόνος σε πρόχειρες καλύβες, τις οποίες κατασκεύαζε από κλαδιά δένδρων. Ο όσιος Μάξιμος εγκατέλειπε τις καλύβες που έχτιζε, αφού τις έκαιγε, αλλάζοντας συνεχώς τόπο διαμονής. Στον χώρο όπου έχτισε και έκαψε καλύβες, κινούμενος από την δύναμη του ιδανικού της ακτημοσύνης, δημιουργήθηκε η σκήτη των Καυσοκαλυβίων.
"Καθ’ όλην ταύτην την τοξοειδή διαδρομή, από της Μεγίστης Λαύρας μέχρι των Καυσοκαλυβίων, αφ’ ενός μεν εκ των υψηλών σπηλαίων του Άθωνος, αφ’ ετέρου δε εκ των παραθαλασσίων ακτροτόμων σχισμών, οι οδοιπορούντες προσκυνηταί αισθάνονται κατά καιρούς μυστικήν εν τω αέρι ευωδίαν, αναδιδομένην εκ της ενοικούσης χάριτος των ενασκησάντων εκεί αγίων, οίοι είναι ο Όσιος Νείλος, ο Μάξιμος ο Καυσοκαλυβίτης, ο Γρηγόριος ο Παλαμάς και άλλοι.
Η σκήτη των Καυσοκαλυβίων περιλαμβάνει 70 μοναχούς και 38 εν όλω κελλία, άτινα είναι εκτισμένα εις θεσπεσίαν αμφιθεατρικήν τοποθεσίαν, αμέσως άνωθι ενός μικρού και γραφικού λιμένος. Ιδρυτής των Καυσοκαλυβίων είναι κατά πρώτον λόγον ο Μάξιμος ο Καυσοκαλυβίτης και κατά δεύτερον λόγον ο Όσιος Ακάκιος. Ενταύθα ήσκησε και ο Άγιος Νήφων.
Ο Μάξιμος ο Καυσοκαλυβίτης, ασκούμενος εις τας δασώδεις και αποκρήμνους περιοχάς του Άθωνος, εις ύψος 1000 μέτρων, κατά μεν τον χειμώνα διήγε μέσα εις πρόχειρον καλύβην, ην κατεσκεύαζεν από ελάτινα ξύλα εντός χιόνων, άγγελος δε του θεού ερχόμενος εκόμιζεν εις αυτόν άρτον ζεστόν. Την δε άνοιξιν ο Άγιος κατέλυε την καλύβην, ανακατασκευάζων άλλην το φθινόπωρο, κατά δε το θέρος ανήρχετο εις την κορυφήν του Άθωνος. Εν μια ουν, εν ταύτη τη κορυφή διατρίβων ο Όσιος, είδε την Βασίλισσαν των Ουρανών κατερχομένην και επισκιάζουσαν αυτόν δια της Θείας Αυτής Χάριτος, ο δε Άγιος τότε αμέσως ησθάνθη, ότι μια φλέβα της καρδίας του ερράγη και εξεπήγασεν εξ αυτής αίμα διάπυρον, εμποτίζον και καταγλυκαίνον άπαντα τα μέλη του οργανισμού αυτού. Όθεν αμέσως ο Μάξιμος απέκτησεν από την Παναγίαν την ανωτάτην χάριν να θαυματουργή και να πληροφορήται τας βουλάς του Θεού δι’ οραμάτων και αποκαλύψεων, καθώς και το χάρισμα να πετά ανά το Άγιον Όρος ως πτηνόν και ως αστραπόμορφος άγγελος αυτοστιγμεί να παρουσιάζεται από τον Άθωνα εις τας Καρυάς, από τας Καρυάς εις την Λαύραν και καθεξής. Εις δε τις επίσκοπος, ακούων αλλ’ αμφιβάλλων δια την διορατικότητα του Μαξίμου, τι εποίησεν; έδωσε το εγκόλποιον αυτού εις τον διάκονόν του και, ενώ ούτω αμφότεροι ήρχοντο προς τον Άγιον Μάξιμον, στρέφεται ο Άγιος και δεικνύων τον επίσκοπον λέγει προς αυτόν: "Εσύ είσαι ο επίσκοπος".*
Ο Όσιος Μάξιμος ο Καψοκαλύβης προσέλκυσε πολλούς μαθητές. Πέθανε το 1320 περίπου και την μνήμη του εορτάζουμε στις 13 Ιανουαρίου.

«Η Παναγία έδωσε στον αγιο Μάξιμο Καυσοκαλυβίτη τη χάρη να ίπταται!»



Συνεχίζουμε την αναφορά μας στον διάλογο που είχαμε με τον γέροντα Δανιήλ Κατουνακιώτη.

Μανώλης Μελινός: Πείτε μας, σας παρακαλώ, για τη θαυμαστή περίπτωση του ιερού λειψάνου του αγίου Μαξίμου του Καυσοκαλύβη, το οποίον ωσαύτως δεν έχει φανερωθεί.
– Γέρων Δανιήλ Κατουνακιώτης: Μας εδιηγούντο οι Γεροντάδες μας ότι ο άγιος Μάξιμος ησκείτο στη Μεγίστη Λαύρα. Παρακαλούσε συνεχώς την Παναγία να του δώσει την «καρδιακή προσευχή». Να τον φωτίσει, δηλαδή, να προσεύχεται με την καρδιακή, τη νοερά προσευχήν. Η Παναγία εισήκουσε τις προσευχές του και του έδωσε την εντολή να πάει στην κορυφή του Αθωνος, λέγοντάς του συγχρόνως: «Ελα κι εκεί θα σου αποκαλύψω το αιτούμενον»! Ο πατήρ Μάξιμος μια και δυο πήρε το μπαστουνάκι του και ξεκίνησε. Βάδιζε, βάδιζε ώρες ολόκληρες, έξι, επτά, οκτώ, 10 ώρες! Με το ένα χέρι κρατούσε το ραβδάκι και με το άλλο τραβούσε το κομποσχοίνι του. Κάποτε έφθασε στην κορυφή. Γονάτισε αμέσως κι άρχισε να προσεύχεται θερμά στην Παναγία μας. Εμεινε γονατιστός, προσευχόμενος τρία μερόνυκτα! Κάποια στιγμήν ο Γέροντας αισθάνθηκε μίαν άρρητη ευωδία και συγχρόνως είδε άπλετο φως να τον κατακλύζει! Τον περιέλουσε το άκτιστο φως... Μέσα σ' αυτές τις συγκλονιστικές συνθήκες εμφανίσθηκε η Παναγία! Ο πατήρ Μάξιμος εκάλυψε με τις παλάμες το πρόσωπό του λέγοντας: «Υπεραγία Θεοτόκε, δεν είμαι άξιος να δω το υπεράγιο Πρόσωπό Σου». Η Παρθένος τού μίλησε για λίγο. Ο άγιος του Θεού ένιωσε την καρδιά του να σκιρτά από αγαλλίασιν. Εκείνη, βλέποντας την ταπείνωσή του, του έδωσε το χάρισμα της νοεράς προσευχής κι εξαφανίσθηκε μέσα στη λάμψη στην οποία και είχεν εμφανισθεί! Η Παναγία -εκτός από τη νοερά προσευχή- του έδωσε και άλλη μίαν ιδιαίτερη χάρη, να ίπταται! Μάλιστα, γι' αυτό τον ονομάζουν το «πτηνόν του Αθω»! Συγκεκριμένα, στους Χαιρετισμούς των Αγιορειτών Αγίων διαβάζουμε: «Χαίροις, Μάξιμε πάτερ, αετέ υψιβάμον»!

Να μην παραλείψω σ' αυτό το σημείο να τονίσω, κ. Μελινέ, ότι εδώ στο Αγιον Ορος εκ παραδόσεως τα διάφορα οράματα, τις εμφανίσεις αγίων κ.λπ., δεν τ' αποδέχονται οι πατέρες αμέσως και χωρίς βάσανο, διότι ενεδρεύει ο λεγόμενος εκ δεξιών πειρασμός, η δεξιά πλάνη. Θέλει μεγάλη προσοχή αυτό...

– Μ.Μ.: Τι σημαίνει δεξιά πλάνη, Γέροντα;
– Γέρων Δ.Κ.: Εχει διαφόρους τρόπους εκδηλώσεως. Εν προκειμένω μπορεί να προσεύχεται κάποιος και να καταληφθεί από εγωισμόν, ότι τάχα κάνει θερμή προσευχή που εισακούεται από τον Θεό. Σ' αυτή την περίπτωση προσεύχεσαι και αμαρτάνεις! «Η προσευχή μου γενέσθω εις αμαρτίαν» όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται. Εγωισμός και προσευχή είναι δύο άκρα αντίθετα. Ετσι και ο σώφρων άγιος Μάξιμος αναρωτήθηκε κάποια στιγμή μήπως το όραμά του ήταν καμία πλεκτάνη του διαβόλου για να τον παρασύρει στον φοβερό κατήφορο του εγωισμού, ώστε να χάσει εκ του ασφαλούς την ψυχή του... Σκέφθηκε να συμβουλευθεί έμπειρο Γέροντα -αλήθεια, τι μεγαλείο ταπεινοφροσύνης- αν αυτό που του συνέβη ήτο εκ του Θεού ή εκ του πονηρού.

Βίος καὶ Πολιτεία τοῦ Ὁσίου Μαξίμου τοῦ Καυσοκαλύβη


(Νικοδήμου Ἁγιορείτου, Ἔκδοσις Ἱ. Καλύβης Ἁγ. Ἀκακίου, Καυσοκαλύβια, Ἅγιον Ὄρος, 2001)

Α) Τὰ νεανικὰ χρόνια

Οὗτος ὁ Ὅσιος Πατὴρ ἡμῶν Μάξιμος, ἦταν ἀπὸ τὴν Λάμψακον[1], ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς, εὐγενεῖς καὶ ἐναρέτους· οἱ ὁποῖοι μὲ τὸ νὰ ἦσαν ἄτεκνοι, ἐπαρακαλοῦσαν τὸν Θεὸν μετὰ δακρύων νὰ τοὺς δώσῃ τέκνον. Ὁ δὲ Θεὸς εἰσακούσας τὴν δέησίν τους, ἔδωκεν εἰς αὐτοὺς τοῦτον τὸν μακάριον Μάξιμον, τὸν ὁποῖον ὀνόμασαν Μανουὴλ εἰς τὸ Ἅγιον Βάπτισμα.
Λαβόντες δὲ αὐτὸν ὡς δῶρον θεόσδοτον, καθὼς ἦταν καὶ τῇ ἀληθείᾳ, τὸν ἀνέτρεφαν μὲ μεγάλην ἀγάπην καὶ ἐπιμέλειαν, και τὸν ἐμάνθαναν τὰ ἱερὰ γράμματα. Ὅταν δὲ ἔφθασεν εἰς ἱκανὴν ἡλικίαν τὸ παιδίον, τὸ ἔφεραν εἰς τὸν Ναὸν τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ τὸ ἀφιέρωσαν εἰς τὸν Θεόν. Ὁ δὲ Μανουὴλ παραμένοντας εἰς τὸν Ναὸν τῆς Παναγίας, ἔψαλλε μὲ μελῳδίαν καὶ θεῖον ἔρωτα, παρακαλῶν Αὐτὴν καθ᾿ ἑκάστην, μὲ πολλὴν κατάνυξιν, διὰ τὴν σωτηρίαν του.
Καὶ κατὰ ἀλήθειαν, ἄλλος Σαμουὴλ ἐφαίνετο, προκόπτων ἡλικίᾳ καὶ χάριτι, καὶ ἦταν ἐπαινετὸς καὶ ἀγαπητὸς εἰς ὅλους, διότι δὲν εἶχε παιδαριώδη φρονήματα. Ἔχοντας δὲ ἐξ ἀρχῆς γηραλαῖον νοῦν, ἐπήγαινε συχνάκις εἰς κάποιους ὁσίους γέροντες ὁποῦ ἐσύχναζαν ἐκεῖ πλησίον, διὰ νὰ ἀκούῃ τὰς ψυχωφελεῖς νουθεσίες τους, συναναστρεφόμενος μὲ αὐτοὺς καὶ ὑπηρετῶντάς τους, ὅσον εἶχεν εὐκαιρίαν (διότι ἀκόμη εὑρίσκετο εἰς τὴν ὑποταγὴν τῶν γονέων του) καὶ ὁδηγούμενος ἀπὸ αὐτοὺς εἰς θεάρεστον πολιτείαν.
Ὅθεν καὶ ὁ θεῖος πόθος ἄναψεν εἰς τὴν καρδίαν του καὶ τὸν ἐβίαζε νὰ εὔγῃ ἀπὸ τὸν κόσμον καὶ νὰ ὑπάγῃ εἰς ἡσυχίαν νὰ ἐνδυθῇ καὶ τὸ Ἅγιον Σχῆμα τῶν Μοναχῶν. Διὰ τοῦτο, ἔβγανε πολλάκις τὰ κοσμικά του φορέματα καὶ ἐνέδυε τοὺς πτωχούς, αὐτὸς δὲ ἐπάγωνεν καὶ ἔτρεμεν ἀπὸ τὸ κρύον. Καὶ ψωμία ἀκόμη ἔδιδε κρυφὰ εἰς τοὺς πεινασμένους, πλουσιοπαρόχως. Διὰ νὰ κρύπτῃ δὲ τὴν ἀρετήν του, ὑπεκρίνετο εἰς τοὺς γονεῖς του καὶ εἰς τοὺς ἄλλους πῶς εἶναι μωρός. Ὅμως ἡ ἀρετή του δὲν τοὺς ἐλάνθανεν.
Ὡστόσο οἱ γονεῖς του, ὡσὰν νὰ ἐλησμόνησαν ὅτι τὸν ἀφιέρωσαν εἰς τὸν Θεόν, ἑτοιμάζοντο διὰ νὰ τὸν ὑπανδρεύσουν καὶ νὰ τὸν δέσουν μὲ τὰ δεσμὰ τοῦ κόσμου, διὰ νὰ βλέπουν ἔμπροσθέν τους τὸν ποθούμενον καὶ νὰ χαίρωνται, ἕως ὁποῦ ζοῦν.

Β) Ἀναχώρησις ἀπὸ τὸν κόσμον. Πρῶτα μοναχικὰ βήματα

Ὁ καλὸς ὅμως Μανουήλ, τρέφοντας θείους λογισμοὺς μέσα εἰς τὸν νοῦν του, εἰς τοὺς δέκα ἑπτὰ χρόνους τῆς ἡλικίας του, ἄφησε καὶ γονεῖς καὶ πατρίδα και κόσμον καὶ περνώντας εἰς τὸ ὄρος τὸ καλούμενον Γάνου[2], ἐφόρεσεν τὸ μοναδικὸν Σχῆμα μετονομασθεὶς Μάξιμος[3]. Ὑπετάχθη δὲ εἰς ἕναν δόκιμον καὶ πρακτικὸν γέροντα, Μᾶρκον ὀνόματι, διὰ νὰ διδαχθῇ τὴν μοναδικὴν πολιτείαν.
Ὅμως, ἐπειδὴ αὐτὸς ἦταν καὶ προτύτερα ἀκόμη διδαγμένος καὶ συνειθισμένος εἰς τὴν μοναδικὴν πολιτείαν και ἐφαίνοντο εἰς τοὺς γέροντας ἐκείνους προκομμένους καὶ ἄξιος εἰς ὅλα, ἦγουν εἰς τὴν νηστείαν, ἀγρυπνίαν, προσευχήν, χαμαικοιτίαν, σκληραγωγίαν καὶ εἰς τὴν καταφρόνησιν ὅλων τῶν ματαίων καὶ αὐτοῦ ἀκόμη τοῦ σώματός του, ἠγαπᾶτο μὲν ἀπὸ ὅλους, ὠνειδίζετο δὲ ἀπὸ τὸν γέροντά του διὰ τὴν ὑπερβολικὴν καὶ ἀδιάκοπον σκληραγωγίαν ὁποῦ ἔκαμνεν. Ἀλλὰ δὲν ἐπέρασε πολὺ καιρός, καὶ ἀπῆλθεν εἰς τὰς αἰωνίους μονὰς ὁ γέροντάς του, ὁ ὁποῖος διέλαμψεν κατὰ τὴν ἀρετὴν εἰς ὅλην τὴν Μακεδονίαν.
Ὁ δὲ θεῖος Μάξιμος, ἀναχωρήσας ἐκεῖθεν, διεπέρασεν εἰς τὴν Μακεδονίαν καὶ εἰς τὰ πλησιόχωρα ὄρη, ζητώντας νὰ εὕρῃ τοιοῦτον γέροντα ἐνάρετον ὡσὰν τὸν πρῶτον. Ὁ δὲ Θεὸς τοῦ ἐπλήρωσε τὸν πόθον του, διότι πηγαίνοντας εἰς τὸ Παπίκιον[4] ὄρος, ηὗρεν ἁγίους ἄνδρας, ὁμοίους μὲ τοὺς παλαιούς, οἱ ὁποῖοι ἐκατοικοῦσαν ἐπάνω εἰς τὰ βουνά, μέσα εἰς σπήλαια καὶ τόπους ἐρήμους καὶ δὲν εἶχαν μαζί τους τίποτε ἄλλο, ἔξω ἀπὸ τὰ παλαιόῤῥασα ὅπου ἐφοροῦσαν. Συναναστρεφόμενος δὲ μὲ αὐτοὺς πολὺν καιρόν, ἀνέλαβεν εἰς τὸν ἑαυτόν του ὅλας τὰς ὑπὲρ ἄνθρωπον ἀρετάς τους, καθὼς δέχεται τὸ κερὶ τοὺς χαρακτῆρας τῆς βούλλας.

Γ) Στὴν Κωνσταντινούπολη. Ὁ διὰ Χριστὸς σαλός

Ἔπειτα ἐπῆγεν εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν καὶ βλέποντας τοὺς ὡραιοτάτους ἐκείνους ναούς, καὶ προσκυνώντας τὰ ἅγια λείψανα ὁποῦ ἦσαν τεθησαυρισμένα μέσα εἰς αὐτούς, τρέχει εἰς τὸν ναὸν τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου, ὁποῦ ὀνομάζεται Ὁδηγήτρια[5], διὰ νὰ ἰδῇ τὰ μεγαλώτατα ὁποῦ ἔγιναν ἐκεῖ.
Ταῦτα ἰδὼν καὶ προσκυνήσας ὑπερεθαύμασε καὶ ἐσυλλογίζετο τὶ μεγάλην δόξα ἔχει ἡ Θεοτόκος εἰς τοὺς Οὐρανούς, καὶ μένωντας ὅλος ἐκστατικός, ἐνυκτέρευεν μέσα εἰς τὸν ναόν. Ἦταν δὲ χωρὶς ὑποδήματα εἰς τοὺς πόδας, χωρὶς σκέπασμα εἰς τὴν κεφαλήν, φορώντας μόνον ἕνα τρίχινον παλαιοφόρεμα· ἀπὸ τὴν θεωρίαν του δὲ αὐτήν, ἐφαίνετο εἰς ὅλους μωρός. Τοῦτο ὅμως ὑπεκρίνετο καὶ αὐτούς, πλάττωντας τάχα μωρίαν, καθὼς καὶ ὁ μέγας ἐκεῖνος Ἀνδρέας, ὁ διὰ Χριστὸν σαλός. Ὅθεν καὶ ὅλοι τὸν ἐθαύμαζον καὶ τὸν ἐστοχάζοντο σαλὸν διὰ Χριστὸν καὶ ὄχι τῇ ἀληθείᾳ.
Μαθὼν δὲ περὶ τούτου ὁ βασιλεὺς Ἀνδρόνικος ὁ Παλαιολόγος[6], τὸν ἐπροσκάλεσεν εἰς τὰ βασίλεια, καὶ ἄρχισε νὰ συνομιλῇ μὲ αὐτὸν ἐν μέσῳ πολλῶν. Ὁ δὲ θεῖος Μάξιμος ἀπεκρίνατο πρὸς τὸν βασιλέα, λέγων νοήματα ἀπὸ τοὺς λόγους Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, καθὼς εἶχε συνήθειαν, καὶ ἀπὸ τὰς θείας Γραφάς. Ἐθαυμάζετο δὲ ἀπὸ τοὺς ῥήτορας πῶς ἤξευρε τὰ τοῦ Θεολόγου καὶ πᾶσαν ἄλλην Γραφήν. Ὅμως, μὲ τὸ νὰ μὴν ἔμαθε γραμματικήν, καὶ μὴ λέγοντας τὶς λέξεις ὀρθὰ καὶ κατὰ τὴν τέχνην τῆς γραμματικῆς, εἶπε πρὸς τοὺς παρόντας ὁ μέγας λογοθέτης Κανήκλιος: ἡ μὲν φωνή, φωνὴ Ἰακώβ· αἱ δὲ χεῖρες, χεῖρες Ἠσαῦ. Ἀκούσας δὲ τοῦτο ὁ Ὅσιος, ἀνεχώρησεν εὐθύς, καλῶν αὐτοὺς ματαιόφρονας καὶ ἄφρονας καὶ πλέον δὲν ἐπῆγεν εἰς τὰ βασίλεια.
Εἰς δὲ τὸν τότε Πατριάρχην, τὸν Ἅγιον Ἀθανάσιον[7], ἐπήγαινε συχνά καὶ ἤκουε μετὰ χαρᾶς τοὺς γλυκυτάτους λόγους του, ὀνομάζοντάς τον νέον Χρυσόστομον. Γνωρίζοντας δὲ ὁ Πατριάρχης τὴν ἀρετήν του ἐπροσπάθησε πολὺ νὰ τὸν βάλῃ εἰς τὰ κοινόβια, ὁποῦ ἀνήγειρεν εἰς τὴν Κωνσταντινούπολιν. Ὁ Ὅσιος ὅμως δὲν ἠθέλησε νὰ ὑπάγῃ καὶ νὰ ἀναχωρήσῃ ἀπὸ τὸν ἐν Βλαχέρναις ναὸν τῆς Θεοτόκου, εἰς τοῦ ὁποίου τὰ προαύλια παρέμενε, μὲ πεῖναν, δίψαν, ἀγρυπνίαν, προσευχήν, ἀγωνιζόμενος ὅλας τὰς νύκτας. Τὰς δὲ ἡμέρας ὑπεκρίνατο μωρίαν καὶ ἐφαίνετο εις τοὺς ἀνθρώπους σαλός, ὁ κατ᾿ ἀλήθειαν σοφός, διὰ νὰ μὴν τοῦ ἀποτινάζῃ τὸν καρπὸν τῆς ἀρετῆς ὁ ἄνεμος τῆς ἀνθρωπαρεσκείας.

Δ) Στὸ Ἅγιον Ὄρος

Ἀφοῦ δὲ διέτριψεν ἐκεὶ ἱκανὸν καιρόν, ἐπῆγεν εἰς τὴν Θεσσαλονίκην διὰ νὰ προσκυνήσῃ τὸν Ἅγ Δημήτριον. Ἐκπληρώσας δὲ τὸν πόθον του, ἐπῆγεν εἰς τὸ Ἅγ. Ὄρος· περιερχόμενος καὶ προσκυνώντας τὰ ἱερὰ Μοναστήρια, ἐπῆγεν ὕστερον εἰς τὴν Λαύραν τοῦ Ἁγ. Ἀθανασίου. Ἐκεῖ, διαβάζοντας τὸν βίον καὶ τοὺς ἀγῶνας τοῦ Ἁγίου, ὡς καὶ τοῦ Ἁγ. Πέτρου Ἀθωνίτου, ἐθαύμαζεν τοῦ Πέτρου τὴν ἡσυχίαν, τοῦ Ἀθανασίου τὴν κοινοβιακὴν ζωήν, καὶ συλλογιζόμενος τὴν προθυμίαν καὶ τὴν ἐπιμέλειαν ὁποῦ εἶχαν εἰς τὸ νὰ φυλάξουν τὰς ἐντολὰς τοῦ Θεοῦ, ἐπόθησε νὰ σταθῇ εἰς τὸν τόπον ἐκεῖνον καὶ νὰ μιμηθῇ καὶ τῶν δύο τὰς πολιτείας.
Προτοῦ ὅμως νὰ ἀρχίσῃ, ρώτησε τοὺς ἐκεῖ ἐνασκουμένους Ἁγίους Πατέρας, ποίαν πολιτείαν νὰ μεταχειρισθῇ. Και αὐτοὶ τον συμβούλευσαν πρῶτον νὰ ὑποταχθῇ εἰς γέροντα και νὰ γυμνασθῇ καθὼς πρέπει, μὲ τὰ κατορθώματα τῆς μακαρίας ὑπακοῆς, καὶ ὕστερον ἀφοῦ βάλῃ καλὸν θεμέλιον ἐπὶ τὴν θείαν ταπείνωσιν, ἡ ὁποία εἶναι ἡ ἀρχὴ καὶ ῥίζα πασῶν τῶν ἀρετῶν, νὰ ὑπάγῃ καὶ νὰ ἀγωνίζεται μόνος του εἰς τὴν ἡσυχίαν.
Ταῦτα ἀκούσας ὁ Ὅσιος, ὑπετάχθη εἰς τὸν ἡγούμενον και συγκατοίκησεν ἐκεῖ μὲ τοὺς λοιποὺς ἀδελφούς. Καὶ πρῶτον δοκιμάσθη εἰς τὰ κατώτερα διακονήματα, καθὼς εἶναι συνήθεια, ἔπειτα διωρίσθη νὰ ψάλλῃ εἰς τὸν χορὸν τῆς Ἐκκλησίας εἰς δόξαν Θεοῦ· διότι ὅταν ἦταν νέος ἔμαθε τὴν μουσικήν. Ψάλλων δὲ συνετῶς καὶ ἐν γνώσει τῶν λεγομένων, ὕψωνε τὸν νοῦν του εἰς τὸν ὑμνούμενον Θεόν, καὶ ἔχυνε πολλὰ δάκρυα κατανύξεως ὁ μακάριος. Τὸ ἴδιον ἐπάθαινε καὶ ἀπὸ τὰ νοήματα τῶν ἱερῶν ἀναγνωσμάτων καὶ ἦταν ὅλος ἐκστατικός, θαυμάζοντας τὴν ἄπειρον φιλανθρωπίαν τοῦ Θεοῦ, ὁποῦ μᾶς ἔδωκε τοιαύτην χάριν διὰ τοῦ Ἁγ. Πνεύματος νὰ κατανοοῦμεν αὐτά, ὄντες ἀκόμη μετὰ σώματος.
Εἶχεν ὅλην τὴν καρδίαν του ἀναμμένην ἀπὸ τὸ θεῖο πῦρ καὶ φλέγοντο τὰ σπλάγχνα του ἀπὸ τὴν θείαν χάριν ποὺ κατοικοῦσε μέσα του. Διὰ τοῦτο καὶ παρόλο ὁποῦ ἦταν ἐν μέσῳ πολλῶν, ὡσὰν νὰ εὑρίσκετο κατὰ μόνας, δὲν ἐμποδίζετο ποτὲ εἰς τὴν νοερὰν προσευχήν, τό: Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με· τὴν ὁποίαν εἶχεν ἀσχόλαστον, κινουμένη πάντοτε μέσα εἰς τὴν καρδίαν του μαζὶ μὲ τὸν νοῦν· κάτι τὸ ὁποῖο εἶναι σπάνιο καὶ δυσκολοεύρετον. Ἀλλ᾿ οὗτος ὁ μακάριος ἀπέλαυσε παιδιόθεν τὸ τοιοῦτο χάρισμα τῆς προσευχῆς διὰ τῆς ἀρετῆς του καὶ τῆς εὐλαβείας του ὁποῦ εἶχεν εἰς τὴν Ὑπεραγίαν Θεοτόκον.
Ὤντας εἰς τὴν ὑποταγὴν τοῦ μοναστηρίου καὶ κάμνοντας προθύμως ὅλα τὰ προσταττόμενα, ἐπολιτεύετο πάλιν μὲ τὴν ὁμοίαν σκληραγωγίαν ὁποῦ περνοῦσε ὅταν ἦταν στὸ ἐν Βλαχέρναις ναόν. Καὶ οὔτε κελλίον εἶχε, οὔτε κανένα ἄλλο πράγμα ὅσα εἶναι πρὸς σωματικὴν ἄνεσιν. Μόνον τὴν ἀναγκαίαν τροφὴν ἔπαιρνε ἀπὸ τὴν τράπεζα καὶ ἔτρωγε μὲ ἐγκράτειαν, ὅσον διὰ νὰ ζῇ. Τὴν δὲ κατοικία του τὴν εἶχεν εἰς τὰ στασίδια τοῦ νάρθηκος τῆς Ἐκκλησίας, ἀγωνιζόμενος πάντοτε μὲ τὴν ὁλονύχτιον στάσιν καὶ ἀγρυπνίαν κατὰ τὴν συνήθειάν του.