Πέμπτη 8 Σεπτεμβρίου 2016

Γέρων Ἰωσήφ ὁ ἡσυχαστής: Περί Πλάνης


 

Διερωτάται κανείς, όταν με αυτού του είδους τα θέματα πρόκειται να ασχοληθεί, πώς θα τα βγάλει πέρα, ή τι είδους συμπεράσματα θα επισημάνει, αφού πρόκειται να πλησίαση στην άβυσσον των βαθέων και σκοτεινών νοημάτων του σατανά, οπού ο γνόφος των ακατονόμαστων του δόλων και πονηριών. Στο βιβλίον του Ιώβ σκιαγραφείται η εικόνα αυτού του δράκοντος. «Τις αποκαλύψει πρόσωπον ενδύσεως αυτού; εις δε πτύξιν θώρακος αυτού τις αν εισέλθοι; πύλας προσώπου αυτού τις ανοίξει; Κύκλω οδόντων αυτού φόβος. Τα έγκατα αυτού ασπίδες χάλκεαι, σύνδεσμος δε αυτού ώσπερ σμυρίτης λίθος… Εν πταρμώ επιφαύσκεται φέγγος, οι δε οφθαλμοί αυτού είδος Εωσφόρου. Εκ στόματος αυτού εκπορεύονται ως λαμπάδες καιόμεναι και διαρριπτούνται ως εσχάραι πυρός. Εκ μυκτήρων αυτού εκπορεύεται καπνός καμίνου καιομένης πυρί ανθράκων. Η ψυχή αυτού άνθρακες, φλόξ δε εκ στόματος αυτού εκπορεύεται. Εν δε τραχήλω αυτού αυλίζεται δύναμις, έμπροσθεν αυτού τρέχει απώλεια…» Δεν είναι παρέκβασις η από μέρους αυτή παράθεσις γραφικού χωρίου περί του τι εστί διάβολος και σατανάς, αφού προς αυτόν είναι όλη μας η πάλη και σπουδή, ως του μονίμου και κοινού μας πολεμίου και εχθρού. Ειδικά όμως μας επέβαλε την μνημόνευσίν του ο σχολιασμός, πού προτιθέμεθα να κάνωμε σ’ αυτό μας το κεφάλαιο για το πονηρώτερόν του επίτευγμα, την ΠΛΑΝΗΝ!
Κάθε διαβολικόν επίτευγμα ασφαλώς ολέθριον είναι, και κανείς δεν διαφωνεί. Εκείνο όμως πού συγκεντρώνει την μεγαλύτερην πονηρίαν και κακίαν, είναι και λέγεται πλάνη στην γενικότητα της και η ουσία της είναι όλη η απάτη, όλον το ψέμα, όλος ο δόλος και η διαστροφή κάθε ορθής πραγματικότητας. Και τι παράξενον αυτό, αφού ο δημιουργός και γεννήτωρ της διάβολος είναι ο «ψεύστης και ο πατήρ αυτού»; Ευρισκόμενοι ήδη εις την μέσην κλίμακα της πνευματικής ανόδου, κατά την πατερικήν μας παράδοσιν, την λεγομένην φωτιστικήν, ανήκομεν στην αντίστοιχον πολεμικήν παράταξιν του εχθρού, οπού έχει σαν στόχο της, την διαστροφήν και παραμόρφωσιν της αληθείας. Δεν αγωνίζεται αυτή η διαβολική αντίστασις να εκτoπίση τον αγωνιστήν, όπως η πρώτη της μορφή, να τον βγάλει από την πίστιν και την θεογνωσίαν, αλλά τώρα προσπαθεί να τον αποπροσανατολίσει από την σωστήν κατεύθυνση, να δεχθεί συμβιβασμό και να νοθεύση την ορθήν δόξαν της παραδοθείσης αποκαλύψεως. Πλάνη, καμουφλαρισμένο ψεύδος, απάτη και δόλος, αντί της αλήθειας. Και πάλιν οι αλλοιώσεις και πάλιν οι μεταβολές. Μετά την ηλιόλουστη ημέρα της ανοίξεως ήλθε κακοκαιρία με ύπουλες και άγνωστες διαθέσεις. Μετά την ευθηνίαν και πάλιν η αφορία και πενία, μετά την γαλήνην και πάλιν η ταραχή  όχι όμως ανοικτά και φανερά, αλλά ύπουλα και δόλια και υποκριτικά. Περί των τοιούτων έγραφε ο μακάριος Δαυίδ: «ότι ουκ εστίν εν τω στόματι αυτών αλήθεια, η καρδία αυτών ματαία τάφος ανεωγμένος ο λάρυγξ αυτών ταίς γλώσσαις αυτών εδολιούσαν».
Ξεκινώντας από τον χειρόγραφον ορισμόν του Γέροντος, μεταφέρω τα ίδια του λόγια. «Πλάνη, αγαπητέ μοι, καθ’ εαυτήν ονομάζεται η ουσιώδης εκ της ευθείας και αληθείας απομάκρυνσις, αρνούμενη ως ειπείν την αλήθεια και το ψευδός ασπασμένη». Αφού η χάρις επανέλθει, κατά την περιγραφήν μας, και επαναφέρει τον αγωνιστήν στη σωστή του πορείαν, ή μάλλον στην πατερικήν μας παράδοσιν της πνευματικής ανόδου και προκοπής, συναντά πάλιν άλλο ανάλογο εμπόδιο απαραίτητο για την πνευματική γυμνασία. Όπως στην πρώτη του πορεία έπρεπε να μάθη δια της πείρας τον όλεθρον της αυτοπεποιθήσεως και να ανάγει τα πάντα στον Θεόν μάλλον, παρά στις ουτιδανές ανθρώπινές του προσπάθειες έτσι και τώρα, μετά την είσοδόν του στις τάξεις του φωτισμού και της επαφής του στην θεωρητικήν σφαίραν, πού ο νους του καθαρθείς καταξιούται, επιβάλλεται να μάθη, όχι εξ ακοής άλλ’ εκ της πείρας του, ότι και ο εχθρός δύναται πολλά από τα ιδιώματα της θεωρίας και χάριτος να μιμηθεί και να τα παραστήσει ψευδώς ως αλήθειαν. Εάν δύναται να παρίσταται ως άγγελος φωτός και να υποδύεται τον ρόλον του σωτήρος, τι το δύσκολον και τα ιδιώματα της χάριτος να παραχαράξει; Επιτρέπει, λοιπόν, η παιδεύουσα μητέρα χάρις, να εισέλθει ο αθλητής στα σατανικά πειρατήρια, για να κερδίσει ιδιοχείρως εκ της πάλης του, ως λάφυρον, την πείραν και να δύναται να λέγει στο πλήρωμα της Εκκλησίας ως ο Παύλος και οι Πατέρες του ότι «ου γαρ τα νοήματα αυτού, του εχθρού, αγνοούμεν».
Τα ιδιώματα αυτής της αρρώστιας, πλάνης, είναι πάμπολλα και ποικίλλουν αναλόγως των προσώπων, των χαρακτήρων, των τόπων και τρόπων και άλλων πολλών αφορμών, πού μπορεί ο σατανάς να καλύψει το δόλωμα του. Εμείς πάντως θα ασχοληθούμε με την μορφήν, πού ανήκει στη δική μας συνέχεια, καθώς ο αείμνηστος Γέροντας μας παρέδωσε. Η αρχή της συνήθως μοιάζει με την πρώτη μορφή της απάτης, πού ο αρχέκακος απάτησε τους προπάτορας, με παραλλαγή δηλαδή του σχήματος ή του πράγματος και μέσου, όχι όμως και της φύσεως. Ο ληστής αυτός διάβολος παρακολουθεί την ροπήν του θελήματος του ανθρώπου, που, ως αδυναμία ή ως προσπάθεια και αιχμαλωσία, παραμένει και απασχολεί τον νουν και σιγά-σιγά και την θέλησιν και έτσι απ’ εδώ ευρίσκει θύραν και εισέρχεται. Η τεχνική του πολέμου, εδώ, είναι ευμέθοδη και ύπουλη. Δεν βιάζεται, δεν πιέζει, δεν βαρύνεται να καρτερεί, έως ότου λάβει ικανά εχέγγυα της επιτυχίας του, και ιδίως, εάν το πάθος πού επικρατεί είναι πολύφορον, για να έχει έτσι μεγαλύτερον κέρδος εκ της νίκης του. Η τόση επιμονή του πονηρού στην πάλην αυτήν, είναι να αιχμαλωτίσει τον άνθρωπον στην εσφαλμένην ιδέαν και πλάνην διότι ο πόλεμος, εδώ, δεν είναι σωματικός, στα πάθη δηλαδή πού ανήκουν στο επιθυμητικόν μέρος, αλλά κυρίως στο λογιστικόν. Είναι μάλλον πόλεμος της διανοίας, σε ό,τι ανήκει στον νουν και στην θεωρίαν, γιατί τώρα η θέσις και η κατάστασις του αγωνιστού βρίσκεται σ’ αυτήν την σφαίρα. Και πάλιν επανερχόμεθα, και ας μη φαίνεται κουραστικόν, για την λεπτομέρειαν, επειδή ο σκοπός μας είναι διαφωτιστικός.
Αφού με την πρακτικήν του εργασίαν συμπληρώσει, χάριτι Χριστού, ο αγωνιστής την πρώτην βαθμίδα της μετανοίας, πού είναι και λέγεται καθαρτική και σημαίνει ό,τι ενίκησε τα πάθη της σαρκός και στον όρον του επιθυμητικού επέβαλε μόνον την χρείαν και οι αισθήσεις υπετάχθησαν στον νουν, ώστε τίποτα να μην απαιτούν ή ενεργούν κατ’ επιθυμίαν, θεραπεύεται το ένα μέρος του «τριμερούς της ψυχής», το επιθυμητικόν. Μετά απ’ αυτόν τον θρίαμβον της νίκης, πού ανήκει κυρίως στην σωστήν προσπάθειαν και κηδεμονίαν του νου, κερδίζει σαν βραβείον την ειρήνην των λογισμών και την είσοδον στους χώρους της ευχής, όχι αυτής πού έως τώρα κρατούσε με προσπάθειαν και κόπον και ετοιμασίαν. Η θεία χάρις πλέον, όχι ως αντιληπτική επίσκεψις και παρηγορία πού εφαίνετο περιοδικά, αλλά τώρα ως ενδημούσα κατάστασις παραμένει στον νουν του ανθρώπου και τον υψώνει στην δεύτερην βαθμίδα της πνευματικής ζωής, την λεγομένην «φωτιστικήν». Σ’ αυτό το στάδιον το πλείστον της εργασίας, πού περιέχεται στον όρον της μετανοίας, είναι η κυριότης του νου επί πάντων και η επικράτησις της χάριτος επί του νου. Όπως ο νους στην περίοδον της πρακτικής εργασίας υπέταξε τις αισθήσεις λογικά και προκάλεσεν την ισορροπίαν στην σωστή χρήσιν των πραγμάτων, τώρα η θεία χάρις βραβεύει τον νουν παραμένουσα μετ’ αυτού για ενίσχυσίν του στην σωστή κρίσιν και χρήσιν των νοημάτων, και τούτου ο άθλος είναι η είσοδος στην θεωρίαν.
Από την μεσαίαν τάξιν, αυτήν την «φωτιστικήν», αρχίζει στους αληθινούς αγωνιστές της μετανοίας η τάξις της θεωρίας, πού δεν είναι πλέον επίνοια του νου ή προσπάθεια κατά δικήν του βούλησιν ή προγραμματισμόν, αλλά αυθεντία και κυριότης της θείας χάριτος, πού, όπως και οπόταν και οσάκις θέλει, οδηγεί αυτή τον νουν εις θεωρίαν, αναλόγως της δικής του φωτιστικής καταστάσεως και ανάγκης, όπου επιβάλλει η περίστασις προς οικοδομήν, είτε της δικής του, είτε του πληρώματος της Εκκλησίας, όπως οι Πατέρες μας παρέδωσαν. Εθεωρήσαμεν επιβεβλημένην την μικρήν αυτήν παρέκκλισιν εκ του κειμένου μας, για να αναλύσωμεν σαφέστερα, το γιατί ο αείμνηστος Γέροντας έταξε σ’ αυτήν την βαθμίδα την θέσιν της πλάνης σαν μία συνέχεια, στην πνευματικήν ιεραρχίαν.
Δικαίως λοιπόν και ο εχθρός μας, μετά την προαγωγήν του αγωνιστού στα πνευματικά χαρίσματα, παρουσιάζεται με ανάλογες αντιδράσεις. Παρηγορεί η χάρις τον νουν με τους μητρικούς τρόπους της προνοίας της; Προσπαθεί και ο εχθρός να πλησιάση μέσω του ίδιου τρόπου, και να απατήση έτσι τον νουν και δικαίως αυτό ονομάζεται «πλάνη». Κατά το φιλοσοφικόν ρήμα «ουχ ευρήσεις τάξιν εν ατάκτοις» και πάλιν κατά τον Μωϋσήν «οι δε εχθροί ημών ανόητοι» στην καθ’ ημών όμως μάχην και πάλην οι πονηρότατοι δαίμονες γίνονται συνεπείς, όσο και αν τους χαρακτηρίζη η ακαταστασία. 
Ο σκοτεινός λαβύρινθος της πλάνης είναι δυσκατάληπτος. Οι κεντρικώτερες όμως αρτηρίες, πού οδηγούν σ’ αυτόν είναι δύο. 
Πρώτη και δεύτερη δεν χαρακτηρίζονται, γιατί δεν υπάρχει τάξις, η δε κάθε μία απ’ αυτές είναι ως εξής: Όσοι αγωνίζονται διανοητικά, δηλαδή περισσότερο με τον νουν και την εσωστρέφειαν, είναι αυτοί πού θα συναντήσουν παρηγοριά από την χάριν στο θεωρητικόν μέρος. Είτε κατά την ώρα της προσευχής κυρίως, είτε σε λεπτήν κατάστασιν ύπνου ή κάπως αλλοιώς θα τους πλησιάση η αναζητούμενη θεία χάρις για πληροφορίαν. Αυτήν ακριβώς την θέσιν παρακολουθεί και το πνεύμα της πλάνης και με εσχηματισμένον τρόπον, ενίοτε προλαμβάνει, όσον απουσιάζει ιδίως και η πραγματική πείρα του νου στο να διαγνώση ευκρινώς την ποιότητα του φαινομένου, και έτσι προσπαθεί να παρασύρη στην δική της προσοχήν. Αυτός είναι, ο ένας τρόπος της πλάνης. Εις όσους βαδίζουν τον πατημένο δρόμο της υποταγής και ταπεινοφροσύνης, ελάχιστα μπορεί να ενοχλήση αυτή η κακία, και περισσότερον πλησιάζει και παραμένει στους ιδιόρρυθμους και αυταρχικούς τύπους, πού νομίζουν ότι οι εξωτερικοί τύποι και γενικά οι ανθρώπινες προσπάθειες μόνες τους μπορούν να καρποφορήσουν. Στην κατάστασιν αυτήν, πού είναι εισαγωγική, με τόσην λεπτότητα και επιτηδειότητα μεταμορφώνεται η πλάνη σε σχήματα χάριτος και αληθείας, πού κινδυνεύουν και οι δόκιμοι να ταλαντευθούν, και κρίνεται απαραίτητη η υπακοή. Στην θέσιν αυτήν ο Γέροντας επιμένει στο ότι δεν πρέπει να δέχεται κανείς εξ ιδίας κρίσεως κανένα είδος αισθήσεως ή θεάματος, είτε φαντασίας, άνευ της διακρίσεως των εμπείρων.
Αναφέρομεν μερικούς ειδικούς τρόπους ή μορφές πού μετασχηματίζεται ευκολώτερα η πλάνη στους αγωνιζόμενους. Κάποτε στην προσευχή τους, όταν αρχίσουν λίγο να προχωρούν, τους παρουσιάζεται σαν φαντασία ταχύτατη κάποια λάμψις, πού αν την προσέξουν στην δεύτερην και τρίτη φορά μορφοποιείται σε σχήμα προσώπου ή πράγματος, αναλόγως, που έπεσε τον νουν να το παραδεχθή. Εάν καταφύγουν σε συμβουλή Γέροντος, εξασθενεί και υποχωρεί. Αν όμως πιστεύσουν, ότι για την αρετήν τους, τους άξιζαν και αναμένουν να τα ιδούν πάλιν, λόγω κάποιας ευλάβειας πού προσποιούνται, τότε αυξάνει η παρουσία του πονηρού σε πλέον συγκεκριμένα θεάματα.
Όλες αυτές οι ψευδαισθήσεις δεν έχουν κανένα πραγματικό ιδίωμα των όσων η θεία χάρις πληροφορεί τους δικούς της, αλλ’ απεναντίας είναι γεμάτες ταραχήν και σύγχυσιν, ερεθίζουσες συνάμα και τα κατώτερα πάθη του σώματος. Ο νους του πλανηθέντος σκοτίζεται και δεν μπορεί να διακρίνη, διότι ούτε της αληθινής χάριτος έχει πείραν, ούτε όμως ταπείνωσιν, για να αμφισβητήση την δικήν του κρίσιν. 
Στα αρχικά ακόμη στάδια, εάν ελέω Θεού ανακύψη ο παρασυρθείς και ζήτηση θεραπείαν, υπάρχει ελπίς να θεραπευθή τη επεμβάσει της Εκκλησίας. Αν όμως προχωρήση η πλάνη βαθύτερα, ώστε, κατά τον Γέροντα, «αν πλέον επέλθη η δηλητηρίασις του νοητού αίματος, είναι αληθώς πλέον κατά πολλά δύσκολον» και δικαίως θεωρείται ως δυσέκνιπτον η πλάνη.
Άλλοτε πάλιν αισθάνονται είδος ευωδίας και γενικά, εις οποίαν αδυναμίαν ο νους των κλίνει, σ’ αυτό το μέρος και το πνεύμα της πλάνης μετασχηματίζεται. Εις τους φανταζομένους αξιώματα αρχών και εξουσιών, δηλαδή εις όσους ζουν εισέτι αυτά τα πάθη, αν και προς καιρόν τα πολέμησαν, το πνεύμα της πλάνης υποδύεται αυτήν την προσφοράν και τους δείχνει στους ύπνους ότι τους εκλέγουν αρχηγούς και ποιμένας και πνευματικούς πατέρας για τη σωτηρία του κόσμου. Αυτός είναι ο ένας τρόπος του πνεύματος της πλάνης στην εισαγωγικήν του μορφήν. Αλλά και εις τους προχωρημένους δεν παραιτείται να πολεμήση, αρκεί να βρη απροφύλακτον τον αγωνιστήν και κλεπτόμενον από κάποιον πάθος. Εις τους προκόψαντας στην θεωρία παρουσιάζεται ως άγγελος Κυρίου, με μορφές αγίων και Αυτού τούτου του Σωτήρος μας Χριστού, αναλόγως της θέσεως πού βρίσκεται ο άνθρωπος του Θεού. Η άλλη πάλιν μορφή της πλάνης βρίσκεται περισσότερον στο πρακτικόν μέρος, πού συνήθως καθένας ξεκινά στην αρχήν της μετανοίας. Για μια σαφέστερην εικόνα και των δύο μορφών της πλάνης λέγομεν τα εξής. 
Η μεν μία, οπού περιγράψαμεν, σκοπόν έχει να συγχύση αυτούς πού εισήλθαν καλώς και να τους εμποδίση την πρόσβασιν και η άλλη, οπού εν συνεχεία θα αναφέρωμεν, είναι να μην αφήση να μπουν όσοι προς τούτο επείγονται, με το ίδιον πάντοτε αποτέλεσμα, την ζημίαν του αγωνιστού.
Δεν αρνούμεθα την αγωνιστικότητα στην εργασία της πρακτικής, πού είναι γέννημα του θείου ζήλου, όπως προαναφέραμεν. Απαραίτητη προϋπόθεσις είναι η τήρησις των πρακτικών αρετών, όπως και ο Κύριος μας μας παρέδωσε μετά το βάπτισμά του στον Ιορδάνην και την εις το όρος αναχώρησιν του. Νηστεία, αγρυπνία, προσευχή, ακτημοσύνη, αγνός βίος, ταπείνωσις, και γενικά τα μέσα αυτά, πού δαμάζουν την φιλαμαρτήμονα διάθεσιν. Τώρα, και εδώ βρίσκει τρόπους και οχυρώνεται η πλάνη με την εξής πρόφασιν. Είτε από συνήθειαν, είτε από έξιν, είτε από ιδιοσυγκρασίαν, κάθε άνθρωπος έχει κάποιαν ικανότητα περισσότερον των άλλων. Στην πνευματική ζωήν, όταν ξεκινήση, τότε αυτή η ικανότης του γίνεται βοήθεια σε κάποιο αγώνισμα, σε κάποιαν αρετήν. Ο θειος ζήλος, σαν ο πρώτος συνεργάτης του μετανοούντος, ενούμενος με το ίδιον του προτέρημα, οποιονδήποτε, τον βοηθά να προκόψη σύντομα σ’ αυτό το κατόρθωμα, σ’ αυτήν την αρετήν, μπορούμε να πούμε. Τότε, αρεσκόμενος σ’ αυτό πού με ευκολία κατορθώνει, μένει μόνο σ’ αυτό και δεν φροντίζει για άλλο κατόρθωμα ή αγώνισμα, πιστεύοντας ότι αυτό συμπληρώνει τον όρον της μετανοίας και μάλιστα βρίσκει και παραδείγματα από προηγούμενους πατέρας, οπού έχουν γράψει γι’ αυτήν την αρετήν.
Αναφέρω αυτολεξεί τα λόγια του Γέροντος γι’ αυτές ακριβώς τις μονομέρειες. «Πολλοί γαρ το πάλαι και νυν εκ των μοναζόντων πατέρων και αδελφών επεμελήθησαν μιαν αρετήν, λόγου χάριν την ησυχίαν, και εις ταύτην και μόνον τα ιστία των ήπλωσαν ανεξετάστως εάν κερδίζωσι ή ζημιώνωνται εξ αυτής… Άλλοι δε πάλιν ηρκέσθησαν απλώς εις μίαν άκραν νηστείαν, να μη φάγωσιν έλαιον ή μαγείρευμα, και εδέσμευσαν την ελευθερία των, επί τούτου και μόνον αρκούμενοι…» Είτε από μέρους, είτε στο σύνολον, εάν ο άνθρωπος εξέλθη της πραγματικότητας, πλάνη είναι και τον εμποδίζει να φθάση τον σκοπόν του. Σε όσους δε επικρατήσει αυτής της μορφής η πλάνη, να κρατούν μια μονομερή άσκησιν και να μην αφήνουν τον δικό τους λογισμόν, δικαιωματικά τους πολεμά η κενοδοξία για την επικρατούσαν αυτοπεποίθησιν και η ζημία είναι αυξημένη.
Ο Γέροντας εν συνεχεία αναφέρει και άλλα κατορθώματα, αγρυπνίαν, ακτημοσύνην, ακόμη και δάκρυα, στα οποία, αν μονομερώς παραμείνη πιστεύοντας μόνον σ’ αυτά, πλανάται και επιβουλεύεται την σωτηρίαν του. Απεναντίας «τον εργαζόμενον μετά συνέσεως πάσης ισοβαθμίως (τας αρετάς εννοεί) και όλας εξ ίσου ομού εν φρονήσει και γνώσει… εισίν τα μόνα απαραίτητα εργαλεία οπού εκτός των τοιούτων αδύνατον να αναβώμεν εις την τελειότητα…» Εδώ ο αείμνηστος Γέροντας παραθέτει ένα σχόλιον για μιαν ιεραρχικήν τάξιν των αρετών, και πώς απαραιτήτως πρέπει να τηρούνται ανελλιπώς, ώστε η θεία χάρις να επισκεφθή και να κατοικήση στον άνθρωπον. Επειδή όμως περί τούτου αναφέραμεν προηγουμένως, εκρίναμεν φορτικήν την επανάληψιν.
Πέραν όμως των κολακευτικών μέσων, πού τα πνεύματα της πλάνης προσπαθούν να παρασύρουν τους αγωνιζόμενους, δεν υστερούν και στην απειλήν προκειμένου να φοβίσουν τους απείρους και με αυτόν τον τρόπον να εμποδίσουν την καλήν τους πρόθεσιν. Αυτός ο τρόπος συνήθως γίνεται στην αρχήν της πρακτικής ιδίως ασκήσεως των μετανοούντων οπόταν επεμβαίνει με τρομακτικούς τρόπους για να προκαλέση δειλίαν και φόβον, ώστε να υποχωρήση ο βουλόμενος να αγωνισθή. Είτε αισθητά με κτύπους, σεισμούς, φωνές και άλλα, τρομοκρατεί τον θέλοντα να προσευχηθή ή άλλην τινά πνευματικήν εργασίαν να κάμη, χωρίς να είναι αληθινά τα φαινόμενα, γιατί μόνον αυτός τα ακούει, χωρίς όσοι είναι μαζί του να τα ακούουν ή να βλέπουν τίποτα. Άλλοτε δείχνει φαντάσματα ευκρινώς σε ελάχιστον διάστημα και τούτο όμως φαντασία, γιατί τα διάφορα σχήματα πού προβάλλει δεν υπάρχουν φυσιολογικά, άλλ’ αυτός τα πλάθει στην φαντασία, όπως και εις τον ύπνον τα όνειρα, πλην όμως προκαλεί φόβον και ταραχήν. Άλλοτε πάλιν στον ύπνον και πολλάκις αισθητά τον σφίγγει, τον πιέζει, του κόβει την αναπνοήν, και, ενώ θέλει να φωνάξη ή να κινηθή, δεν δύναται και βρίσκεται σε αγωνίαν. 
Στις βιογραφίες των πατέρων μας υπάρχουν αναρίθμητα τέτοια διηγήματα και άλλα σε οξυτέραν μορφήν, εις όσους αδίστακτα ορμούσαν στην πλήρη άρσιν του Σταυρού. Σ’ αυτούς όχι φανταστικά, αλλά πρακτικά και προσωπικά παρουσιάζονταν τα πονηρά πνεύματα και με όσην τους επέτρεπε ο Θεός εξουσίαν, επαίδευαν και ταλαιπωρούσαν τους πατέρας, πιστεύοντες ότι θα τους εμπόδιζαν από την κατά Θεόν τους πορείαν. Άλλοτε πάλιν φθάνουν, επιτρέποντος μόνον του Θεού, σε δυσδιάκριτον πονηρίαν, πού μόνον η θεία χάρις μπορεί να σώση τον ταπεινόν άνθρωπον από την κακουργίαν των. Μία ομάδα απ’ αυτούς τους πονηρούς δαίμονες παρουσιάζονται απειλητικοί και ορμούν να κακοποιήσουν, όσον έχουν άδειαν. Μετά παρουσιάζονται άλλοι απ’ αυτούς σε αγαθή μορφήν και διώκουν τους πρώτους με επιτιμήσεις, ως απεσταλμένοι δήθεν εκ Θεού για την βοήθειαν και σωτηρίαν του πειραζομένου, με κύριον σκοπόν να τον παρασύρουν στην κενοδοξία, ως προνοουμένου εξαίρετος υπό του Θεού. Εδώ χρειάζεται να λαβή θέσιν η ευχή του Παύλου, να τους σύντριψη ο Θεός «υπό τους πόδας των αγωνιστών εν τάχει». 
Εάν θελήση κανείς να αριθμήση τους σκοτεινούς διαδρόμους και περιπλανήσεις της αφόρητης αυτής κακίας, θα πη το Δαυϊτικόν εκείνον ρήμα: «Εξαριθμήσομαι αυτούς και υπέρ άμμον πληθυνθήσονται». Δικαίως αναφέρει το γραφικόν λόγιον «πάση φυλακή τηρεί σήν καρδίαν» και πάλιν, «εάν πνεύμα του εξουσιάζοντος αναβή προς σε, τόπον σου μη δώς».
Πάντων τούτων η διάγνωσις και λύτρωσις και σωτηρία, αλλά και αυτή η προκοπή και τελείωσις εν Χριστώ, δια της συνεργείας της θείας χάριτος επιτελείται. Εάν λοιπόν ο Κύριός μας κατά το λόγιον «ταπεινοίς δίδωσι χάριν», δεύτε πάντες προς την μακαρίαν ταπείνωσιν, ίνα συν αυτή πάντα ισχύσωμεν χάριτι Χριστού, αμήν.
Περί πλάνης σε γενικώτερες γραμμές

Επειδή περί πλάνης διαλαμβάνει η μικρή μας περιγραφή, δεν θα είναι παρέκκλισις, αν αναφέρωμεν και για την περιεκτικήν αύτη διαβολικότητα, πού μαστίζει την ανθρωπότητα. Πλάνη ουσιαστικά και οντολογικά είναι ο ίδιος ο διάβολος, αφού με εσφαλμένες ιδιοτελείς σκέψεις και αποφάσεις απέσπασε τον εαυτόν του από την πραγματικήν αλήθειαν, τον Θεόν, από τον οποίον έπαιρνε, κατά μετοχήν, το «ευ είναι» και όλην την ομαλήν λειτουργίαν της προσωπικότητας και έγινε ο ίδιος πλάνη, ως μη αληθώς και ορθώς σκεπτόμενος και κινούμενος. Μεταστραφείς πλέον στην ολικήν αυτήν διαστροφήν, επαναστάτησε πρώτα στον εαυτόν του και μετά στα όσα παρέσυρε, μεταφέρει δε και μεταδίδει αδιάκοπα την ιδικήν του πλέον διαστροφήν. Εάν, κατά την γνώμη των πατέρων μας, θέσιν και προσωπικότητα έχη μόνον το αγαθόν, το μη αγαθόν υστερείται και προσωπικότητα και θέσιν, αυτό πού έπαθε κατ’ ανάγκην ο σατανάς. 
Όταν όμως ο σατανάς προσπαθή να λαβή θέσιν και προσωπικότητα, αφού φυσικώς τα υστερείται, άρα τα παριστάνει ψευδώς και αυτό είναι η πλάνη. 
Ασφαλώς ύπαρξιν, σαν οντότητα, ο διάβολος έχει, γιατί απέθανεν μεν από του Θεού και της εννοίας κάθε καλού και της ζωής εν Θεώ, πλην όμως κατά την διαστραφείσαν του οντότητα υπάρχει ως σώμα θανάτου. Δεν παρουσιάζεται όμως υπ’ αυτήν του την μηδενικότητα, αλλά κλέπτει τους όρους του καλού, του αγαθού, του χρησίμου, του ευεργετικού —ψευδώς και πεπλανημένως— και απατά τους πειθομένους του. Σ’ αυτόν τον στασιασμόν της δικής του πτώσεως αδιάκοπα πολεμά να παρασύρη την πανανθρώπινην φύσιν, μερικώς και ολικώς, και αυτή η ενέργεια είναι και λέγεται πλάνη. 
Το πρώτον μέτωπον της απάτης του σατανά, της πλάνης, εφάνη στην πρώτη παρουσία της θείας αποκαλύψεως. Η περιεκτική πρόνοια του Δημιουργού στα υπ’ Αυτού γενόμενα κτίσματα επεκτείνεται, πέραν της δημιουργικής του ενεργείας, και εις την συντηρητικήν των όντων πρόνοιαν ως παρατεταμένη μορφή επεμβάσεως του Θεού εις τα κτίσματα. Μη δυνάμενος ο διάβολος να διαστρέψη την δημιουργικήν επέμβασιν του Θεού στα ποιήματά του, κατά τον άρρητον και ακατάληπτον τρόπον της θειας παντοδυναμίας, επεμβαίνει δολίως στον παρατεταμένον τρόπον της συντηρήσεως και κηδεμονίας των όντων και ιδία των λογικών. Η πρώτη του κρούσις έγινε στους πρωτοπλάστους, διαστρέψας ενώπιόν τους τους προνοητικούς όρους του Θεού, όπου έδειξεν σ’ αυτούς ο Θεός, χάριν της συντηρήσεως και προαγωγής τους στον τελικό σκοπόν και προορισμόν τους.
Μετά απ’ αυτήν του την επιτυχίαν ο διάβολος απέκτησε ως μόνιμο του έργον αυτόν τον όρον και νόμον της διαστροφής: να πείθη τα πάντα ψευδώς σε στασιασμόν προς πάσαν αλήθειαν και λογικήν, καυχώμενος δια το αποτέλεσμα της παρακωλύσεως του θείου σχεδίου περί των όντων και του τέλους ενός εκάστου κατά την θείαν βουλήν. Εξετάζοντες την αρχήν της ιστορίας από την δημιουργίαν του ανθρώπου, κατά πάσας τας γραφάς, συναντούμε μίαν πλήρη ομοιομορφίαν όλης της διαβολικής πολεμικότητος με τον ίδιον πάντα σκοπόν: αποπλάνησιν του ανθρώπου από την επίγνωσιν του Θεού, εις οποιανδήποτε βαθμίδα ή κλίμακα ευρίσκεται. Και αυτή ακόμα η προσωποποίησίς του σε θέσεις θεότητας, οπού επί σειράν αιώνων παραπλανούσε τον άνθρωπον, τούτο κυρίως επεδίωκε: στο να μην αναζητήση, ή μάλλον ανακαλύψη, ο άνθρωπος τον αληθή Θεόν, όπου θα ανεύρισκε την σωτηρίαν του. Δια της σαρκώσεως του ο Θεός Λόγος έφερε καίριον πλήγμα στην θεοποίησιν του πονηρού, αποκαλύψας την αληθή θεογνωσίαν και ανακαλέσας τους ανθρώπους στην αλήθειαν. Πάλιν όμως, ο αδίστακτος διάβολος, ωχυρώθη εις το κέλυφος της πλάνης κατά του ανθρώπου υπό άλλην μορφήν. Έως εδώ η πάλη ευρίσκετο στο πρώτο στάδιον. Να μη αφήση τον άνθρωπον να γνωρίση τον Θεόν, την αλήθειαν και αυτό, όπως και άλλοτε ετονίσαμεν, είναι το ένα είδος του γενικού σατανικού πολέμου.
Το δεύτερον τώρα είναι, όταν ο άνθρωπος, μέσω της κρείττονος του Θεού προνοίας, εγνώρισε τον Θεόν αποκαλυφθέντα και λαλήσαντα. Μη δυνάμενος ο εχθρός να αφανίση την αποκαλυφθείσαν αλήθειαν δεν πολεμά να πείση τον άνθρωπον να την αρνηθή —αν και τούτο εν μέρει σήμερον το επιτυγχάνει—, αλλά προσπαθεί να νοθεύση αυτήν την αλήθειαν, διαστρέφοντας τους όρους και τα δόγματα και συντάγματα της γνησιότητάς της, δια να υστερήση τους μαθητάς της από των αποκειμένων αμοιβών, πού είναι οι θείες επαγγελίες, αυτή ταύτη η σωτηρία του ανθρώπου. Αυτή η διαστροφή από την ορθήν δόξαν της αληθείας, πού λέγεται ευσέβεια, ονομάζεται αίρεσις, και με αναρίθμητες αιρέσεις κτυπά την Εκκλησίαν απ’ αυτής της ιδρύσεώς της, για να εμποδίση, όπως πιστεύει, τα σχέδια του Θεού. Αυτός είναι ο «πονηρός άνθρωπος», κατά την παραβολήν των ζιζανίων, πού έσπειρεν εν μέσω του καθαρού σίτου τα τόσα ζιζάνια, των οποίων ο Κύριος ηνέχθη την συμφυΐαν έως της ημέρας του θερισμού. Με διαιρέσεις και σκάνδαλα, ψευδοθρησκείες, αιρέσεις, φατρίες, και παντός είδους πλάνες και διαστάσεις, διασπά και συγχύζει το ανθρώπινον γένος αυτός ο λυμεών και έπ’ αυτού του κλύδωνος και του σάλου διαπλέει η αλήθεια, η «εκκλησία» του Χριστού, και «μακάριος ος φυλάξει ταύτα και συνήσει τα ελέη του Κυρίου». 
Να λοιπόν, πώς και διατί υπάρχουν τα τόσα σκάνδαλα επί γης και αυξάνουν οσημέραι, προκαλούντα την δυσφορίαν των πολλών, πού αγνοούν αυτό το μυστήριον. Προβαίνοντος δε του χρόνου, για τους «εις τα τέλη των αιώνων καταντήσαντας», τα σημεία των καιρών θάναι έτι ζοφερώτερα, ένεκεν της προαισθήσεως του πλανώντας την οικουμένην «ειδώτος ότι ολίγον καιρόν έχει». «Και ωργίσθη ο δράκων επί τη γυναικί (εκκλησία) και απήλθε ποιήσαι πόλεμον μετά των λοιπών του σπέρματος αυτής».
Υπάρχει και άλλο χάος σκοτεινότατον της πλάνης του σατανά, πάντοτε επίκαιρον και περισσότερον πρόσφορον στις ημέρες μας. 
Δύο γενικές αφορμές, συνυφασμένες με την ανθρώπινη ζωήν, ανοίγουν την θύραν σ’ αυτού του είδους την πλάνην. Η πρώτη είναι η ζωηρά επιθυμία του ανθρώπου να γνωρίση το μέλλον του και γενικά να κατανόηση τα αίτια των συμβαινόντων δυσχερών της ζωής του. Η άλλη αφορμή είναι η πολύπλευρη περιέργεια της γνώσεως των υπέρ φύσιν πραγμάτων, πού είναι και το σπουδαιότερον ζήτημα πού γενικά απασχολεί. Η πραγματική γνώσις κάθε υπερφυσικού πράγματος μόνον δια της υπέρ φύσιν θείας χάριτος πραγματοποιείται. Ο απατεών όμως διάβολος εδώ βρίσκει κατάλληλον έδαφος της δικής του πλάνης και απάτης, γιατί, σαν υπερφυσικόν πνεύμα πού είναι έναντι ημών των εχόντων σώμα παχύ και φαινόμενον, υποδύεται τον ρόλον της χάριτος και παρουσιάζει ψευδώς εικόνες και φάσματα ως αληθείς αποκαλύψεις και παρασύρει τον άνθρωπον.
Λειτουργώντας ο πνευματικός νόμος, σαν ο κώδικας της θεοπρεπούς οικονομίας προς τα κτίσματα, επιβάλλει στα στοιχεία και στους ανθρώπους τα μέτρα και μέσα εκείνα, πού ρυθμίζουν την παρούσαν ζωήν, και έτσι απαρτίζεται ο κύκλος του σύμπαντος νοήματος της ζωής. Σύμφωνα με τους ακατάληπτους αυτούς όρους και νόμους της προνοητικής αυτής κυβερνήσεως των όντων υπό του Θεού, υπάρχουν στον κανόνα της ζωής και τα διάφορα θλιβερά και επίπονα, στην γενική τους κλίμακα. Αυτού του είδους τους πειρασμούς, μέσω των οποίων ο Θεός ρυθμίζει την ζωήν ενταύθα και για το μέλλον, οι πλείστοι άνθρωποι τους αγνοούν, και, στην προσπάθειά τους για να τους αποφύγουν, πιάνονται στα δίκτυα του σατανά προσποιούμενου τον σωτήρα. Αν και πάντοτε απεδείχθη πλάνος και απατεών, ο άνθρωπος δεν κατόρθωσε να διαπιστώση αυτήν την παγίδα και να σωθή από τον κίνδυνον αυτόν. Ως αντάλλαγμα στους αφελείς του υπηκόους ο πονηρός απαιτεί υψηλά κεφάλαια, χωρίς αυτοί να γνωρίζουν την έκτασι της ζημίας τους, και, όταν θα ανακύψουν, δυσκολεύονται να απαλλαγούν της σατανικής επιδράσεως, πού σαν αιχμαλωσία τους στραγγαλίζει τη θέλησι και ελευθερίαν.
Με παρόμοιον τρόπον πλανώνται και οι περίεργοι και εγωϊσταί, πού εισδύουν αυθαδώς στα σκοτεινά άντρα του σατανά με τις πλαστές αληθοφάνειες, για να βρουν επιστημονικώ τω τρόπω, όπως τους αποπλανά, την αλήθειαν και να, πού βρίσκονται σήμερον τα τραγικά θύματα της νεολαίας μας, πού στους συνειδητούς προκαλούν αβάστακτον πόνον και στους ανεύθυνους υπευθύνους αδιαφορία και αδράνειαν. Μέσω των ανατολικών θρησκειών, όπου κρατούν τα πεπαλαιωμένα μαγικά σύμβολα και σχήματα, δίδει σήμερον ο δράκων, ο όφις ο αρχαίος και σατανάς, τα απατηλώτερά του μηνύματα.
Ο κατ’ εικόνα και ομοίωσιν θείαν κτισθείς άνθρωπος, και μετά την πτώσιν του ακόμα, συγκρατεί μέσα του σαν στοιχεία της οντότητός του την αίσθησιν και επιθυμίαν του υπερφυσικού. Δεν προβαίνομε σε θεολογικούς όρους περί τούτου, αλλά σε γενικές γραμμές χαράζομεν τις μορφές και φάσεις της πλάνης του σατανά, γιατί πάρα πολύ το θέμα αυτό είναι, όσο ποτέ άλλοτε, επίκαιρον. Αυτήν την αίσθησιν ο Θεός Λόγος δια της παρουσίας του όχι μόνον απεκάλυψεν εις την φύσιν της, αλλά και επραγμάτωσεν μεταδόσας στον άνθρωπον δια του σώματός Του, της Εκκλησίας, την εξουσίαν και δύναμιν να κληρονομήση όλον το πλήρωμα της υπέρ φύσιν καταστάσεως, γινόμενος κατά χάριν υιός Θεού. Τον πρακτικόν τρόπον, οπού ο άνθρωπος δύναται δια της χάριτος να φθάση σ’ αυτήν την θείαν επαγγελίαν, αναφέρομε σ’ όλον μας αυτό το ταπεινό σύγγραμμα, και ότι βαθμηδόν κανείς δια της κλίμακας της μετανοίας μεταφέρεται σ’ αυτό το πλήρωμα. Ο πονηρότατος διάβολος, μιμούμενος τα διάφορα στάδια πού ο άνθρωπος κοινωνεί με υπερφυσικές αξίες μέσω της αγιαζούσης θείας χάριτος, παραχαράζει, ως συνήθως, την αληθή θεοφάνεια με ψευδαισθήσεις της δικής του κακουργίας και ενεργείας και αποκοιμίζει τα δικά του θύματα, ότι καλώς βαδίζουν αφού βλέπουν και αισθάνονται πράγματα υπερφυσικά, όπως και η Εκκλησία παραδέχεται. Αυτή λοιπόν είναι η παγίδα των περιέργων και εγωιστών.
Η ουσία όμως της υπέρ φύσιν κοινωνίας δεν είναι σ’ ένα θέαμα ή σε μια ψευδαίσθησιν παρηγοριάς, και γενικά στο να ιδούμε ή να υποστούμεν κάποιον θαύμα, όπως καυχώνται οι οπαδοί των ψευδοθρησκειών. Η κοινωνία της υπέρ φύσιν καταστάσεως της ζωής είναι το πλήρωμα των επαγγελιών, πού παρέδωσε κληρονομικά στους πιστούς του ο Λόγος του Θεού- και να τι λέγει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης- «Όσοι γαρ έλαβον Αυτόν έδωκεν αυτοίς εξουσίαν τέκνα Θεού γενέσθαι, οι ουκ εκ θελήματος σαρκός, ουδέ εκ θελήματος ανδρός, άλλ’ εκ Θεού εγεννήθησαν». Ουχί θεαταί των υπέρ φύσιν θείων μυστηρίων και δωρεών αλλά κληρονόμοι, «κληρονόμοι μεν Θεού, συγκληρονόμοι δε Χριστού» και αυτό μόνον μέσω της Εκκλησίας και των θείων μυστηρίων αυτής, ασκούντες τις θείες αρετές κατά το θείον του Χριστού ευαγγέλιον, και όχι τη απάτη και μεσιτεία των αγυρτών και απατεώνων, στις μαγείες και στα γιόγκα των διαβολικών επιταγμάτων.
Περί Πλάνης
απόσπασμα από το βιβλίο:
»γέρων Ιωσήφ ο ησυχαστής»
τόμος β΄ (Πατρικαί Υποθήκαι)

http://agiosmgefiras.blogspot.gr/2012/06/blog-post_6447.html

Καθαρισμός τῆς καρδίας ( Γέροντος Ἰωσήφ τοῦ ἡσυχαστή )


papou Iosif 4
Το κέντρο της ζωής μας είναι η απασχόλησί μας με τον πνευματικό νόμο. Αυτός είναι και ο λόγος πού αρνηθήκαμε τον κόσμο και εγκαταλείψαμε τον οικογενειακό βίο, ο οποίος δεν είναι αμαρτωλός. Τον εγκαταλείψαμε, επειδή θελήσαμε να εκφράσωμε με ένα ιδιαίτερο τρόπο την αγάπη μας προς τον Θεό, τηρούντες έτσι με ακρίβεια την πρώτη εντολή.Κληθέντες από τον Θεό, ακολουθήσαμε την φωνή Του για να εφαρμόσωμε αυτή την εντολή. Και για να εύρωμε τον κατάλληλο χρόνο, τον απερίσπαστο μάλλον, εβγήκαμε έξω από την κοινωνία και αρνηθήκαμε τους οικογενείς μας, ασχολούμενοι λεπτομερώς με την εσωστρέφεια, ελέγχοντες τα νοήματα των πραγμάτων. Και αυτό τον τρόπο, να ημπορέσωμε να νικήσωμε όχι μόνο την πρακτική μορφή της αμαρτίας, αλλά να την αφανίσωμε από την γέννησί της. Όχι μόνο να μην αμαρτάνωμε πρακτικά, αλλά ούτε κατά διάνοια να έχωμε συνεργασία με το κακό. Και με αυτό τον τρόπο φθάναμε στον μακαρισμό του Κυρίου: «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία, ότι αυτοί τον Θεόν όψονται». Ο Ιησούς μας ανέφερε ότι: «Τα έξωθεν εισερχόμενα ου κοινούσι τον άνθρωπο», δηλαδή δεν τον μολύνουν.Εκείνα πού εξέρχονται από μέσα τον κάνουν ακάθαρτο. «Εκ γαρ της καρδίας εξέρχονται διαλογισμοί πονηροί, φόνοι, μοιχείαι, πορνείαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι». (Ματθ. 15,18). Αυτά είναι τα περισσεύματα της ακαθάρτου καρδίας τα όποια κινούμενα από μέσα προς το έξω, δημιουργούν το σώμα της περιεκτικής κακοηθείας. Και τότε καταρακώνεται η ελευθερία της προσωπικότητας του ανθρώπου, και από ευγενής και «κατ’ εικόνα και ομοίωσιν» πλασμένος πού είναι, γίνεται πονηρός και διεφθαρμένος. Επειδή μετέχομε και εμείς αυτής της αρρωστημένης καταστάσεως, εξήλθαμε από τον κόσμο ακριβώς γι’ αυτό τον λόγο. Κόσμο όταν λέμε δεν εννοούμε τους ανθρώπους. Κόσμος είναι το σύστημα του παλαιού ανθρώπου, πού κατά τον Παύλο είναι τα πάθη και οι επιθυμίες. Και κατά τον Ευαγγελιστή Ιωάννη, η «επιθυμία των οφθαλμών και η αλαζονεία του βίου», η αφροσύνη και γενικά η ματαιοφροσύνη.
Ευρισκόμενοι τώρα εδώ, προσέχαμε ακριβώς στο να γίνωμε «καθαροί τη καρδία», γιατί μονό έτσι θα ίδωμε τον Θεό, όσο επιτρέπεται βέβαια στην ανθρώπινη φύσι να έχη εμπειρία της οράσεως του Θεού. Το θέμα της παλιγγενεσίας δεν είναι η μεταφορά των ανθρώπων εις ένα ευδαιμονισμό. Αυτά τα παραδέχονται οι ξένες ομολογίες: Ο άνθρωπος μετά την παρουσία του Θεού Λόγου, δεν μεταφέρεται εις ένα ευδαιμονισμό, ούτε επανέρχεται από μία εξορία σε μια καλύτερη ζωή. Αυτά δεν είναι της Εκκλησίας μας γεννήματα, αλλά πεπλανημένες ιδέες.
Η κένωσι του Θεού Λόγου, μετέφερε στην ανθρώπινη φύσι την θέωσι. Έτσι ο άνθρωπος μεταφέρεται δια της Χάριτος – εάν αρχίσει από εδώ να πειθαρχή στο Θείο θέλημα- υποστατικά στην ένωσί του με τον Θεό. Όπως μετέχει το θετό παιδί στην περιουσία, στο όνομα και στην προσωπικότητα του πατέρα του, ενώ δεν είναι φυσικό παιδί, έτσι και εμείς.
Αν και δεν γεννηθήκαμε τρόπον τινά, από τον Θεό, με την υιοθεσία όμως απεκτήσαμε την ίδια θέσι, πού έχει ένα φυσικό παιδί. Αυτό για μας λέγεται θεανθρωπισμός.
Αυτό μας έφερε στη γη ο Θεός Λόγος. Όπως είπε ο ίδιος: «Εγώ πάτερ, εν αυτοίς και συ εν εμοί» και «την δόξαν ην δέδωκας μοι δέδωκα αυτοίς», και άλλου «Θέλω ίνα όπου ειμί εγώ κακείνοι ώσι μετ’ εμού,ίνα θεωρώσι την δόξαν την εμήν», και πάλι «υμείς φίλοι μου έστε, εάν ποιήτε όσα εγώ εντέλλομαι υμίν ουκέτι υμάς λέγω δούλους». Και όταν του εζήτησαν να τους μάθη να προσεύχονται, κατ’ ευθείαν τους είπε: «Πάτερ, ημών ο εν τοις ουρανοίς».
Για να επιτευχθή όμως αυτό και να εισέλθωμε στους κόλπους της υιοθεσίας, πρέπει να προσέξωμε, όχι μόνο να μην αμαρτάνωμε, αλλά να κτυπήσωμε την ρίζα της αμαρτωλότητος, ώστε και μέσα στην διάνοια μας να μην έχη θέσι. Όταν καθαρίση η καρδιά από τις ενέργειες των παθών, πού είναι ο παλαιός άνθρωπος, έρχεται τότε το Άγιο Πνεύμα και κατοικεί. Προσέξετε πώς ο Ιησούς μας το αναφέρει. «Εάν τις αγαπά με, τον λόγον μου τηρήσει, και ο πατήρ μου αγαπήσει αυτόν, και προς αυτόν ελευσόμεθα και μονήν παρ’ Αυτώ ποιήσομεν».
Κοιτάξετε τι λέει, «μονήν»· δεν λέει ότι θα έλθωμε να σας επισκεφθούμε, όπως κάνομε εμείς μια επίσκεψι, αλλά λέει ότι θά κάνωμε διαμονή. Αυτός είναι ο Θεανθρωπισμός.
Η απαλλαγή μας όμως από την αμαρτία δεν γίνεται αυτομάτως αλλά σταδιακά, όπως γίνεται η σωματική αύξησι. Με την εμμονή μας, σιγά-σιγά επιτελείται δια της Χάριτος μυστηριωδώς η κάθαρσι της καρδιάς. Καθαρίζη πρώτα ο νους και φωτίζεται, και έτσι συλλαμβάνει καλά τα νοήματα και δεν πλανάται. Μετά την σωστή χρήσι των νοημάτων και την τήρησι της ακριβείας των εντολών, καθαρίζεται και η καρδιά. Τότε εισέρχεται η Θεία Χάρις μόνιμα και κάνει τον άνθρωπο αληθινά θεοφόρο. Και ο άνθρωπος αυτός ενώ είναι ζωντανός, μεταφέρθη «εκ του θανάτου εις την ζωή». Αυτό είναι ο αγιασμός . Τότε εις αυτόν δεν λειτουργούν οι φυσικοί νόμοι. Κοινωνεί μόνιμα με την θεία Χάρι και εισέρχεται στο υπέρ φύσι, ούτως ώστε να έχη το διορατικό ή το προφητικό χάρισμα. Δεν φοβάται τις ασθένειες, τους κινδύνους, διότι μεταφερόμενος στη θέσι της υιοθεσίας τον σκεπάζει η θεία Χάρις· και όταν κάποτε θα φύγη από τον κόσμο αυτό, θα κερδίση τις άξιες των επαγγελιών, πού μας υπεσχέθη ο Χριστός μας.
Και αυτές τις ήμερες, αν είστε λίγο προσεκτικοί, θα αισθανθήτε περισσότερο την επίδρασι της Χάριτος, διότι όπως έλεγε ο αείμνηστος Γέροντας μας, ο Χριστός χαρίζει πλουσιότερα τα δώρα Του στις μεγάλες εορτές, σαν μια ιδιαίτερη ευλογία. Αλλά υπάρχει λόγος στο να μην είμεθα και να μην γίνωμε προσεκτικοί; Αφού αυτό είναι το κέντρο του στόχου μας! Πώς να μην γίνωμε ευλαβείς, ζηλωταί, προσεκτικοί, πραγματικοί λάτρεις του Χριστού μας, ο οποίος πιστεύομε ότι μας εκάλεσε αφού μας προώρισε και μας εδικαίωσε και απομένει μόνο η ελεημοσύνη Του να μας δοξάση στην εσχάτη εκείνη ώρα, όταν θα φύγωμε από τον κόσμο αυτό;
Και να τώρα θα εισέλθωμε στα «ταμεία» μας, και αποκλείομε την θύρα μας και προσευχόμεθα και εξομολογούμεθα και προσπίπτομε στον Χριστό μας και με όλη την ψυχή και την καρδία και διάνοια και θέλησι και πρόθεσι και δράσι αποδίδαμε τάς ευχάς μας ενώπιόν Του, πού έχει υποσχεθεί στους αμαρτωλούς. Με πραότητα, με ταπείνωσι και καλοσύνη να προσπίπτετε με τον τρόπο αυτό. Είναι ο μυστικότερος τρόπος της μεταβολής του χαρακτήρας, πού προκαλεί τις πνευματικές εξάρσεις και αλλοιώσεις: «Αύτη η αλλοίωσις της δεξιάς του Υψίστου». Αλλοίωσι πού μεταβάλλει τον πήλινο άνθρωπο, τον αμαρτωλό, τον περικείμενο τους δερμάτινους χιτώνας. Τον μεταβάλλει σε πνευματικό όν, πού το περιτριγυρίζουν και επιθυμούν οι Άγγελοι να παρακύψουν. Βλέπουν τις καλές αυτές διάνοιες, πού προσπαθούν να ξεπεράσουν τον νόμο της βαρύτητας και να μεταφερθούν στο υπερουράνιο θυσιαστήριο, εκεί όπου «πρόδρομος υπέρ ημών εισήλθεν Χριστός, εις τα Αγια αιωνίαν λύτρωσιν ευράμενος» (Έβρ. 9,12).
Όσα δεν αφορούν τον ουρανό, ξεχάστε τα. Εκεί είναι το πολίτευμα μας. Εκεί μας αναμένει ο Ιησούς μας. «Εάν πορευθώ και ετοιμάσω υμίν τόπον, πάλιν έρχομαι και παραλήψομαι υμάς προς εμαυτόν,ίνα οπού ειμί εγώ και υμείς ήτε». Ποιά καρδιά, αισθανόμενη αυτά τα ρήματα, δεν θά ραγίση, ακόμη και αν είναι από γρανίτη κατασκευασμένη; Η ανερμήνευτος παναγάπη Του δεν ετελείωσε με την θεία Του κένωσι και την παραμονή Του μαζί μας στην γη αυτή, όπου ενεδύθη την ιδική μας ταπείνωσι και πτώχεια. Αλλά και στους πατρώους κόλπους αναπαυόμενος «εν πάση τη δόξη Αυτού», πάλι μας ενθυμείται και «ουκ εάσει ημάς ορφανούς πώποτε, αλλά, μεθ’ ημών εστί πάσας τάς ημέρας».
Όλοι πρόθυμοι τώρα ξεκινείστε με άμιλλα πνευματική, να φιλοδοξήτε να πέραση ο ένας τον άλλο. Και αυτό ακριβώς είναι το αξιέπαινο. «Αύτη η γενεά ζητούντων τον Κύριον».
ΕΡΩΤΗΣΗ – ΑΠΑΝΤΗΣΗ
Ερ.: Γέροντα, πρέπει να προσευχώμαστε για όποιον μας ζήτα ή για τους αδελφούς της συνοδείας μας, πού λείπουν έξω στον κόσμο;
Απ.: Για τα μέλη της συνοδείας μας έχομε χρέος να προσευχόμαστε, διότι ανήκομε όλοι στο ίδιο σώμα. Όταν δε ευρίσκεται κανείς έξω από το περιβάλλο του, δεν ημπορεί να έχη την ίδια προσοχή και αίσθησι Χάριτος και κατάστασι πού έχει όταν είναι στην φωλιά του. Εις αυτές τις περιστάσεις, πού ευρίσκεται κάποιος έξω από την μάνδρα, δεν ξέρομε τι ημπορεί ο διάβολος να επινόηση εις βάρος του, διότι είμεθα άνθρωποι και ποιος έχει εμπιστοσύνη στον εαυτό του; Με μια στροφή του νου προς τον Χριστό μας, να επικαλήσθε την θεία βοήθεια, την θεία Χάρι για την επιτυχία του σκοπού για τον οποίο εξήλθε ο αδελφός· και με μια μικρή προσευχή, να γίνεται αφορμή να σκεπάζεται οποιοσδήποτε απουσιάζη από τη συνοδεία, διότι ευρίσκεται σε ανοικτό μέτωπο και δεν γνωρίζομε από πού θα δεχθή την κρούσι.
Για τους άλλους τώρα σύμφωνα με την Πατερική παράδοσι, οι νέοι, οι αρχάριοι, δεν ωφελούνται όταν εύχονται για άλλα πρόσωπα, διότι είναι και αυτή μια πρόφασι από τα δεξιά για να δημιουργή σκορπισμό.
Φυσικά όπως και άλλοτε σας ερμήνευσα, δεν φιλοδοξούμε να ευχόμεθα για τον καθένα, όχι διότι μισούμε τον πλησίο μας, μη γένοιτο, αλλά γνωρίζοντες ότι είμεθα αδύνατοι και δεν έχομε παρρησία είμεθα λίγο συνεσταλμένοι και ο Θεός βλέποντας το ταπεινό φρόνημα, ότι δηλαδή απέχομε γι’ αυτό τον σκοπό, συμπληρώνει η αγαθότης Του την πρόθεσι της καρδίας και την πρόθεσι της αγάπης πού αισθανόμεθα απέναντι του καθενός.
Πηγή:  agapienxristou.blogspot.ca

Ο ΘΥΜΟΣ ΣΚΟΤΩΝΕΙ (Ἡσυχασμὸς καὶ Ἰατρικὴ “συμφωνοῦν”)



«Ὅταν σοῦ ἔλθει θυμός,
κλεῖσε τὸ στόμα δυνατά».
(Γέρων Ἰωσὴφ ὁ Ἡσυχαστὴς)

(ἀποσπάσματα σὲ νεοελληνικὴ ἀπόδοση
ἀπὸ τὸ βιβλίο: «Ἔκφρασις Μοναχικῆς ἐμπειρίας»,
ἔκδ. Ἱ. Μ. Φιλοθέου, Ἅγ. Ὄρος)

.                  Γράφεις γιὰ τὸ θυμὸ στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνόητου. Ὁ θυμὸς ἀπὸ μόνος του, εἶναι φυσικός. Ὅπως τὰ νεῦρα στὸ σῶμα. Εἶναι καὶ αὐτὸς νεῦρο ψυχῆς. Καὶ ὀφείλει νὰ τὸν μεταχειρίζεται ὁ καθένας ἐναντίον τῶν δαιμόνων, ἀνθρώπων αἱρετικῶν, καὶ σὲ ὅσους τὸν ἐμποδίζουν ἀπὸ τὸν δρόμο τοῦ Θεοῦ. Ἐὰν δὲ θυμώνεις κατὰ τῶν ὁμοψύχων ἀδελφῶν ἢ γίνεσαι ἐκτὸς ἑαυτοῦ, χαλᾶς τὰ ἔργα τῶν χεριῶν σου, γνώριζε ὅτι πάσχεις ἀπὸ κενοδοξία καὶ κάνεις παράχρηση τοῦ νεύρου τῆς ψυχῆς. Ἀπαλλάσσεσαι δὲ μὲ τὴν ἀγάπη πρὸς ὅλους καὶ τὴν ἀληθινὴ ταπείνωση.
.                  Γι’ αὐτό, ὅταν σοῦ ἔλθει θυμός, κλεῖσε τὸ στόμα δυνατὰ καὶ μὴ μιλήσεις σ’ αὐτὸν ποὺ σὲ βρίζει ἢ σὲ ἀτιμάζει ἢ σὲ ἐλέγχει ἢ μὲ πολλοὺς τρόπους καὶ χωρὶς λόγο σὲ πειράζει. Καὶ αὐτὸς σὰν τὸ φίδι θὰ στρίψει μέσα στὴν καρδιά, θὰ ἀνέβει μέχρι τὸ λαιμό, καὶ ἀφοῦ δὲν θὰ τοῦ δώσεις διέξοδο θὰ πνιγεῖ καὶ θὰ σκάσει. Καί, ὅταν αὐτὸ ἐπαναληφθεῖ λίγες φορές, θὰ λιγοστέψει καὶ θὰ πάψει τελείως.
.                  Ἐπειδὴ ὁ ἄνθρωπος εἶναι πλασμένος λογικὸς καὶ ἥμερος, διορθώνεται ἀσυγκρίτως καλύτερα μὲ τὴν ἀγάπη καὶ τὸν ἥμερο τρόπο, παρὰ μὲ τὸν θυμὸ καὶ τὴν ἀγριότητα.
.                  Αὐτὸ τὸ βρῆκα καὶ ἐγὼ μετὰ ἀπὸ πολλὴ καὶ μεγάλη δοκιμασία. Μὲ τὸ καλὸ καὶ μὲ τὴν ἀγάπη μπορεῖς νὰ κάνεις πολλοὺς νὰ ἡμερέψουν. Καὶ ἂν κανεὶς εἶναι καλοπροαίρετος, τὸν κάνεις γρήγορα νὰ συμμορφωθεῖ, νὰ γίνει Ἄγγελος τοῦ Θεοῦ.
.                  Λοιπὸν αὐτὸ λέω σὲ σένα καὶ σὲ ὅλους: Ποτὲ μὲ θυμὸ μὴ ζητᾶτε νὰ διορθώνετε, διότι πειρασμὸς τὸν πειρασμὸ δὲν βγάζει· ἀλλὰ μὲ ταπείνωση καὶ ἀγάπη εἰλικρινῆ. Ὅταν βλέπεις ὅτι ὑπάρχει θυμός, ἄφησε πρὸς στιγμὴν τὴν διόρθωση. Καὶ ὅταν δεῖς ὅτι πέρασε ὁ θυμὸς καὶ ἦλθε εἰρήνη καὶ λειτουργεῖ χωρὶς πάθος ἡ διάκριση, τότε λὲς τὰ ὠφέλιμα.
.                  Ποτὲ δὲν εἶδα ἐγὼ νὰ γίνει διόρθωση μὲ θυμό, ἀλλὰ πάντοτε μὲ ἀγάπη. Τότε καὶ ὁ νουθετούμενος θυσιάζεται. Λοιπὸν ἔτσι νὰ κάνετε. Πάρε παράδειγμα ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό σου. Πότε ἡμερεύεις; Μὲ τὶς ὕβρεις, ἢ μὲ τὴν ἀγάπη;
.                  Καὶ δὲν θαυμάζεις τὸν λόγο ποὺ λέγει ἐκεῖνος ὁ Ἅγιος στὸ Γεροντικὸ “ὅτι ὁ θυμώδης καὶ ὀργίλος ἄνθρωπος, καὶ νεκρὸν ἀκόμη ἐὰν ἀναστήσει, δὲν εἶναι δεκτὸς στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ”;
.                  Λὲς ὅτι σέβεσαι τοὺς λόγους μου. Δοκίμασε λοιπὸν ἐὰν ἀληθεύει αὐτό, νὰ κάνεις αὐτὰ ποὺ σοῦ γράφω. Πνίξε τὸ πάθος, ὅταν ἔλθει νὰ σὲ πνίξει αὐτό. Κράτα τὸ φίδι μέσα κλειστὸ μία καὶ δύο καὶ πολλὲς φορές, καὶ ἀμέσως θὰ βρεῖς τὸ δρόμο τῆς χαρᾶς καὶ τῆς νίκης. Καὶ τότε θὰ ἐνεργήσουν ἀμέσως οἱ προσευχὲς ποὺ κάμνω γιὰ σένα. Καὶ ἀφοῦ νικηθεῖ ἡ μητέρα, καταπίπτει ὅλο τὸ σμῆνος τῶν θυγατέρων, ποὺ γεννᾶ ὁ θυμός. Διότι τὰ κύρια πάθη, ποὺ γεννοῦν ὅλα τὰ ἄλλα, εἶναι θυμὸς καὶ ἐπιθυμία,
.                  Λοιπόν, πνίξε μὲ ὅλη σου τὴ δύναμη τὸν θυμό, κάθε στιγμὴ ποὺ θὰ κινηθεῖ, καὶ θὰ τὸν βρεῖς τὴν ἑπομένη φορὰ ἀσθενέστερο. Καὶ πάλιν ἐξακολούθησε νὰ τὸν κτυπᾶς καὶ νὰ τοῦ κόβεις τὸ κεφάλι, ὅταν τὸν δεῖς νὰ σηκώνει κεφάλι καὶ σὲ λίγο θὰ δημιουργηθεῖ ἡ ἀταραξία ποὺ εἶναι ὁ καρπὸς τῆς μακροθυμίας. Μετὰ ἀκολουθεῖ εἰρήνη καὶ χάρις, καὶ ὅλα τὰ ἄλλα ἀγαθά.
.                  Ἀντιστάσου λοιπὸν μὲ ἀντίρρηση. Μὴν ἀφήνεις τοὺς λογισμοὺς νὰ εἰσέρχονται, ἀλλὰ πολέμησε μὲ τὴν προσευχή. Πολέμησε μὲ ἀνδρεία καὶ ὄχι μὲ χαυνότητα. Καὶ ἀμέσως παραλύουν. Καὶ κάνοντας ἔτσι θὰ ἀνθήσει τὸ ἄνθος τῆς καθαρότητας καὶ ἁγνείας, καὶ θὰ χαίρεται ἡ ψυχή σου χαρὰ ἀνεκλάλητη καὶ θὰ ἔχεις πληροφορία ὅτι ἀπὸ τώρα σοῦ ἑτοιμάσθηκε τόπος τῆς ἀναπαύσεως.

ΠΗΓΗ: gerontesmas.com (ἀπὸ ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ)

Τὸ ξέσπασμα θυμοῦ ὀκταπλασιάζει τὸν κίνδυνο ἐμφράγματος

.                 Ὁ κίνδυνος ἐμφράγματος εἶναι 8,5 φορὲς μεγαλύτερος μέσα στὸ πρῶτο δίωρο μετὰ ἀπὸ ἕνα ξέσπασμα ἔντονου θυμοῦ, σύμφωνα μὲ μία νέα αὐστραλιανὴ ἐπιστημονικὴ ἔρευνα. Οἱ ἐρευνητές, μὲ ἐπικεφαλῆς τὸν δρα Τόμας Μπάκλεϊ τοῦ Πανεπιστημίου καὶ τοῦ Βασιλικοῦ Νοσοκομείου τοῦ Σίδνεϊ, ποὺ ἔκαναν τὴ δημοσίευση στὸ περιοδικὸ «European Heart Journal» τῆς Εὐρωπαϊκῆς Ἑταιρείας Καρδιολογίας, μελέτησαν -μὲ τὴ βοήθεια στεφανιαίας ἀγγειογραφίας- 687 ἀσθενεῖς ποὺ εἶχαν εἰσαχθεῖ σὲ νοσοκομεῖο λόγῳ πιθανοῦ ἐμφράγματος. Ἡ μελέτη ἔδειξε ὅτι ἕνα ἐπεισόδιο συνηθισμένου θυμοῦ δὲν αὐξάνει τὸν κίνδυνο ἐμφράγματος. Ὅταν ὁ θυμὸς ὅμως εἶναι ἀσυνήθιστα ἔντονος, τότε ὁ καρδιαγγειακὸς κίνδυνος τουλάχιστον ὀκταπλασιάζεται. Οἱ ἐρευνητὲς διαπίστωσαν μὲ τὴν ἀγγειογραφία τὸ ὀξὺ μπλοκάρισμα τῶν στεφανιαίων ἀρτηριῶν, ποὺ μπορεῖ νὰ συμβεῖ μετὰ ἀπὸ περιστατικὰ πολὺ ἔντονου θυμοῦ.
.                 Ἡ μελέτη ἐπιβεβαιώνει αὐτὸ ποὺ ἔχουν δείξει ἄλλες ἔρευνες, ἀλλὰ καὶ ἡ κοινὴ ἐμπειρία, ὅτι ὁ ἔντονος θυμὸς μπορεῖ νὰ πυροδοτήσει ἔμφραγμα τοῦ μυοκαρδίου. Ἐκτὸς ἀπὸ τὸν θυμό, καὶ τὸ ἔντονο ἄγχος μπορεῖ νὰ δράσει ἀνάλογα. Ἡ μελέτη δείχνει ὅτι αὐξάνεται ἕως 9,5 φορὲς ὁ κίνδυνος ἐμφράγματος δύο ὧρες μετὰ ἀπὸ ἕνα ὀξὺ ἐπεισόδιο ἔντονου ἄγχους. Οἱ ἐρευνητὲς ἀνέφεραν μία ποικιλία παραγόντων ποὺ εὐθύνονται γιὰ τὸν ἔντονο θυμό, κυρίως οἱ διαπληκτισμοὶ μὲ ἄλλα μέλη τῆς οἰκογένειας, μὲ φίλους, μὲ συναδέλφους στὴ δουλειὰ ἢ κατὰ τὴν ὥρα τῆς ὁδήγησης. Τὰ ξεσπάσματα θυμοῦ στὴν οἰκογένεια καὶ στὴ δουλειὰ φαίνεται νὰ εἶναι τὰ πιὸ ἐπικίνδυνα γιὰ τὴν πρόκληση ἐμφράγματος.
.                 Ὅπως εἶπε ὁ Τόμας Μπάκλεϊ, ὁ κίνδυνος αὐξάνει, ἐπειδὴ λόγῳ τοῦ ἔντονου θυμοῦ ἐπιταχύνεται ἡ λειτουργία τῆς καρδιᾶς καὶ αὐξάνεται ἡ πίεση τοῦ αἵματος, πράγμα ἐπιβαρυντικό, ἰδίως ἂν ὑπάρχει ἤδη στένωση ἀρτηρίας καὶ τάση γιὰ θρόμβωση σὲ ἕναν ἄνθρωπο.
.             Ὅσοι θυμώνουν εὔκολα, σύμφωνα μὲ τοὺς ἐρευνητές, πρέπει νὰ ἐλέγχουν συχνὰ τὴν πίεσή τους καὶ ἐπίσης καλὰ θὰ ἔκαναν νὰ κόψουν τὸ τσιγάρο.

 ΠΗΓΗ: medicalnews.gr

Καὶ μὲ τὰ κομποσχοίνια σώζονται οἱ κολασμένοι!

Καὶ μὲ τὰ κομποσχοίνια σώζονται οἱ κολασμένοι!

Τὸ ὅραμα μὲ τὴν διατροφὴ ζώντων – κεκοιμημένων 
Ἡ δύναμη τοῦ κομποσχοινιοῦ
 
Κάποτε ἕνας ἀδελφός, ὅταν βρισκόμασταν στὴν Ν. Σκήτη, περιέπεσε σ’ ἕνα ἀμφίβολο λογισμό: «Προσευχόμαστε, ἀγρυπνοῦμε…, ὡραία αὐτά. Ὅμως κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο βοηθοῦμε καὶ τοὺς ἄλλους ἢ μόνον τὸν ἑαυτό μας;». Ἐνῶ ἑτοιμαζόταν νὰ ἐξομολογηθεῖ αὐτὸν τὸν λογισμὸ στὸν Γέροντα, τὸν πρόλαβε ὁ δεύτερος καὶ μὲ πρόσωπο ποὺ φαινόταν βαθιὰ συγκινημένο, λέγει στὸν ἀδελφό. Ἀπόψε παιδί μου, ὁ Θεός μού ἔδειξε τὸ ἕξης φοβερὸ θέαμα: Ἐνῶ προσευχόμουν, γιὰ μία στιγμή μοῦ φάνηκε ὅτι βρισκόμουν σὲ μία πολὺ μεγάλη τράπεζα. 
Στεκόμουν μπροστὰ σὲ μία πόρτα ποὺ ἔμοιαζε σὰν τὴν ὡραία πύλη τῆς ἐκκλησίας. Μέσα ἐκεῖ σ’ αὐτὸν τὸν χῶρο, ἀμέτρητα πλήθη περίμεναν σειρά. Ἐγὼ ἔμοιαζα σὰν ἀρχισιτοποιός. Μέσα σ’ αὐτὸν τὸν χῶρο διέκρινα καὶ σας νὰ βρίσκεστε κοντά μου. Κόβατε κάτι μεγάλα σὰν πρόσφορα καὶ μοῦ τὰ φέρνατε. Ὁ ἄλλος κόσμος περνοῦσε σὲ δύο σειρές, στὴν μία οἱ ζωντανοί, στὴν ἄλλη οἱ πεθαμένοι. Τοὺς μοίραζα ὅλους ἀπὸ μία μερίδα εὐλογία καὶ φεύγανε ὅλοι χαρούμενοι. Διέκρινα μέσα πάρα πολλοὺς γνωστούς μου, ὅσους εἶχα γραμμένους, ζωντανοὺς – πεθαμένους, στὸ μνημονοχάρτι.
Καὶ ὁ ἀδελφὸς μὲ τὴν σειρά του: – Γέροντα, αὐτὸ γιὰ μένα ἦταν. Μοῦ ἔλυσες τὴν ἀπορία μου. Τώρα κατάλαβα, τί προσφέρουν οἱ προσευχὲς καὶ τὸ μνημόνευμα στὴν…
προσκομιδὴ γιὰ ὅλον τὸν κόσμον.
Ἀφοῦ παιδί μου ἐνδιαφέρεσαι, νὰ σοὺ πῶ καὶ κάτι γιὰ τὸ κομποσχοίνι πιὸ φοβερό, γύρω ἀπὸ τὴν ζωὴν τοῦ Γέροντά μου. Ὁ Γέροντάς μου, εἶχε στὸν κόσμον μία ἐξαδέλφη. «Ἂν καὶ ἡ ζωή της δὲν ἦταν τόσο καλή, ὁ Γέροντας ὅμως τὴν ἀγαποῦσε πολύ. Κάποτε τὸν εἰδοποίησαν ὅτι ἡ ἐξαδέλφη του πέθανε καὶ μάλιστα ὄχι καλά. Ἔκαμνε διάφορους μορφασμούς, θεατρινισμούς· μιλοῦσε ἄσχημα κλπ. καὶ σ’ αὐτὰ τὰ χάλια πάνω ξεψύχησε. Μόλις τὸ μαθαίνει ὁ Γέροντας, ἄρχισε τὰ κλάματα. Ἐγὼ παραξενεύτηκα· τόση εὐαισθησία· νὰ κλαίει τόσον πολύ. Ὅμως κατάλαβε ὁ ἴδιος τὸν λογισμό μου καὶ μὲ προλαβαίνει: «Ἐγὼ δὲν κλαίω παιδί μου ποὺ πέθανε· ἀλλὰ κλαίω γιατί κολάστηκε».
Ὡστόσο ἀπ’ ἐκείνη τὴν ἡμέραν ὁ Γέροντας δώστου συνέχεια νηστεία καὶ προσευχὴ γιὰ τὴν ἐξαδέλφη του. Ὕστερα ἀπὸ ἀρκετὲς ἡμέρες, βλέπω τὸν Γέροντα πολὺ χαρούμενο. «τί συμβαίνει Γέροντα;». «Νὰ σοὺ πῶ παιδί μου. Ἀφοῦ ὅλες αὐτὲς τὶς μέρες δὲν ἡσύχασα νὰ προσεύχομαι καὶ ν’ ἀγρυπνῶ μὲ νηστεία καὶ δάκρυα γιὰ τὴν ξαδελφούλα μου, σήμερα εἶδα τὸ ἕξης εὐχάριστο καὶ θαυμαστὸ ὅραμα. Ἐνῶ προσευχόμουν βλέπω ζωντανὰ τὴν ξαδελφούλα μπροστά μου καὶ μοῦ φωνάζει μὲ πολλὴ ἀγαλλίαση: «Σήμερα εἶναι ἡ μέρα τῆς σωτηρίας μου. Σήμερα γλίτωσα ἀπὸ τὴν κόλασιν. Σήμερα πηγαίνω στὸν παράδεισο».
Ξαφνικὰ τὴν ἴδια στιγμὴ βλέπω τὸν μακαρίτη τὸν παπα-Γιώργη μπροστά μου. Αὐτὸς εἶναι ἕνας σύγχρονος ἅγιος. Ὅταν ἤμουν στὸν κόσμον τὸν πρόλαβα. Ἔβαλε στὸ μυαλό του, εἶναι δυνατόν, νὰ βγάλει ὅλους τούς ἁμαρτωλοὺς ἀπὸ τὴν κόλασιν. Κάθε μέρα λειτουργοῦσε καὶ μνημόνευε χιλιάδες ὀνόματα. Κατόπιν γυρνοῦσε τὰ μνήματα καὶ ὅλη μέρα διάβαζε τρισάγια καὶ μνημόσυνα στοὺς πεθαμένους. Ἀφοῦ λοιπὸν ἐν ὄρομα τὸν εἶδα μπροστά μου, τὸν ἀκούω καὶ μὲ μεγάλο θαυμασμό μού λέγει: «Βρὲ-Βρέ… ἐγὼ μέχρι τώρα νόμιζα ὅτι οἱ πεθαμένοι σώζονται μόνο μὲ λειτουργίες καὶ μνημόσυνα. Τώρα ὅμως εἶδα καὶ κατάλαβα ὅτι καὶ μὲ τὰ κομποσχοίνια σώζονται οἱ κολασμένοι». καὶ ξανὰ μὲ θαυμασμό: «καὶ μὲ τὰ κομποσχοίνια σώζεται ὁ κόσμος…!». Μ’ αὐτὸ τὸ ὅραμα πληροφορήθηκα ὅτι ἡ ξαδελφούλα σώθηκε, ἀλλά μοῦ ‘δειξε ὁ Θεὸς καὶ τὴν δύναμιν τοῦ κομποσχοινιοῦ ὥστε καὶ ἀπὸ τὴν κόλασιν νὰ βγάζει ψυχήν».
Λέγοντας στὸν ἀδελφὸ συγκινημένος ὁ Γέροντας αὐτά, τοῦ ἔδωσε τὴν εὐλογία του καὶ τοῦ εὐχήθηκε: «Ἄντε στὴν εὐχή μου καὶ κοίταξε νὰ βιαστὴς ὅσο μπορεῖς στὴν ὑπακοὴ καὶ στὴν εὐχή, ἂν θέλεις καὶ τὸν ἑαυτό σου καὶ τοὺς ἄλλους νὰ βοηθήσεις».
Ἀπό: Ἱερομόναχο Χαράλαμπο Διονυσιάτη, ἐκδόσεις Ἰωσὴφ Μ.Δ.
πηγή:  http://www.orthodoxia-ellhnismos.gr
http://makkavaios.blogspot.gr/2015/06/blog-post_77.html#more

Γέροντας Ἰωσήφ ὁ Ἡσυχαστής: «Ὁ νοῦς βλέπει τό σκότος τῆς ψυχῆς»

by
98b0d5899b170cd2bfd8f4e8ee6be365_L Ο Γέρων Ιωσήφ είδε όλο το βάθος του παλαιού ανθρώπου και με πολύ κόπο και προσευχή καθάρισε τον εαυτόν του και όλη η ζωή του είναι ένα παράδειγμα μιμήσεως, για κάθε άνθρωπο που αγωνίζεται για τη σωτηρία της ψυχής του.
Παραπονείται μάλιστα, ότι δεν φροντίζουμε για το εσωτερικό της ψυχής και γράφει:
«Η σημερινή κατάστασις των πολλών περιωρίσθη εις ένα τύπον εξωτερικόν. Πέραν τούτου δεν υπάρχει φροντίδα και μέριμνα διά το εσωτερικόν της ψυχής, όπου συνίσταται το παν· όπου ενώνεται ο υλικός με τον άυλον, ο άνθρωπος με τον Θεόν, κατά το εγχωρούν εις την χωματώδη μας φύσιν. Τούτο είναι το πολύ ωραίον και το πάνυ καλόν. Άλλα πάντες το αποφεύγομεν. Πάντες τα νώτα στρέφομεν. Καθότι απαιτείται αγών».
Εις τον αγώνα αυτόν του ανθρώπου, για να υπάρξουν τα ανάλογα αποτελέσματα, πρέπει να συνεργήσει η χάρις του Θεού και η προαίρεση του ανθρώπου: «θα λυώση ως κηρός ο παλαιός άνθρωπος.Και όπως ο σίδηρος, όταν εμβαίνη εις την φωτιά, ξεκολλάει και πέφτει η σκουριά, όπου έχει επάνω, έτσι γίνεται και εις τον άνθρωπον. Έρχεται κατ’ ολίγον η χάρις και μόλις πλη­σίαση εις τον άνθρωπον αναλύει ως κηρός. Και δεν γνωρίζει εις αυτήν την στιγμήν ο άνθρωπος τον εαυτόν του, ενώ όλος είναι πολυόμματος νους και διαυγέστατος. Όμως εις αυτήν την υπερφυή ενέργειαν δεν ημπο­ρεί να ξεχωρίση τον εαυτόν του, διότι ενούται με τον Θεόν. Και τότε πίπτει η σκουριά. Αφαιρείται η σφραγίδα. Αποθνήσκει ο παλαιός άνθρωπος. Αφαιρείται το μητρικόν αίμα. Ανακαινούται το φύραμα.
Και δεν αλλάζει κατά το σώμα ο άνθρωπος, αλλά τα φυσικά προτερήματα και χαρίσματα του ανθρώπου, αυτά φωτίζει, ενδυναμοί και ανακαινίζει η χάρις. Και ζωογονείται ο πάλαι Αδάμ, ο πλασθείς κατ’ εικόνα Θεού».
Όποιος αξιωθή να ιδή την άβυσσον των πταισμά­των της ψυχής του θρηνεί από το φρικτόν αυτό θέαμα. Εκ της οράσεως της καταστάσεως αυτής προέρχεται η μετάνοια, η επίγνωσις του εαυτού μας, η αληθινή ταπείνωσις και ο φόβος του Θεού. Όλα αυτά είναι δωρήματα της Χάριτος του Θεού.
Εφ’ όσον δεν υπάρχει η επίγνωσις του αμαρτωλού εαυτού μας θεραπεία δεν υπάρχει. Από την στιγμήν όμως που ο νους γίνεται θεωρός αυτού του σκότους της ψυχής αρχίζει να λειτουργή η ταπείνωσις και μαραίνεται η ρίζα της αμαρτίας, δηλαδή η υπερηφάνεια.
Η υπερηφάνεια είναι το μεγαλύτερο εμπόδιο για τον φωτισμό του Αγίου Πνεύματος. Βάσις και θεμέλιο, κατά τους αγίους Πατέρας, της πνευματικής ζωής είναι η υπακοή, διότι αυτή χαρίζει την ταπεινοφροσύνη. Είναι αδύνατον χωρίς υπακοή η ψυχή να απαλλαγή από τα πάθη της οιήσεως, της κενοδοξίας και της υπερηφάνειας.
Η μετάνοια είναι ανεκτίμητο δώρο για τον άνθρωπο. Είναι το καλύτερο φάρμακο για την αποκατάσταση της ψυχικής υγείας του ανθρώπου.
Ο Γέρων Ιωσήφ είναι πρακτικότατος διδάσκαλος, βιαστής και απαράμιλλος συνεχιστής όλης αυτής της Νηπτικής παραδόσεως, της κρυπτής εργασίας που επιτελεί ο νους εγκλειόμενος στην ψυχή. Να πως ερμηνεύει αυτή την κατάσταση της ψυχής και του νου. «Ο νους είναι ο οικονόμος της ψυχής, όπου κουβαλά τροφήν – ό,τι τον δώσης εσύ. Λοιπόν όταν έχη ειρήνην και τον δίδεις ό,τι καλόν θέλει, αυτός τα κατεβάζει εις την καρδίαν. Πρώτον καθαρίζει αυτός από όσας προλήψεις κατείχετο εις τον κόσμον. Ξεθολώνει από του βίου τες μέριμνες και λέγοντας την νοεράν προσευχήν τελείως παύει ο μετεωρισμός. Και τότε καταλαμβάνεις ότι εκαθαρίσθη. Διότι πλέον δεν κινείται εις τα ακάθαρτα και πονηρά, όπου είδεν ή ήκουσεν εις τον κόσμον.
Μετά αυτός διά της ευχής, εισερχόμενης και εξερχομένης στην καρδία, καθαρίζει δρόμο και εκβάλλει κάθε πικρία, αισχρότητα, ακαθαρσία από αυτήν. Στήνει πόλεμο ο νους προς τα πάθη και τους δαίμονες, που εγείρουν αυτά, που τόσα έτη φώλιαζαν σε αυτή και κανείς δεν τους ήξερε ούτε τους έβλεπε.
Τώρα όμως που ο νους έλαβε καθαρότητα -την αρχαία στολή του- τους βλέπει και ως κύων γαυγίζει, υλακτεί, μάχεται μετ’ αυτών ως κύριος και φύλαξ όλου του διανοητικού μέρους».
Είναι μεγάλη αλήθεια αυτό το οποίο μας αποκαλύπτει ο Γέρων Ιωσήφ. Ο νους κύριος και φύλαξ όλου του διανοητικοί μέρους της ψυχής. Αυτή η προσοχή, η νηπτική ικανότητα του νου, χαρίζει σε αυτόν μεγάλη απλότητα και καθαρότητα. Ο νους γυμνός από κάθε νόημα. Αφού είναι ελεύθερος από κάθε λογισμό, τότε και η θεία χάρις επαναπαύεται, για να έλθει να σκηνώσει σε αυτόν, διότι τίποτε δεν υπάρχει ευάρεστο στο Θεό, όσον ο καθαρός λογισμός.
Ο Γέρων Ιωσήφ με πολλή σαφήνεια περιγράφει πως ο νους με την ευχή καθαρίζει τη ψυχή από τις συγκαταθέσεις των εμπαθών λογισμών: «Κρατών ως όπλον το όνομα Ιησούς μαστίζει τους πολεμίους, άχρις ότου τους βγάλη όλους απ’ έξω, τριγύρω στο περικάρδιον· και υλακτούσιν και αυτοί ως άγριοι κύνες. Ο δε νους αρχίζει να καθαρίζη την βρώμαν και όλην την ακαθαρσίαν, όπου είχον μολύνει οι δαίμονες με τας συγκαταθέσεις όπου είχομεν κάμει εις ό,τι κακόν και εφάμαρτον… Και όλο αγωνίζεται να ρίχνη έξω τες βρώμες, όπου αυτοί διαρκώς ρίχνουν μέσα. Έπειτα ως οικονόμος φέρει τροφάς αρμόζουσας προς φωτισμόν και υγείαν ψυχής».
Και συνεχίζει τη θαυμάσια διδασκαλία του: «Εις όλα αυτά συνεργεί η χάρις η καθαρτική. Σκεπάζεται ο αγωνιζόμενος ως υπό σκιάν υπό την σκέπην της υπακοής. Φρουρείται υπό την χάριν αυτού, όπου ανέλαβε την ψυχήν του ενώπιον του Θεού. Και ολίγον-ολίγον γίνεται αλλοίωσις του Υψίστου. Και αφού εν ολίγοις διωχθώσιν τελείως έξω οι δαίμονες, καθαρισθή δε έσωθεν η καρδία, παύει ο μολυσμός.
Ενθρονίζεται ο νους ως Βασιλεύς επί την καρδίαν και χαίρει ως νυμφίος επί νύμφη εν τω θαλάμω. Άγει χαράν αγίαν, ειρηνικήν, άμωμον. Λέγει την ευχήν χωρίς κόπον».
Κυριότερο έργο επομένως για την υγεία της ψυχής μας δεν είναι άλλο από την άσκηση της νοεράς προσευχής. Λέγοντας την ευχή, το: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με», δημιουργούνται μέσα στη ψυχή μας άλλες καταστάσεις. Διότι, όταν παραμένει πολύ χρόνο μέσα στη ψυχή μας το ένδοξο Όνομα του Ιησού Χριστού, προκαλεί θερμότητα σε αυτή και ανέκφραστη χαρά και αγάπη. Και πώς να μη χαίρεται η ψυχή, αφού βρήκε το πολύτιμο μαργαριτάρι, το οποίο είναι το γλυκύτατο Όνομα του Κυρίου Ιησού Χρίστου!
«Πνευματικαί εμπειρίαι Γέροντος Ιωσήφ του Ησυχαστού», Ι.Μ.Καρακάλλου, Άγ. Όρος – Αποσπάσματα
Πηγές:agiosmgefiras.blogspot.gr- agioritikovima.gr

Ἡ ζωή μου ἐμένα ἔτσι ἐπέρασεν, εἰς τόν πόνον καί τάς ἀσθενείας

by
olhmouthz2 Παιδί μου, εύχομαι να είσαι καλά.
Μόλις και εγώ έγινα κάπως καλύτερα.
Η ζωή μου εμένα έτσι επέρασεν, εις τον πόνον και τας ασθενείας. Και τώρα πάλιν δι’ εσάς ήλθα εις θάνατον. Είπα· ας αποθάνω εγώ, μόνον να ζήσουν τα πνευματικά μου παιδιά. Και τελείως δεν έτρωγα.
Ήμουν και πρώην εξηντλημένος, και τώρα πάλιν τελείως νηστεία. Εστείλατε τόσα γλυκά, μήτε που τα εγεύθην. Τυρί δεν εδοκίμασα. Μόνον χόρτα νερόβραστα δίχως ψωμί. Δεν επέρασε πολύ, έπεσα. Εκατόν είκοσι ενέσεις…
Τρεις φορές με ενυκτέρευσαν ότι θα απέθνησκα. Εφώναξαν όλους κοντά μου. Τους ευχήθην δια τελευταίαν φοράν. Έκλαιον επάνω μου νυχθημερόν. Τέλος και πάλιν εγύρισα.
Μου έστειλαν ένα ιδιότροπον φάρμακον και αυτό, μετα Θεόν, ήτο η θεραπεία μου. Είχα σαράντα ημέρες να φάγω. Όταν επήρα το φάρμακον, έφαγα, εκοιμήθην, εκαλυτέρευσα. Δόξα σοι ο Θεός! Άρχισα κάπως να κινουμαι, να γράφω.
Ενόσω, παιδί μου, ζώ, θα σε εύχωμαι· έως να γράψης ότι έγινες καλά. Αν πάλιν αποθάνω, θα ενθυμήσαι ότι το Γεροντάκι αυτό αρρώστησε και απέθανε δια να σώση ημάς.
Θάρρος! Δεν είσαι μόνον εσύ. Κόσμος είναι πολύς. Εγώ, ήλθαν κοντά μου πολλοί, και με προσευχήν και νηστείαν εθεραπεύθησαν. Τώρα ομως, δεν με ακούει ο Κύριος, δια να μάθω και τα φάρμακα και τους ιατρούς. Να γίνω συγκαταβατικός εις τους άλλους.
Εδιάβασα και του Αγίου Νεκταρίου τες επιστολές και είδα πόσον προσείχε εις τους ιατρούς και τα φάρμακα ένας τόσον μεγάλος Άγιος! Εγώ ο πτωχός ασκητής όλο εις την έρημον εγήρασα και ήθελα μόνον με την πίστιν να θεραπεύσω. Τώρα μανθάνω και εγώ ότι χρειάζονται και τα φάρμακα και η χάρις. Λοιπόν τώρα θα λέγω και εγώ ωσάν τον Άγιον: Κύτταξε να γίνης καλά· να διορθώσης τα νεύρα σου με ό,τι τρόπον ημπορείς, και θα εύρης πάλιν την προσευχήν σου και την ειρήνην.
Φρόντισε να βοηθήσης όσον ημπορείς τον εαυτόν σου. Να επιβάλλεσαι εις την όρεξιν να μην τρώγης ό,τι γνωρίζεις πως είναι βλαπτικόν της υγείας σου. Τηγανητά, αλμυρά, σάλτσες, χοιρινό, κρέατα, ψάρια παστά, ποτά εν γένει· όλα αυτά να τα αποφεύγης και θα σου λογισθή ως νηστεία ενώπιον του Κυρίου.
Και, μη λέγης, παιδί μου, με τον λογισμόν σου, διατί το ένα και διατί το αλλο. Άβυσσος τα κρίματα του Θεού. Ας έχη δόξαν ο Κύριος όπου όλους μας αγαπά. Η αγάπη Του, εις τας ασθενείας μας και θλίψεις γνωρίζεται. «Η γάρ δύναμίς μου, λέγει, εν ασθενείαις τελειούται».
Αυτή του Χριστού η αγάπη έκαμε και εμένα να λυπηθώ και να πάσχω μαζί σου. Όμως μη φοβήσαι τον πειρασμόν. Δοκιμασία είναι. Αφήνει ο Θεός όσον νομίζει και εις το τέλος η αγαθότης Του θα νικήση. Εγώ τώρα εικοσιπέντε δράμια ψωμί την ημέρα και ολίγον φαγάκι και αγρυπνία όλην την νύκτα. Έρχεται ο Σατανάς μακρυά και ουρλιάζει, αλλά δεν πλησιάζει. Πηγαίνει στ’ αδέλφια σου και με φαντασίες τους φοβερίζει. Ας μη φοβούνται. Εμένα οκτώ χρόνια εις την αρχήν με πολεμούσαν οι Δαίμονες παντοιοτρόπως και πλάι δεν εκοιμήθην. Όρθιος μόνον ή ολίγον καθήμενος. Λοιπόν μη φοβήσθε. Μόνον προσευχή, πίστις θερμή και δάκρυα. Μόνον οταν αμαρτάνη κανείς, αυτός να φοβήται τον διάβολον. Τότε ημπορεί ο εχθρός να του κάμη κακόν, διότι αφήνει ο Κύριος.
Γέροντος Ιωσήφ, Έκφρασις μοναχικής εμπειρίας, Επιστολή 49, έκδ. Ι. Μ. Φιλοθέου, Άγιον Όρος 62003, σσ. 283-285.
 http://www.pemptousia.gr/2015/10/i-zoi-mou-emena-etsi-eperasen-is-ton-ponon-ke-tas-asthenias/

Γέρων Ἐφραίμ: Ἀναμνήσεις ἀπὸ τὸν Γέροντά μου Ἰωσὴφ

by

 

  Γέρων Ἐφραίμ Φιλοθεΐτης
 (Προηγούμενος Ἱ. Μ. Φιλοθέου)
Ὅταν ἀκόμη ἤμεθα κοντὰ στὸν μακαριστὸ Γέροντά μου Ἰωσήφ, πολλὲς φορές, γιὰ νὰ μᾶς ὠφελήσει, ἔπιανε καὶ μᾶς ἐδιηγεῖτο τὴν ζωή του. Ξεκινοῦσε ἀπὸ τὴν παιδικὴ ἡλικία καὶ λέγοντάς μας ὅσα πράγματα εἶχε γνωρίσει μᾶς ὠφελοῦσε πολύ. Μᾶς ἔλεγε πράγματα ποὺ ἐμεῖς δὲν ἐγνωρίζαμε καί, ὅπως ἀπεδείχθη ἐκ τῶν ὑστέρων, μᾶς ὠφέλησαν πολὺ μετὰ τὴν ἀποδημία του γιὰ τὸν ἄλλο κόσμο. Θὰ ἤθελα νὰ σᾶς ἐκθέσω μερικὰ ἀπὸ αὐτὰ τὰ πράγματα ποὺ μάθαμε ἢ βιώσαμε κοντά του καὶ πρὸς ἰδικὴν σας ὠφέλεια.
Ὅπως ξέρετε, ὅταν ὁ Γέροντας ἦταν στὸν κόσμο, δὲν εἶχε καθόλου θρησκευτικότητα, ἦταν ἕνας ἁγνὸς νέος, λογικός, δίκαιος, τίμιος καὶ μισοῦσε πάρα πολὺ τὸ ἄδικο. Προήρχετο ἀπὸ πολὺ φτωχὴ οἰκογένεια καὶ ἀπὸ νωρὶς ἐπιδόθηκε μὲ ζῆλο στὸ ἐμπόριο, μὲ σκοπὸ νὰ βοηθήσει τὴν οἰκογένειά του καὶ νὰ πλουτίσει.Μὲ τὴν ἐξυπνάδα καὶ τὶς ἱκανότητές του κατάφερε, εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς ἀφ’ ὅτου ἦλθε στὴν Ἀθήνα, νὰ προκόψει στὸ ἐμπόριο καὶ νὰ δημιουργήσει ἱκανὴ περιουσία. Πρὶν τὸν ἐπισκεφθεῖ ὁ Θεὸς καὶ τοῦ δώσει τὴ μεγάλη μετάνοια, εἶχε ἀρραβωνιασθεῖ, ἀλλά, καθὼς ἔλεγε ὁ ἴδιος, ζοῦσε τόσο προσεκτικά, ὥστε ποτὲ δὲν ἄγγισε τὴ μνηστὴ του φοβούμενος μήπως φθάσει στὸ σημεῖο νὰ τὴν ἀσπασθεῖ.
Κάποια μέρα διάβασε ἕνα θρησκευτικὸ βιβλίο καὶ τὸν σαγήνευσε. Δημιουργήθηκε μέσα του μία λύπη, μία ἀθυμία καὶ μία βαριεστημάρα πρὸς τὰ ἐγκόσμια. Ὅταν τὸν εἶδαν ἔτσι…
ἄκεφο οἱ κόρες τῆς ἰδιοκτήτριας τοῦ σπιτιοῦ στὸ ὁποῖο ἔμενε, τὸν ρώτησαν τὴν αἰτία καί, γιὰ νὰ τὸν βοηθήσουν, τοῦ ἔδωσαν νὰ διάβασει τὸ «Νέον Ἐκλόγιον», ἕνα βιβλίο μὲ μία πολὺ καλὴ ἐπιλογὴ βίων Ἁγίων.
 Ἀπόρησε ὁ Γέροντας ὅταν τὸ διάβασε, δὲν μποροῦσε νὰ πιστέψει πὼς ὑπῆρχαν τέτοιοι ἄνθρωποι ποὺ ἀγωνίσθηκαν γιὰ τὸ Θεὸ τόσο σκληρὰ στὴ ζωή τους, ποὺ ἔκαμαν μὲ τὴ βοήθειά Του τόσα καὶ τέτοια τέρατα καὶ σημεῖα. Τότε τοῦ ἦρθε ἡ μνήμη τοῦ θεοῦ κι ἀπὸ τότε ὁ Θεὸς ἔστειλε τὴ μετάνοια, ἔστειλε τὸ φωτισμό του, τοῦ ἄνοιξε τὸ νοῦ κι ἄρχισε νὰ σκέπτεται γιὰ τὴν ψυχή του.
 Ἀπὸ τότε ἄρχισε ἡ νέα πνευματικὴ σταδιοδρομία του. Ἐξομολογήθηκε γιὰ πρώτη φορὰ στὴ ζωή του στὸν πνευματικὸ τὶς ἁμαρτίες του μὲ πολλὰ-πολλὰ δάκρυα, ἄρχισε νὰ «κρυώνει» πρὸς τὸ ἐμπόριο, ποὺ τὸ θεωροῦσε πλέον ἐμπόδιο καὶ ἁμαρτία στὴν καινούρια του πορεία, τὸ ἐγκατέλειψε κι ἄρχισε νὰ ἐργάζεται πολὺ ἁπλὰ ἐδῶ κι ἐκεῖ, γιὰ νὰ κερδίζει μόνο τὸ ψωμί του.
 Τὶς μέχρι τότε οἰκονομίες του ἄρχισε νὰ τὶς δίνει ἐλεημοσύνη, γιὰ νὰ συγχωρηθεῖ ὁ πατέρας του, ἐνῶ παράλληλα πήγαινε σὲ διάφορα προσκυνήματα, γιὰ νὰ τονωθεῖ ἡ πίστη του καὶ ἡ μετάνοιά του.
 Πρὶν ἀναχώρησει γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος, ἤθελε νὰ ἐλέγξει κάπως τὶς δυνατότητές του γιὰ τὴ μοναχικὴ ζωὴ καὶ προσπαθοῦσε νὰ ἀσκηθεῖ, ὅσο μποροῦσε, μέσα στὸν κόσμο. Πήγαινε στὴν Πεντέλη καὶ θέλοντας νὰ μιμηθεῖ τοὺς στυλίτες ξενυχτοῦσε πάνω στὰ δένδρα, νήστευε πολὺ (περνοῦσε τὸ εἰκοσιτετράωρο μὲ λίγο ψωμὶ ἢ ἕνα-δύο λουκούμια), ντυνόταν ἁπλά, σκορποῦσε τὰ χρήματά του καὶ μὲ λίγα λόγια ἄρχισε νὰ μιμεῖται τοὺς ἁγίους.
 Ὅταν πιὰ εἶδε ὅτι μπορεῖ νὰ ἀσκηθεῖ, νὰ γίνει μοναχός, τὸ ἀποφάσισε. Ἀφοῦ ἀποκατέστησε τὴν ἀδελφή του δίνοντάς της τὴν ἀνάλογη προίκα καὶ σὲ ἡλικία 24-25 ἐτῶν ξεκίνησε γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος. Σκοπὸς του ἦταν νὰ μπεῖ στὴν ὑπακοὴ κάποιου ἀσκητῆ ποὺ νὰ τρώει μόνο χόρτα, νὰ ἀγρυπνᾶ ὅλη τὴ νύχτα καὶ νὰ νήφει. Γι’ αὐτὸ καὶ κατευθύνθηκε πρὸς τὴν ἔρημο. Μὰ τέτοιον ἀσκητὴ ποὺ γύρευε δὲν βρῆκε, γιατί, καθὼς τοῦ εἶπαν, οἱ τέτοιου εἴδους ἀγωνιστὲς εἶχαν ἐκλείψει. Ὑπῆρχαν κάποιοι ἀσκητὲς ποὺ ἔτρωγαν μία φορὰ τὴν ἡμέρα, ἀλλὰ ὄχι μόνο χόρτα. Μπῆκε στὴν ὑπακοὴ τοῦ γέρο-Δανιήλ, τοῦ Γέροντα τῶν Δανιηλαίων, ἀνθρώπου πολὺ πνευματικοῦ, ἔμεινε ἕνα διάστημα κοντά του, τοῦ διάβαζε τὸ Ψαλτήρι κι ἀπὸ τὴν πολλὴ κατάνυξη ἔκλαιγε. Εἶδε ὁ γερὸ-Δανιὴλ τὴν πνευματικότητά του καὶ τὸν ἔστειλε πάλι στὴ σπηλιά του, γιὰ νὰ ἀσκηθεῖ μόνος του. Σὲ λίγο, γιὰ νὰ μὴν πέσει σὲ πλάνη, πράγμα ποὺ κινδυνεύουν νὰ πάθουν ὅσοι ἀσκοῦνται μόνοι τους, τοῦ ἔστειλε τὸν γέρο-Ἀρσένιο, ἕναν ἁπλοϊκὸ μοναχὸ ποὺ εἶχε ἔρθει ἀπὸ τὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ ποθοῦσε τὴν ἡσυχία. Μὲ τὴν ὑπόδειξη τότε τοῦ γέρο-Δανιὴλ ὁ Γέροντας καὶ ὁ γέρο-Ἀρσένιος πήγανε καὶ κοινοβιάσανε στὸ γέρο-Ἐφραὶμ καὶ τὸν γέρο-Ἰωσήφ, οἱ ὁποῖοι ἦταν συγγενεῖς, Ἀρβανίτες στὴν καταγωγή, καὶ μόναζαν μαζὶ στὰ Κατουνάκια.
 Θὰ σᾶς ἀναφέρω ἕνα περιστατικό, γιὰ νὰ δεῖτε πόσο ὁ Γέροντας ἀγωνίσθηκε πάνω στὸ πάθος τοῦ θυμοῦ, γιατί, ὅπως ξέρετε, ἦταν λίαν θυμώδης. Κάποια μέρα ἕνας γείτονας μοναχὸς Κρητικὸς ἄρχισε νὰ φωνάζει καὶ νὰ βρίζει τὸν γέρο-Ἐφραὶμ ἄδικα γιὰ κάποιο λόγο. Ὁ Γέροντας, νέος μὲ ζωντανὰ τὰ πάθη ἀκόμα μέσα του, σκέφθηκε νὰ βγεῖ ἔξω ἀγανακτισμένος νὰ «τακτοποίησει» τὸν μοναχό, γιατί ἄδικα στενοχωροῦσε τὸ Γέροντά του. Ὅμως κρατήθηκε, μπῆκε στὸ ναὸ τοῦ Εὐαγγελισμοῦ, ἔπεσε στὸ ἔδαφος κι ἄρχισε νὰ ἐπικαλεῖται τὴν Παναγία νὰ τὸν συγκράτησει ἀπὸ κάποια ἐνδεχομένως ἀκραία συμπεριφορά. Κλαίγοντας καὶ ὀδυρόμενος, βρέχοντας τὸ ἔδαφος μὲ τὴν πλημμύρα τῶν δακρύων του εἶδε ὅτι τὸ πάθος τοῦ θυμοῦ ὑποχώρησε, ἠρέμησε, λογικεύθηκε καὶ βγαίνοντας ἔξω τακτοποίησε τὸ πράγμα μὲ πολλὴ ἀγάπη.
 Ὅπως ἐκ τῶν ὑστέρων ὁμολογοῦσε ὁ Γέροντας, ἂν δὲν κυριαρχοῦσε στὸ θυμὸ του ἐκείνη τὴ μέρα, ἴσως καὶ νὰ σκότωνε τὸν μοναχὸ γιατί εἶχε τόση ἀνδρεία καὶ δύναμη μέσα του, ποὺ μποροῦσε νὰ τὰ βάλει μὲ δέκα καὶ νὰ τοὺς νικήσει. Αὐτὴ ἦταν ἡ πρώτη νίκη στὸ μοναχικό του στάδιο.
 Μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ γέρο-Ἐφραὶμ καὶ τοῦ γέρο-Ἰωσὴφ οἱ δύο μοναχοὶ φλεγόμενοι ἀπὸ τὸν πόθο γιὰ σκληρότερη ἀσκητικὴ ζωὴ ἀνέβηκαν στὸν Ἅγιο Βασίλειο ποὺ τοὺς ἦταν γνωστὸς ὅπως καὶ ἄλλες σπηλιὲς μεγάλων ὁσίων τοῦ Ἁγίου Ὄρους — τοῦ ἁγίου Ἀθανασίου τοῦ Λαυριώτου, τοῦ ὁσίου Νείλου τοῦ Μυροβλήτου, τοῦ ἅγιου Πέτρου τοῦ Ἀθωνίτου — πρὶν μονάσουν κοντὰ στὸν παπποὺ Ἐφραίμ. Μία φορὰ βαδίζοντας ἀπὸ τὸν Ἅγιο Βασίλειο πρὸς τὴν Λαύρα, ὅπου ἦταν ὁ πνευματικός τους, γιὰ νὰ ἐξομολογηθοῦν καὶ νὰ λειτουργηθοῦν, καθὼς ἔφθασαν στὴ θέση «Κρύα Νερὰ» κάτω ἀπὸ τὸν Ἄθωνα, ἀπὸ τὸ πολὺ χιόνι, τὴν ταλαιπωρία καὶ τὴν ἐξάντληση ἀπὸ τὴν ὑπερβολικὴ νηστεία ὁ Γέροντας ἀπέκαμε. Σταμάτησαν ἄναψαν λίγη φωτιὰ νὰ ζεσταθοῦν κι ὅλη τὴ νύχτα τὴν πέρασαν κάνοντας μετάνοιες, μέχρι ποὺ ξημέρωσε καὶ γύρισαν πίσω.
 Γιὰ νὰ βιάζει ὁ Γέροντας τὸν ἑαυτό του σὲ ὁλονύχτια ὀρθοστασία (δέκα ὧρες), ἔφτιαξε ἕνα μπαστούνι κάπως διαφορετικὸ ἀπὸ τὰ συνηθισμένα, ὅπως ἔχετε δεῖ, καὶ κεῖ πάνω ἀκουμποῦσε καὶ προσηύχετο μὲ ἢ χωρὶς τὸ κομποσχοίνι. Μία φορὰ — ποιὸς ξέρει μετὰ ἀπὸ πόσες ὧρες τέτοιας ἀγρυπνίας — ἔχασε τὶς αἰσθήσεις του καὶ ἔπεσε κάτω. Ὅταν συνῆλθε, ἔνιωσε τὸν ἑαυτὸ του πεσμένο κάτω, τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας καὶ τὸ καντηλάκι του πεσμένο κάτω καὶ χυμένο πλάι του, τὸ μπαστούνι πεταμένο πέρα μακρυά.
 Ἄλλοτε πάλι ἔκανε ἔγκλειστος, δὲν ἔβγαινε καθόλου. Ἀπὸ τὸ παραθυράκι κατὰ διαστήματα ὁ γέρο-Ἀρσένιος τοῦ ἔδινε τὸ παξιμαδάκι. Μία νύχτα ἄνοιξε τὸ παράθυρο νὰ πάρει ἀέρα, ζαλίστηκε κι ἔπεσε ἀπ’ τὸ παράθυρο.
 Κάποτε σὲ μίαν ἑορτή, ὁ γέρο-Ἀρσένιος πῆγε σὲ γειτονικὴ καλύβη γιὰ νὰ κοινωνήσει, ἐνῶ ὁ Γέροντας ἀγρυπνοῦσε μόνος του μὲ πολὺ πένθος καὶ μία αἴσθηση τῆς ἁμαρτωλότητος καὶ ἀναξιότητός του, διότι οἱ ἄλλοι πατέρες θὰ μεταλάμβαναν, ἐνῶ αὐτὸς θὰ ἔμενε ἄμοιρος αὐτῆς τῆς χάριτος γιὰ τὶς ἁμαρτίες του. Ξαφνικὰ ἔνιωσε ἕνα σκούντημα στὸ κεφάλι, σήκωσε τὸ κεφάλι, κοίταξε καὶ μέσα στὰ σκοτεινὰ εἶδε μία λάμψη. Μέσα στὴ λάμψη ἦταν ἕνας ὡραιότατος ἄγγελος ποὺ κρατοῦσε στὸ ἀριστερό του χέρι ἕνα κουτάκι ὁλόλαμπρο καὶ στὸ δεξὶ μία λαβίδα. Ὁ Γέροντας εὑρισκόμενος ὑπὸ τὴν ἐπήρεια τοῦ πνευματικοῦ αὐτοῦ φαινομένου καὶ τοῦ μυστηρίου τῆς χάριτος τῆς ὀπτασίας κατάλαβε ἀθέλητα καὶ χωρὶς νὰ σκεφθεῖ — γιατί σ’ αὐτὲς τὶς στιγμὲς ὁ ἄνθρωπος παύει νὰ σκέφτεται αἰσθάνεται κατὰ τὸ σύνηθες — ἔκαμε αὐτὸ ποὺ ὁ Θεὸς τοῦ ἔλεγε νὰ κάνει: Ἄνοιξε τὸ στόμα του, κοινώνησε ἀπὸ τοῦ ἀγγέλου τὸ χέρι μὲ Ἅγιον Ἄρτον καὶ ἔφυγε ὁ ἄγγελος, ἔσκυψε πάλι τὸ κεφάλι του καὶ δυναμωμένος ἀπὸ τὸ γεγονὸς συνέχισε τὴν εὐχή.
 Πολλὲς εἶναι οἱ ἀσκήσεις ποὺ ἔκαμνε ὁ Γέροντας καὶ μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ κατάφερε νὰ ἁγνίσει τελείως τὸν ἑαυτὸ του κυρίως ἀπὸ τὸ σαρκικὸ πάθος. Ἡ θέση τοῦ μονάχου ἀπέναντι στὸ πάθος τὸ σαρκικό, πρέπει νὰ εἶναι πόλεμος στῆθος μὲ στῆθος. Οἱ σαρκικοὶ λογισμοὶ νὰ ἀντιμετωπίζονται μὲ ξύλο. «Σκοτῶστε τὸν ἑαυτό σας», μᾶς ἔλεγε, «γιὰ νὰ ζήση ἡ ψυχή». Ἐὰν δὲν ἀντιμετωπίσομε αὐτὸ τὸ θηρίο κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, δὲν ὑποτάσσεται ἡ σάρκα στὸ πνεῦμα. «Τὸ ξύλο θὰ τόχετε κάτω ἀπὸ τὸ μαξιλάρι καί, μόλις ἔλθουν οἱ λογισμοί, ξύλο! Ἔτσι σιγὰ-σιγὰ ὁ ἄνθρωπος ἀποκτᾶ τὸ ἄνθος καὶ τὴν εὐωδία τῆς ἁγνότητας καὶ τῆς καθαρότητας, πράγμα ποὺ ἔχει πολλὴ παρρησία στὸ Θεό».
 Ἡ ἁγνότης τοῦ Γέροντος ἦταν κάτι τὸ θαυμαστό. Θυμᾶμαι, ὅταν ἔμπαινα τὸ βράδυ στὸ κελλάκι του, εὐωδίαζε ὅλο. Ἡ δὲ ὀσμὴ τῆς προσευχῆς του αἰσθανόμουν νὰ διαποτίζει ὅ,τι τὸν περιέβαλε, ἐπηρεάζοντας ὄχι μόνο τὶς ἐσωτερικὲς ἀλλὰ καὶ τὶς ἐξωτερικές μας αἰσθήσεις. Ὅταν μᾶς μιλοῦσε γιὰ τὴν ἁγνότητα τῆς ψυχῆς καὶ σώματος, ἔφερνε πάντοτε ὡς παράδειγμα τὴν Παναγία μας. «Δὲν μπορῶ νὰ σᾶς περιγράψω», ἔλεγε, «πόσο ἀρέσει στὴν Παναγία μας ἡ καθαρότης καὶ ἡ σωφροσύνη. Ἐπειδὴ αὐτὴ εἶναι ἡ μόνη ἁγνὴ Παρθένος, γι’ αὐτὸ καὶ ὅλους ἔτσι μᾶς θέλει καὶ μᾶς ἀγαπᾶ». Καὶ πάλι ἔλεγε: «Δὲν ὑπάρχει ἄλλη πιὸ εὐωδιαστὴ θυσία πρὸς τὸν Θεό, σὰν τὴν ἁγνότητα τοῦ σώματος, ποὺ ἀποκτᾶται μὲ ἀγώνα καὶ αἷμα. Γι’ αὐτὸ βιασθεῖτε! Μὴ δέχεσθε καθόλου τοὺς αἰσχροὺς λογισμούς!»
 Ὅταν ἤμεθα στὴ Νέα Σκήτη, ἦρθε κάποιος μοναχὸς καὶ εἶπε στὸν Γέροντα ὅτι εἶχε σαρκικὸ πόλεμο καὶ τὰ σχετικά. Ὁ Γέροντας τοῦ εἶπε νὰ κόψει τὸ κρασί, νὰ «σφίξει τὴ ζώνη του», νὰ διώχνει τὶς αἰσχρὲς φαντασίες, νὰ χρησιμοποιεῖ τὸ ξύλο καὶ νὰ εἶναι σίγουρος ὅτι ὁ πόλεμος θὰ ὑποχώρησει. Μετὰ ἀπὸ κάποιο διάστημα ξανάρθε ὁ μοναχὸς καὶ εἶπε ὅτι ἀκολούθησε τὴν ἐντολή, ἀλλὰ ὁ πόλεμος συνεχιζόταν. Τοῦ ‘δωσε τὸ ξύλο ὁ Γέροντας, γιὰ νὰ τοῦ δείξει πῶς χτυπάει τὸν ἑαυτό του, μὰ ἐκεῖνος στὴν οὐσία χάιδευε τὸ σῶμα του. Τότε ὁ Γέροντας ἅρπαξε τὸ ξύλο, σήκωσε τὸ ζωστικὸ καὶ μὲ τρεῖς ποὺ ἔδωσε στὰ πόδια τόσπασε τὸ ξύλο. Ἀπόρησε ὁ μοναχός. «Παιδάκι μου, ἔτσι βγαίνουν τὰ δαιμόνια! Ὄχι μὲ χαϊδέματα!»
 Ἔλεγε μάλιστα ὁ Γέροντας σχετικά, ὅτι μία μέρα κάνοντας τὴν εὐχή, καθὼς ἔκλεισε τὰ μάτια του, εἶδε μπροστά του ἕνα δαίμονα. Φώναξε τὸν γέρο-Ἀρσένιο ν’ ἀνάψει φωτιά, μιὰ καὶ μετὰ ἀπὸ πάλη τὸν εἶχε δέσει, ὥστε νὰ τὸν κάψουν. Ὅταν κατάλαβε ὁ δαίμονας, ἔγινε κόρακας κι ἔφυγε. Ὅταν ξύπνησε ὁ Γέροντας, εἶδε ὅτι εἶχε ἀπελευθερωθεῖ ἀπὸ τὸ πάθος τῆς σαρκός. Οἱ τοῖχοι τοῦ κελλιοῦ του ἦταν χαλασμένοι ἀπὸ τὶς μπουνιὲς καὶ τὰ κτυπήματα, δείγματα τῆς πάλης του μὲ τοὺς δαίμονες.
 Μέσα στὴν ἀδελφότητά μας, στὴ μικρή μας συνοδεία, βασικὸ στοιχεῖο τῆς μοναστικῆς μας ζωῆς ἦταν καὶ ἡ ἀγρυπνία. Μᾶς τὸ τόνιζε ὁ Γέροντας ὅτι χωρὶς ἀγρυπνία προκοπὴ δὲν γίνεται, δὲν ἀποκτᾶ θεμέλιο ὁ μοναχός. Καὶ ὅπως ξεύρετε, ἦταν καθιερωμένο, ἀπὸ τὴν πρώτη νύχτα ποὺ θὰ ἐρχόταν κάποιος δόκιμος στὴ συνοδεία μας ἔπρεπε οὕτως ἢ ἄλλως νὰ ἀγρυπνήσει. Ἀγρυπνούσαμε ὅλη τὴ νύχτα, Ἰδιαίτερα τὸ καλοκαίρι ποὺ ἡ νύκτα εἶναι μικρή. Ἡ ἀγρυπνία μας ἦταν δέχα ὧρες: κομποσχοίνι, μετάνοιες, μελέτη καὶ λογισμοὶ στὸν Γέροντα. Μὰ μπόρεσες νὰ κοιμηθεῖς τὸ ἀπόγευμα, μὰ δὲν μπόρεσες ἐξαιτίας πειρασμοῦ ἢ γιὰ κάποιον ἄλλο λόγο, ἡ ἀγρυπνία σου θὰ γίνει! Αὐτὸ ἦταν τὸ τυπικό. Οὐδεμία συγκατάβασις συγχωρεῖτο ἀπὸ μέρους τοῦ Γέροντος, ὥστε νὰ μὴν ἀγρυπνήσει ὁ ἀδελφός. Μᾶς γύμναζε πάντοτε στὴν ἀγρυπνία καὶ μᾶς ἔλεγε τὸ πόσον ὠφέλιμη εἶναι. Πόσα εἶναι τὰ κέρδη τὰ πνευματικά, πόσο πλουτίζει τὸν ἄνθρωπο, πῶς τὸν κρατάει νηφάλιο. Πόσα εἶναι τὰ χαρίσματα τῆς νοερᾶς προσευχῆς. Μᾶς ὑπενθύμιζε τὸ σκοπὸ γιὰ τὸν ὁποῖο ἐγκαταλείψαμε τὸν κόσμο καὶ πήγαμε κοντὰ του ἔχοντας γνώση τοῦ αὐστηροῦ τυπικοῦ. Ὅταν ἐπρόκειτο νὰ μὲ κάμει μοναχό, μοῦ εἶπε: «Θάνατος! Εἴτε ἔτσι εἴτε ἀλλιῶς, εἴτε ζῆς, εἴτε ἀρρωστήσης, εἴτε πόνεσης, ἕνα θα ’χης στὴ σκέψη σου: ὅτι ὁ θάνατος μόνο θὰ σὲ χωρίσει ἀπὸ ἐδῶ. Μὴ ζήτησης παράκληση, μὴ ζητήσης θεραπεῖες». «Νά ’ναι εὐλογημένο, Γέροντα. Θάνατος, θάνατος!»
 Ὁ λογισμὸς βέβαια, πότε τῆς ὑπερηφάνειας, πότε τῆς ἀμελείας ἢ ὁτιδήποτε ἄλλο, μὲ πολεμοῦσε πολύ, ἀλλὰ μᾶς ἔλεγε νὰ τὸν ἀντιμετωπίζουμε μὲ τέλεια καταφρόνηση καὶ ἀδιαφορία. «Κράτα τὴν εὐχή! Θὰ περάσει. Φουρτούνα εἶναι- ἐπίθεσις. θὰ ὑποχώρησει. Ὅταν ἐσὺ ἀντισταθεῖς, ὅταν κρατήσεις τὸ μέτωπο γερά, ὅταν δὲν χάσεις τὸ θάρρος σου, θὰ ὑποχώρησει. Οὕτως ἢ ἄλλως αὐτὴ εἶναι ἡ τακτική τοῦ διαβόλου: νὰ ἐπιτίθεται, γιὰ νὰ σπάσει τὸ μέτωπο, νὰ ρίξει τὸ τεῖχος, νὰ προχωρήση ἡ ὁρμητικότητα τοῦ νεροῦ, νὰ κατακλύσει, νὰ γκρεμίσει ὅ,τι ὄρθιο ὑπάρχει. Κράτα τὸ τεῖχος γερά, καὶ αὐτὸς θὰ ὑποχώρησει». Καὶ ὑποχωροῦσαν οἱ λογισμοί.
 Ἀγρυπνούσαμε κάθε νύχτα. Ὧρες στὴν προσευχή. Ἄλλος στὸ σκαμνάκι, ἄλλος κάτω, εἰσπνέαμε καὶ ἐκπνέαμε τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Ἀγωνιζόμαστε μὲ ὅλη μας τὴ δύναμη. Μᾶς πολεμοῦσε ὁ ὕπνος; Ἀντιστεκόμεθα, βγαίναμε ἔξω ἀπὸ τὴν καλύβα. Μὰ κρύο, μὰ βροχή, μὰ παγωνιά, ἔξω! Προκειμένου νὰ κοιμηθοῦμε καὶ νὰ χάσουμε τὴν ἀγρυπνία, προτιμότερος ὁ πόλεμος, προτιμότερη ἡ δυσκολία. Κι ἂς μὴ καταλαβαίναμε τὴν εὐχή, ἀρκεῖ νὰ ἤμεθα ἄγρυπνοι καὶ νὰ μαχώμεθα. Μᾶς συνιστοῦσε ἐπίσης ὁ Γέροντας ὅτι δὲν πρέπει νὰ λείπουν τὰ δάκρυα ἀπὸ τὴν ἀγρυπνία τοῦ μοναχοῦ. Ὁ μοναχὸς πρέπει νὰ κλαίει συνεχῶς, γιὰ τὶς ἁμαρτίες του, γιὰ τοὺς ἄλλους, γιὰ τὴν πρὸς τὸν Θεὸν ἀγάπη.
 Μᾶς ἔλεγε ἐπίσης ὅτι, ὅταν ἡ προσευχὴ προχώρησει καὶ καλλιεργηθεῖ προφορικὴ ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ, ἀρχίζει σταδιακὰ ὁ νοῦς νὰ ἁπαλάσσεται ἀπὸ τὸν μετεωρισμὸ καὶ νὰ κατακτᾶ τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ. Ἀφοῦ ὁ νοῦς πάρει ὅλη τὴν προσευχή, τότε ἀρχίζει νὰ ἀνοίγεται ἡ καρδιὰ καὶ νὰ δέχεται τὸ κατέβασμα τῆς προσευχῆς. Καὶ μετὰ ἀπὸ χρόνια, μετὰ ἀπὸ βία περιεκτική, δηλ. βία γενίκη σ’ ὅλους τοὺς ἀγῶνες τῆς ἀσκήσεως, ἡ καρδιὰ δέχεται ὁλόκληρη τὴν προσευχὴ καὶ δημιουργεῖται ἡ καρδιακὴ κατάστασις, ποὺ εἶναι μία κατάκτηση βασιλική τῆς καρδιᾶς πάνω στὴν εὐχὴ καὶ στὰ πάθη. Κυριαρχεῖ μία εἰρήνη καὶ μία ὑποταγὴ τῶν πάντων στὴν κυβέρνηση τοῦ Χριστοῦ, ποὺ βασιλεύει διὰ τοῦ θείου ὀνόματός Του.
 Πρωτοπόρος στὴν εὐχὴ ἦταν ὁ Γέροντας. Ἀγρυπνοῦσε πάντα μὲ μεγάλες ἐπιτυχίες. Νοερὰ προσευχὴ ἑπτὰ-ὀκτὼ ὧρες, ὀκτὼ ὧρες ὁ νοῦς μέσα στὴν καρδιά. Σκεφθεῖτε δουλειὰ μὲ τὸ ὄνομα τοϋ Χριστοῦ! Ὀκτὼ ὧρες μέσα στὴν καρδιά! Σκεφθεῖτε τὸ ὄργωμα τῆς καρδιᾶς διὰ τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ! Ἐξ οὗ γινόταν ὁ κλαυθμός, κατὰ τὸ πλεῖστον ἀπὸ τὴν ἀγάπη καὶ τὸν ἔρωτα τοῦ Θεοῦ. Ὅταν δὲν ὑπῆρχε αὐτὴ ἡ παράκλησις, ὁ κλαυθμὸς ἐστρέφετο πενθικὸς γύρω ἀπὸ τὸν θάνατο, γύρω ἀπὸ τὴν σταύρωση τοῦ θεανθρώπου Χριστοῦ μας, γύρω ἀπὸ τὴν προσευχὴ γιὰ τὸν κόσμο — γιατί εἶχε πάρα πολὺ μεγάλη ἀγάπη γιὰ τὸν κόσμο. Ἂν κάποτε δὲν εἶχε ἄμεσα τὴν ἐπίσκεψη τοῦ Θεοῦ, τὴν προκαλοῦσε: Ἔψαλλε κανένα νεκρώσιμο τροπάριο, ἔφερνε στὴ μνήμη του ἄλλους ἀγωνιστὲς κι ἔτσι προσπαθοῦσε νὰ ξεπεράσει τὴ δυσκολία καὶ νὰ ἑλκύσει τὴ θεία χάρη. Ὅλη τὴ μέρα μᾶς ὑπενθύμιζε: «Κρατᾶτε τὴν εὐχή! Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με!»
 Πήγαινα τὸ βράδυ, ὅταν ἔβγαινε ἀπὸ τὴν καλύβα του, τὸν πλησίαζα καὶ τοῦ ἔλεγα ὅτι ὁ ὕπνος μὲ πολεμᾶ. «Κράτα γερά! Κράτα τὸ ὅπλο καὶ μὴ φοβᾶσαι», μοῦ ἀπαντοῦσε. Τὸ καλοκαίρι ἔρχονταν οἱ βάρκες καὶ ψάρευαν μὲ τὸ φῶς, μὲ τὶς λάμπες. «Βλέπεις παιδί μου, ἔλεγε, πῶς ἀγωνίζεται αὐτὸς ἐδῶ ὁ ψαρᾶς ὅλη τὴ νύχτα, γιὰ νὰ πιάσει μία χούφτα ψάρια, νὰ τὰ πάει στὸ σπίτι του, καὶ παρακολουθεῖ καὶ ἀγρυπνεῖ γιὰ κάτι τὸ γήινο; Βλέπεις, καμιὰ φορὰ τραγουδάει, γιὰ νὰ περάσει ἡ ὥρα. Ἐμεῖς ποὺ ἤλθαμε, γιὰ νὰ ψαρέψουμε τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ, δὲν πρέπει νὰ ἀγρυπνοῦμε; Κι ἐμεῖς πρέπει νὰ τραγουδοῦμε, δηλαδὴ νὰ ψάλλουμε, νὰ ὑμνολογοῦμε τὸν Θεὸ- νὰ ἀγρυπνοῦμε στοὺς λογισμούς, νὰ μὴ κοιμώμεθα. Αὐτὸς ἐδῶ κάτω ὁ ψαρᾶς γιὰ τὰ λίγα ψαράκια, ἐμεῖς ὅμως γιὰ πνευματικὴ ἄγρα, γιὰ τὸ ψάρεμα τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, γιὰ χάρη περισσότερη, γιὰ μισθὸ αἰώνιο ἐνώπιόν τοῦ Θεοῦ. Μεγάλη ὑπόθεσις!». «Εἶναι ἀλήθεια, Γέροντα…». Κι ἔτσι μᾶς δυνάμωνε.
 Ὁ Γέροντας ἀγωνιζότανε πολὺ καὶ στὴν ἐγκράτεια. Ὅταν ἔφθανε ἡ Μεγάλη Σαρακοστή, ἐκεῖ πιὰ ἐκορυφώνετο ἡ νηστεία του. Στὴν πρώτη Σαρακοστὴ ποὺ ἤμουν κοντά Του, ἡ νηστεία ποὺ μᾶς ἐπέβαλε μοῦ φάνηκε ὑπερβολική, ἀλλὰ ἦταν πολὺ πιὸ ἤπια ἀπ’ αὐτὴν ποὺ ἔκαναν μὲ τὸν γέρο-Ἀρσένιο τὰ προηγούμενα χρόνια. Εἶχαν κάτι πιατάκια ποὺ χωροῦσαν μερικὲς μόνο κουταλιὲς φαγητό. Αὐτὸ ἦταν τὸ φαγητὸ τοῦ εἰκοσιτετραώρου καὶ χωρὶς βέβαια ψωμί. Ἔπαιρναν ἐλάχιστη τροφή, ἴσα-ἴσα νὰ μποροῦν νὰ στέκουν στὰ πόδια τους, γιὰ νὰ ἀγωνίζονται.
 Ὅταν τὸν συνάντησα ἐγώ, ἦταν μέτριος στὴν αὐστηρότητα ἐν συγκρίσει μὲ τὴν αὐστηρότητα ποὺ εἶχε, ὅταν ἦταν στὸν Ἅγιο Βασίλειο. Εἶχε ἀκουσθεῖ ἡ φήμη του ὡς μεγάλου ἀσκητοῦ καὶ πῆγαν ἀρκετοί, γιὰ νὰ μονάσουν κοντά του, ἀλλὰ δὲν μπόρεσαν, γιατί ἦταν ἀπαιτητικός. Ὅταν κατέβηκε στὴ Μικρὴ Ἁγία Ἄννα, ὅπου τὸν βρῆκα ἐγώ, ἦταν αὐστηρός. Κυρίως μὲ μένα ἦταν ἕνας συνεχὴς καταπέλτης. Βέβαια ὁ θεὸς τὸν φώτιζε νὰ μὲ μεταχειρισθεῖ ἔτσι, γιατί εἶχα ἀνάγκη καθαρισμοῦ ἀπὸ τὸν πολὺ ἐγωισμὸ καὶ τὴν σκουριὰ ποὺ εἶχα μέσα μου. Ἔτσι ἦταν αὐστηρότατος στὸν Ἅγιο Βασίλειο, μέτρια αὐστηρὸς στὴν Ἁγία Ἄννα καὶ ἀκόμη λιγότερο στὴ Νέα Σκήτη. Ὅταν εἶχε ἔρθει ὁ π. Παντελεήμων ἀπὸ τὴν Ἀμερική, ἔχοντας ὑπ’ ὄψη του πόσο ἤπιος καὶ μαλακὸς εἶναι ὁ Γέροντας, δὲν μποροῦσε νὰ πιστέψει τὴν παιδαγωγία στὴν ὁποία μὲ ὑπέβαλε. Κι ὁ ἴδιος ὁ Γέροντας ὁμολογοῦσε ὅτι στὸν Ἅγιο Βασίλειο, ὄντας νέος ἦταν πολὺ αὐστηρός, προϊόντος ὅμως τοῦ χρόνου θεώρησε προτιμότερο καὶ ἀποτελεσματικότερο νὰ ἐπιβάλλεται ὄχι μὲ τὴν αὐτστηρότητα, ἀλλὰ μὲ τὴν ἀγάπη καὶ τὴ συγκατάβαση.
 Στὴν πρώτη Σαρακοστὴ ποὺ κάναμε πάνω τὶς πέντε ἡμέρες τῆς ἑβδομάδος δὲν μᾶς ἔδινε οὔτε φαγητό, οὔτε ψωμί. Μία φορὰ τὸ εἰκοσιτετράωρο τρώγαμε χυλό, ποὺ φτιάχναμε μὲ 25 δράμια ἀλεύρι. Τὸ Σαββατοκύριακο μᾶς ἔκαμνε φαγητὸ μὲ ψωμί. Τὸ βράδυ δέκα ὧρες ἀγρυπνία μὲ προσευχή, μὲ διπλάσιο καὶ τριπλάσιο κανόνα σὲ κομποσχοίνια καὶ μετάνοιες, καὶ τὴν ἡμέρα πολὺ σκληρὴ δουλειά, πράγμα ποὺ ὁπωσδήποτε μᾶς ὠφελοῦσε ψυχικά. Ἐνῶ ἐμεῖς σήμερα, ὄντες πολὺ ἀδύναμοι ψυχοσωματικά, δὲν μποροῦμε κἄν νὰ διανοηθοῦμε τέτοια ἄσκηση. Τὰ κελλιά μας δὲν εἶχαν τὴν ἀνάπαυση τῶν σημερινῶν κελλιῶν. Ἡ ζωὴ μας ἦταν ἀνθρωπίνως δύσκολη, ἀλλὰ μὲ τὸ λογισμὸ τῆς αὐταπαρνήσεως εὔκολη. Ὅταν μᾶς καλλοῦσε ἡ ὑπακοὴ νὰ τρέξουμε ἀπὸ τὸ βουνὸ κάτω καὶ νὰ φορτωθοῦμε φορτίο, πολλὲς φορὲς πάνω ἀπὸ τὶς δυνάμεις μας, τὸ κάναμε ἀμέσως, χωρὶς καμία ἀντίρρηση. Μὰ αὐτὴ ἦταν ἡ διδασκαλία τοῦ Γέροντος: Ὁ πρόθυμος ἄνθρωπος εἰς τὰ σωματικὰ εἶναι καὶ στὰ πνευματικὰ πρόθυμος, ὅταν ἐγκεντρισθεῖ τὸ πράγμα- ὅταν γίνει σὲ μία ὑπόσταση. Τότε ὁλοκληρώνεται ὁ ἀγωνιστὴς εἰς πνευματικὸν ἄνθρωπον. Διότι ὁ κόπος ὁ σωματικὸς ἐν γνώσει καὶ ἀληθείᾳ βοηθᾶ θαυμάσια τὸν ἄνθρωπο, τὸν μοναχὸ εἰς μετάνοια, εἰς πένθος καὶ εἰς δάκρυα. Αὐτοὶ οἱ κόποι τῆς ἡμέρας καὶ τῆς νύκτας, μὲ τὶς προσευχὲς τοῦ Γέροντος, μᾶς ἔφερναν δάκρυα νύχτα-μέρα. Μὰ στὴν προσευχὴ ἦταν αὐτά, μὰ στὸ διακόνημα, μὰ πάνω στὸν κόπο, τὰ μάτια δὲν σταματοῦσαν. Φθάναμε στὸ σημεῖο νὰ μὴ νιπτώμεθα μὲ νερό, ἀλλὰ μὲ τὰ δάκρυα. Γι’ αὐτὸ πολλὲς φορές, ὅταν πέφταμε νὰ κοιμηθοῦμε, εὐωδία Θεοῦ μᾶς κύκλωνε. Οἱ εὐχὲς τοῦ Γέροντα ἦταν πολὺ δυνατές.
 Μοῦ ἔλεγε ὁ Γέροντας ὅτι στοὺς μεγάλους πειρασμοὺς γνώρισε χειροπιαστὰ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ. Γιατί ἀνάλογα μὲ τὸν πειρασμὸ ποὺ ὑπομένει κάποιος γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ὁ Θεὸς ἀποκρίνεται. Κι ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἐργάζεται διὰ τὸν Θεὸν μὲ πολὺ καλὴ προαίρεση, δὲν εἶναι δυνατὸν ὁ Θεὸς νὰ τὸν ἀφήσει νὰ πειρασθεῖ ὑπεράνω τῶν δυνάμεών του. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἀνταπόδοση ἀπὸ τὸν Θεὸ θὰ εἶναι ἀνάλογη. Μᾶς τὸ λέει αὐτὸ κι ὁ ἀββὰς Ἰσαὰκ ὁ Σύρος: «Ὅταν κανεὶς περνάει μεγάλο πειρασμὸ καὶ παρακάλεσει τὸν Θεὸ νὰ τὸν ἀπαλλάξει καὶ εἰσακουσθεῖ, ὁ ἄνθρωπος στερεῖται ἀνάλογης χάρης, ὅσο ἦταν τὸ μέγεθος τοῦ πειρασμοῦ τὸν ὁποῖον τοῦ ἀφαίρεσε»*. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὅποιος θέλει νὰ γνωρίσει τὴν χάρη τὸ πολύ, νὰ κάνει ὑπομονὴ στοὺς πειρασμούς. Μὲ πίστη κι ἐμπιστοσύνη στὸν Θεὸ νὰ κράτηση τὸ μέτωπο, κι ὁ Θεὸς εἶναι παρών.
 Κάποτε ὁ Γέροντας περνοῦσε κάποιο μεγάλο πειρασμὸ ἐξωτερικά, ἀλλὰ κοπίαζε πάρα πολὺ καὶ ψυχικά. Κατέφυγε λοιπὸν στὴν ἐκκλησία καὶ ἔχυσε ὅλο τὸν πόνο τῆς καρδιᾶς του μπροστὰ στὴν Παναγία, τὴν ὁποία λάτρευε κυριολεκτικά. Τότε, χωρὶς νὰ τὸ καταλάβει, ἔκλεισαν τὰ σωματικά του μάτια κι ἄνοιξαν τὰ ψυχικά. Εἶδε ὅτι ἡ Παναγία βγῆκε, ξεκόλλησε ἀπὸ τὸ τέμπλο κι ὁλοζώντανη στάθηκε μπροστά του ἔχοντας στὴν ἀγκαλιὰ της τὸν Κύριο, βρέφος μικρό. «Μὴ στενοχωριέσαι, τοῦ εἶπε, ἐγὼ θὰ σὲ βοηθήσω». Κι ἁπλώνοντας τὸ βρέφος τὸ χεράκι Του τὸν θώπευε στὸ πρόσωπο καὶ ἡ ψυχὴ τοῦ Γέροντα γέμισε μὲ ἀπέραντη ἀγάπη καὶ ἔρωτα Θεοῦ. Ἡ στενοχώρια ἔφυγε καὶ ἡ ὑπόθεση τακτοποιήθηκε πολὺ καλά.
 Ἂν πεῖτε γιὰ τὴ σιωπή, λόγο δὲν ἔβγαζε χωρὶς ἀνάγκη. Ἰδιαιτέρως τὴ Μεγάλη Σαρακοστή, ὅταν ἦταν μόνοι τους μὲ τὸν γέρο-Ἀρσένιο, τηροῦσαν σιωπὴ ὅλη τὴν ἑβδομάδα. Μιλοῦσαν μόνο ἀπὸ τὸν ἑσπερινό τοῦ Σαββάτου ἕως τὸ ἀπόδειπνο τῆς Κυριακῆς καὶ μετὰ πάλι σιωπηλοὶ ὅλη τὴν ἑβδομάδα- μὲ νοήματα συνεννοοῦντο. Καὶ ἐπειδὴ πολλὴ ὠφέλεια εἶχε δεῖ ἀπὸ τὴν ἄσκηση τῆς σιωπῆς, ἀπαγόρευε καὶ σὲ μᾶς νὰ μιλοῦμε μεταξύ μας, μόνο γιὰ τὰ ἀπολύτως ἀναγκαῖα ἔπρεπε νὰ χαλοῦμε τὴ σιωπή. Ὅταν μᾶς ἔστελνε ἔξω ἀπ’ τὸ ἡσυχαστήριό μας γιὰ κάποια διακονία, δὲν μᾶς ἐπέτρεπε νὰ μιλήσουμε μὲ κανένα. Θυμᾶμαι, ὅταν ἐπέστρεφα, πάντοτε μοῦ ἔκαμε ἀκριβῆ ἐξέταση, ἂν ἐτήρησα ἀπόλυτη ὑπακοὴ καὶ σιωπή. Σὲ παράβαση δύο-τριῶν λέξεων ὁ πρῶτος μου κανόνας ἦταν διακόσιες μετάνοιες.
 Ὅπως σᾶς ἔχω ξαναπεῖ, ὅταν ὁ Γέροντας ἤθελε κάπου νὰ πάει μὲ τὸν γέρο-Ἀρσένιο, σὲ κάποιο μοναστήρι φερ’ εἰπεῖν, ξεχώριζαν, κρατοῦσαν μία ἀπόσταση καθ’ ὁδὸν καὶ λέγανε τὴν εὐχή: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». Δὲν πηγαίνανε μαζί, γιὰ νὰ μὴ τοὺς νικήσει ὁ διάβολος τῆς ἀργολογίας καὶ ἀπὸ τὴν ἀργολογία ξεκινήσει ἡ κατάκριση καὶ τόσα ἄλλα. Γιατί παίρνανε τὸ μέτρο αὐτό; Μὰ γιὰ νὰ ἐμποδίσουν τὸν πειρασμό. Γιατί ὁ πειρασμὸς παίρνει τὴν εὐκαιρία καὶ προσπαθεῖ νὰ ρίξει τὸν ἄνθρωπο στὴν ἁμαρτία.
 Καμιὰ φορὰ ὁ γέρο-Ἀρσένιος, εἴτε γιατί ἦταν παππούλης εἴτε γιατί ἦταν ἁπλός, πήγαινε νὰ πεῖ κανένα λόγο γιὰ κάποιον ἀδελφὸ ἐκτός τῆς συνοδείας ἢ ἐντὸς ἢ κάποιο νέο ποὺ ἔμαθε. Μόλις ἄρχιζε, μὲ τὶς πρῶτες λέξεις, ὁ Γέροντας σήκωνε τὸ χέρι του, τοῦ δινε μιὰ στὸ κεφάλι κι ἔλεγε: «Ἀρσένιε, πρόσεχε- μὴ κατακρίνεις, δὲν ἐπιτρέπεται- θὰ χάσεις τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ». «Ἔλα, τζάνεμ, τί εἶπα;», ἀπαντοῦσε. «Αὐτὸ ποὺ εἶπες εἶναι εἰς θέσιν νὰ σοῦ στερήσει τὴν εὐλογία τῆς προσευχῆς. Τί ἄλλο θέλεις;». «Εὐλόγησον!». Ἀλλὰ ἐμεῖς οἱ νεότεροι ν’ ἀνοίξουμε τὸ στόμα νὰ μιλήσουμε, αὐτὸ δὲν τὸ γνωρίζαμε, ἢ νὰ μιλήσουμε μεταξύ μας καὶ νὰ ἀργολογήσουμε, δὲν τὸ εἴδαμε ποτέ.
 Ἔμπαινε στὸ καράβι ὁ Γέροντας νὰ πάει π.χ. ἀπὸ τὴν Ἁγία Ἄννα στὴ Δάφνη: Τὸ κεφάλι κάτω καὶ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με, Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με…» Πήγαινε κάποιος πατέρας: «Τί κάνετε, π. Ἰωσήφ, πῶς πάει ἡ συνοδεία;». «Καλά, καλά, εὐλογεῖτε. Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ…», τὸν ἔκοβε.
 Ἐπιστατοῦσε πολὺ στὸ θέμα τῆς ἀργολογίας. Ἡ κατάκριση ἦταν ἀνύπαρκτη. Ὅταν ἐπιχειροῦσε κανεὶς νὰ μιλήσει, καταπέλτης ὁ Γέροντας: «Ἐδῶ μέσα δὲν χωροῦν νέα καὶ εἰδήσεις. Μόνο μπροστά! Σιωπὴ καὶ εὐχή! Τίποτ’ ἄλλο! Δὲν ἤρθαμε ἐδῶ νὰ περάσουμε τὸν καιρό μας. Ὁ διάβολος καιροφυλακτεῖ, ἄγρυπνει τρέχει ἐδῶ κι ἐκεῖ σὰν λιοντάρι, ποιὸν νὰ βρεῖ σὲ ἀμέλεια, σὲ ραθυμία, σὲ ἀπρόσεκτη κατάσταση, νὰ τὸν ἁρπάξει. Πρέπει νὰ ‘χωμε τὸ νοῦ μας». Αὐτὰ καὶ τόσα ἄλλα, γιὰ μᾶς τοὺς νεωτέρους, τοὺς νέους μοναχοὺς ποὺ ἤμεθα κοντὰ στὸ Γέροντα, ἦταν ὁ θεμέλιος λίθος, τὸ βαθὺ θεμέλιο. Ἐὰν δὲν εἴχαμε αὐτὲς τὶς νουθεσίες τοῦ Γέροντος κι ἐμεῖς ἀπὸ πλευρᾶς μας δὲν τὶς ἐφαρμόζαμε καὶ δὲν τὶς ὑλοποιούσαμε δὲν θὰ γινόταν τίποτε ἀπολύτως.
 Μόλις κάποιος νέος ἀδελφὸς προσετίθετο στὴν συνοδεία μας, ἡ πρώτη διδασκαλία ποὺ τοῦ ἔκανε ἦταν: «Παιδί μου, τὴν εὐχή, θέλω νὰ σὲ ἀκούω νὰ λὲς τὴν εὐχή!». Κι ὅταν μεγαλώσαμε καὶ γίναμε Ἱερεῖς καὶ ὅ,τι ἄλλο, συνέχεια τὴν εὐχή! Τοῦ ἔλεγα χαρακτηριστικὰ κάποτε: «Γέροντα, ἀπὸ τὴν εὐχὴ πονάει τὸ στόμα μου ἡ γλώσσα μου, ἔκλεισε ὁ λάρυγγάς μου, δὲν μπορῶ νὰ ἀναπνεύσω- πονάει ἡ καρδιά μου». «Δὲν παθαίνεις τίποτα, ὑπομονή!» μοῦ ἀπάντησε. Καὶ πράγματι ἡ ὠφέλεια ἦταν πάρα πολὺ μεγάλη. Πολλὲς φορὲς ἐρχόταν τόση χάρις ἀπὸ τὴν προφορικὴ εὐχή, ποὺ ἔνιωθε κανεὶς μέσα του τόση θεία ἀγάπη, τόση ἁρπαγὴ τοῦ νοῦ του. Καὶ πάνω στὸ διακόνημα κατὰ περίεργο τρόπο ὁ νοῦς δὲν ἦταν ἁπλῶς στὴν προσευχὴ ἀλλὰ στὴ θεωρία τοῦ Θεοῦ, στὴ θεωρία — ἐν αἰσθήσει — τοῦ ἄλλου κόσμου.
 Ὅταν τὸν ρωτοῦσα γιατί καμιὰ φορὰ ἡ προσευχή μου δὲν μπορεῖ νὰ περάσει τὴ σκεπὴ τοῦ κελλιοῦ μου, ὁ Γέροντας ἀπαντοῦσε ὅτι τὴν ἐμποδίζουν τὰ δαιμόνια κατ’ οἰκονομίαν Θεοῦ γιὰ πείρα. Ἄλλοτε ἔβλεπες τὸν νοῦ, νὰ μὴν τὸν ἐμποδίζει ἀπολύτως τίποτε τὸ πνευματικὸ καὶ σὰν σφαίρα μὲ ἀφάνταστη καὶ ἀσύλληπτη ταχύτητα νὰ ἀνεβαίνει καὶ νὰ ἅπτεται ἐκεῖνα τὰ ὁποῖα ξεπερνοῦν τὴν ὑλικὴ φύσι.
 Γέροντα, τοῦ ἔλεγα, δὲν νιώθω δυσκολία πάνω στὰ ἁμαρτήματά μου, δυσκολία στὴ σκέψη καὶ στὴ θεωρία τῆς ἐξόδου, δυσκολία στὸ ξεπέρασμα τῶν τελωνίων; Προσπαθῶ νὰ βάλω τὸν νοῦ μου, τὸν ἑαυτό μου στ’ ἀριστερά τοῦ Κριτοῦ γιὰ τὴ Δευτέρα Παρουσία καὶ δὲν πηγαίνει, ἀλλὰ ἀθέλητα, ἀνεμπόδιστα καὶ ἀβίαστα πηγαίνει πρὸς τὰ δεξιά». «Καλά, δὲν καταλαβαίνεις;» μοῦ λέει. «Δὲν καταλαβαίνω ἀπαντῶ. «Τὴ στιγμὴ ποὺ σὰν ὑποτακτικὸς ἄφησες τὸ φορτίο σου ὅλο ἐπάνω στοὺς δικούς μου ὤμους, ἐσὺ ἐλάφρωσες. Γιὰ ποιὰ πράξη θὰ δώσεις ἀπολογία, τὴ στιγμὴ ποὺ ὅλα τὰ ἔχεις ἀναθέσει σ’ ἐμένα, τὰ ἔχεις ἐναποθέσει μπροστά μου, τὰ ἔχω ἀναλάβει ἐγὼ καὶ σὺ εἶσαι ἐλεύθερος; Πῶς νὰ μὴν πᾶς πρὸς τὰ κεῖ, ποιὸ πράγμα θὰ σ’ ἐμποδίσει;». Καὶ εἶχε δίκιο ὁ Γέροντας, γιατί δὲν κάναμε τίποτε χωρὶς νὰ τὸν ρωτήσουμε.
 Ὅταν, ἐνῶ ἤμασταν ἀκόμη στὴν Μικρὴ Ἁγία Ἄννα, εἶδε ὁ Γέροντας ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ παραμείνουμε ἄλλο λόγω τῶν δυσμενῶν συνθηκῶν διαβίωσης, τῆς σκληρῆς ζωῆς, τῶν ταλαιπωριῶν καὶ τοῦ ἀνθυγιεινοῦ κλίματος (γιατί αὐτοὶ ἦταν προχωρημένης ἡλικίας κι ἐμεῖς οἱ νέοι μὲ σακατεμένη ὑγεία, αἱμοπτύσεις κ.λ,π.), πῆρε στὴν προσευχὴ του τὴν πληροφορία νὰ φύγουμε γιὰ τὴ Νέα Σκήτη, ποὺ ἦταν πιὸ χαμηλὰ καὶ πιὸ ὑγιεινὲς οἱ συνθῆκες διαβίωσης. Μείναμε γιὰ λίγο διάστημα μέσα στὴ σκήτη, στοὺς Ἁγίους Ἀναργύρους. Ὅμως τὸ καθεστὼς καὶ κάποιες διενέξεις δὲν μᾶς ἀνέπαυαν καὶ σὰν ἄνθρωποι εἰρηνικοὶ ἀποφασίσαμε νὰ φύγουμε. Ὁ ἡγούμενος ὅμως τοῦ Ἁγίου Παύλου, ὅπου ἀνήκει ἡ σκήτη, μᾶς παρεχώρησε δωρεὰν κάτι ἡσυχαστικὰ καλύβια ποὺ ἦταν ἔξω ἀπὸ τὴ Σκήτη, τὰ ὁποία καὶ μᾶς ἀνέπαυσαν πλήρως, γιατί καὶ σχέσεις διοικητικῆς φύσεως δὲν θὰ εἴχαμε μὲ τὴ σκήτη καὶ τὸ τυπικό τῆς ἐρήμου θὰ μπορούσαμε νὰ τηρήσουμε. Καὶ πράγματι μέχρι τελευταία τὸ τηρήσαμε.
 Μετὰ τὴν πολυχρόνια πείρα του ὁ Γέροντας εἶχε καταλήξει ὅτι συμφέρει σὲ κάποιον νὰ βρεῖ ἕνα πνευματικὸ ὁδηγὸ καὶ νὰ μπεῖ σὲ ἕνα πρόγραμμα μὲ λίγους κόπους πάνω στὰ σωματικὰ καὶ νὰ ἔχει ἕνα τυπικὸ πάνω στὸ θέμα τῆς προσευχῆς καὶ τῆς ἐγκράτειας. Αὐτὸ τὸ πράγμα τὸ βρήκαμε, ὅταν κατεβήκαμε στὴ Νέα Σκήτη. Τηρήσαμε ἀκριβῶς τὸ τυπικό μας, τὴν τάξη μας, τὴν προσευχή μας, τὶς λειτουργίες, κάθε μέρα τὴν ἐξομολόγηση, τὴν ἀκρίβεια στὶς ὁμιλίες καὶ ζούσαμε πάρα πολὺ ὄμορφα, ἕως ὅτου ὁ Θεὸς ἔκρινε, ἀποφάσισε καὶ πῆρε τὸν Γέροντα στοὺς Οὐρανούς.
 Τὴ μνήμη τῆς ἐξόδου ὁ Γέροντας προσπαθοῦσε μὲ τὴν διήγηση διαφόρων Ἱστορικῶν γεγονότων νὰ μᾶς τὴν ἐμφυτεύσει πολὺ βαθιά, γιὰ νὰ ἔχουμε ἀδολεσχία πνευματικὴ καὶ γιὰ νὰ λεπτύνει ἡ συνείδησή μας πρὸς καλύτερη αὐτοκριτική, τὴν ὁποία ἐπιμελέστατα ἐφρόντιζε κι ὁ Γέροντας, κυρίως τὸ βράδυ. Μᾶς ἔλεγε ὅτι κάθε βράδυ στὴν ἀγρυπνία ἐξέταζε σὲ τί ἔσφαλε, ποιὸ πάθος κινήθηκε τὴν ἡμέρα, ποιοὶ λογισμοὶ πέρασαν ἀπ’ τὸ νοῦ του κι ἀμέσως, ὅπου ἔβλεπε ὅτι ἔσφαλε, ζητοῦσε συγχώρηση κι ἔπαιρνε ἀπόφαση γιὰ ἕνα καινούργιο ξεκίνημα καὶ ἀνάλογον γιὰ τὸ κάθε πάθος ἀγώνα τὴν ἑπόμενη μέρα. Σὲ ὅλη του τὴ ζωὴ δὲν ἔκαμνε τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ ἐξετάζει τὴ συνείδησή του, νὰ τὴν συμβουλεύεται καὶ νὰ τῆς κάμνει ὑπακοή. Κι ἔτσι ἔφθασε στὸ σημεῖο νὰ μὴν τὸν κατηγορεῖ σὲ τίποτε. Ἀπὸ δῶ ἡ παρρησία στὴν προσευχή, ἀπὸ δῶ ἡ σιγουριὰ γιὰ τὸν Παράδεισο. Τὸ ἴδιο συνιστοῦσε καὶ σέ μᾶς. Ὅταν κουραζόμαστε ἀπὸ τὴ νοερὰ προσευχή, μᾶς συνιστοῦσε μελέτη, θεωρία πνευματική, αὐτοκριτικὴ καὶ πάλι νὰ ἐπανερχόμαστε στὴ νοερὰ προσευχή. Καὶ οἱ διδασκαλίες διανθίζονταν μὲ διάφορα γεγονότα καὶ ἀνάλογα περιστατικὰ Πατέρων καὶ γνωστῶν μοναχῶν.
 Ὅταν ἐπρόκειτο νὰ κοιμηθεῖ ὁ Γέροντάς του ὁ γέρο-Ἐφραίμ, τὸν ρώτησε σὰν ἀρχάριος ποὺ ἦταν ἂν εἶχε πληροφορία ὅτι θὰ σωθεῖ. Ὁ γέρο-Ἐφραὶμ τοῦ ἀπάντησε πὼς νιώθει ὅτι ὅλοι θὰ σωθοῦν καὶ μόνον αὐτὸς θὰ πήγαινε στὰ ἀριστερά τοῦ Χριστοῦ. Καὶ τὸ δικαιολογοῦσε ὕστερα αὐτὸ ὁ Γέροντας λέγοντας ὅτι ὁ Θεὸς θέλοντας νὰ προφύλαξει τὸν ἄνθρωπο στὸ τέλος τῆς ζωῆς του ἀπὸ τὴν κενοδοξία καὶ τὴν ὑπερηφάνεια, ποὺ μπορεῖ νὰ τὸν ὁδηγήσουν στὴν ἀπώλεια, τὸν κάνει νὰ αἰσθάνεται πολὺ ἁμαρτωλός.
 Μία συνοδεία εἶχε φιλικὲς σχέσεις μὲ τὸν Γέροντα καὶ τὸν Γέροντα Ἀρσένιο καὶ τοὺς ἐπισκέπτονταν γιὰ συμβουλὲς καὶ πνευματικὴ ὠφέλεια. Ὁ π. Ἰωαννίκιος, ὁ νεώτερος ἀδελφός τῆς συνοδείας, ἕνα χαριτωμένο, γεροδεμένο παιδὶ ἀπέκτησε πιὸ στενὴ πνευματικὴ σχέση μὲ τὸν Γέροντα καὶ τὸν συμβουλευόταν σὲ θέματα προσευχῆς. Οἱ συμβουλὲς τοῦ Γέροντα εἶχαν ἀποτέλεσμα μέσα του καὶ σὲ λίγο ἡ προσευχὴ ἄρχισε νὰ λέγεται ἄνετα καὶ νὰ τοῦ δημιουργεῖ καρδιακὴ θέρμη, ὁπότε ὁ νέος μοναχὸς ἐπιδόθηκε ὁλόψυχα σ’ αὐτὴ τὴν εὐλογημένη ἐργασία. Τὸ Θέλημα ὅμως τοῦ Θεοῦ ἦταν ὁ μοναχὸς αὐτὸς νὰ φύγει ἐνωρὶς ἀπὸ τὴ ζωὴ ἀρρώστησε ἀπὸ φυματίωση, ἡ ὁποία τότε ἦταν ἀνίατη καὶ θανατηφόρα. Οἱ τῆς συνοδείας του τὸν περιποιόνταν στὰ σωματικά, ἀλλὰ καὶ τὸν προετοίμαζαν γιὰ τὸν ἄλλο κόσμο. Τὸ ἴδιο ἔκανε κι ὁ Γέροντάς μου, ὁ ὁποῖος, ὅταν διαπίστωσε ὅτι ὁ π. Ἰωαννίκιος δὲν μποροῦσε πλέον λόγω γενικώτερης κατάπτωσης τῶν δυνάμεών του νὰ ἀνηφορίζει μέχρις αὐτόν, προσφέρθηκε νὰ κατεβαίνει ὁ ἴδιος τὴ νύχτα, τὴν ὥρα τῆς ἀκολουθίας μὲ τὸ κομποσχοίνι, ὥστε νὰ τὸν βλέπει, νὰ τὸν τονώνη καὶ νὰ τὸν προετοιμάζει γιὰ τὴν ἔξοδο.
 Ὅταν πλέον ὁ Γέροντας διαπίστωσε ὅτι πλησιάζει ἡ ἡμέρα τῆς κοιμήσεως τοῦ εἶπε, ὅταν θὰ ἀνηφορίζει πρὸς τὰ πάνω μὲ τὸν ἄγγελό του, νὰ περάσει νὰ τὸν χαιρετήσει. «Νὰ ’ναι εὐλογημένο Γέροντα», ἦταν ἡ ἀπάντηση τοῦ ὑποτακτικοῦ. Σὲ λίγες μέρες κι ἐνῶ ὁ Γέροντας μὲ τὸν π. Ἀρσένιο κάθονταν ἔξω κι ἔφτιαχναν σταυρουδάκια, πέρασε ὁ π. Ἰωαννίκιος ἀπὸ κεῖ, γιὰ νὰ τὸν χαιρετήσει. Ὁ Γέροντας τὸν αἰσθάνθηκε, τὸ εἶπε στὴν συνοδεία καὶ σὲ λίγο ἀκούστηκε κάτω ἀπὸ τὰ κελλιὰ τῶν μοναχῶν αὐτῶν τὸ καμπανάκι, δηλωτικό τοῦ θανάτου τοῦ π.Ἰωαννικίου. Τόσο μεγάλη ἦταν ἡ ὑπακοὴ τοῦ μοναχοῦ αὐτοῦ πρὸς τὸν Γέροντα, παρὰ τὸ ὅτι τὸν εἶχε Γέροντα μόνον «δυνάμει».
 Λίγες μέρες πρὸ τῆς δικῆς του κοιμήσεως πρὸς νουθεσία μου καὶ βοήθεια πνευματικὴ ὁ Γέροντας μοῦ εἶπε: «Παιδί μου νιώθω μέσα μου ὁλόκληρο Παράδεισο. Χάρι πολὺ μεγάλη, εὐλογία Θεοῦ. Βλέπεις οἱ κόποι τῆς νεότητος τί κέρδος ἔφεραν. Βλέπεις ὅτι τίποτε δὲν πῆγε χαμένο; Τὸ κάθε τι τὸ μέτρησε ὁ Θεός. Καὶ γιὰ ἕνα ποτήρι νερὸ ἀξιώνεται μισθοῦ ὁ Χριστιανός. Πολλῷ μᾶλλον οἱ κόποι οἱ μοναχικοὶ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ τυγχάνουν ἀνταποδόσεως ἐδῶ μὲν μὲ χάρη καὶ εὐλογία, στὸν ἄλλο κόσμο κατατίθενται στὴν τράπεζα τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὅταν ὁ μοναχὸς ἀπέλθη ἀπὸ τοῦτον τὸν κόσμο, ὅλο αὐτὸ τὸ ποσὸν θὰ τὸ «σηκώσει», ὅταν βρεθεῖ ἐπάνω στὸν ἄλλο κόσμο. Δηλαδὴ οἱ καταθέσεις τῶν κόπων τὸν περιμένουν καὶ ἀνάλογα τοῦ ποσοῦ ποὺ θὰ ἔχει ἀπ’ ἐντεῦθεν κατατεθεῖ ἐκεῖ θὰ γίνει καὶ ὁ ἄνθρωπος πλούσιος ἐν τῷ Παραδείσῳ».
 Τέλος ἦλθε καὶ ὁ καιρὸς τῆς ἀναχωρήσεώς του. Τὸν θάνατο τὸν ἀνέμενε σ’ ὅλη του τὴν ζωή. Γιατί ἡ παραμονὴ του ἐδῶ ἦταν ἀγώνας καὶ κόπος καὶ πόνος. Λαχταροῦσε ἡ ψυχὴ του ἀνάπαυση, καὶ τὸ σῶμα του ἐπίσης. Καὶ σ’ ἐμᾶς, παρ’ ὅτι ἀπ’ ἀρχῆς μᾶς εἶχε ἐμφυτεύσει ἔντονη τὴν μνήμη τοῦ θανάτου, μᾶς ἔκανε πολὺ δυνατὴ ἐντύπωση ἡ ἐξοικείωσή του μὲ τὸ φοβερὸ μυστήριο τοῦ θανάτου. Ἔδειχνε ὅτι ἑτοιμάζεται γιὰ πανηγύρι. Τόσο ἡ συνείδησίς του τὸν πληροφοροῦσε γιὰ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ. Ὅμως τὶς τελευταῖες μέρες ἔκλαψε πάλι πέραν τοῦ συνηθισμένου. Τοῦ λέει ὁ γέρο- Ἀρσένιος, νὰ τὸν παρηγόρησει: «Γέροντα, τόσους κόπους, τόση προσευχὴ ἔκανες σ’ ὅλη σου τὴ ζωή, τόσα κλάματα, πάλι κλαῖς;». Τὸν κοίταξε ὁ Γέροντας καὶ ἀναστέναξε: «Ἔ, γέρο-Ἀρσένιε! Ἀλήθεια εἶναι αὐτὰ ποὺ εἶπες, ἀλλὰ ἄνθρωπος εἶμαι. Μήπως γνωρίζω ἂν ἦσαν ἀρεστὰ ὅσα ἔπραξα στὸ Θεό μου; Αὐτὸς Θεὸς εἶναι- δὲν κρίνει καθὼς ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι. Καὶ μήπως θὰ ξαναγυρίσουμε πάλι ἐδῶ, γιὰ νὰ κλάψουμε; Τώρα ὅ,τι προλάβει ὁ καθένας μας. Ὅσο πενθήσει καὶ κλάψει, τόσο θὰ παρακληθεῖ».
 Σᾶς ἔχω πεῖ καὶ ἄλλοτε γιὰ τὴν ἀγάπη του πρὸς τὴν Παναγία μας. Ἦταν ἀνωτέρα κάθε περιγραφῆς. Μόνο ποὺ ἀνέφερε τὸ ὄνομά της τὰ μάτια του ἔτρεχαν. Τὴν παρακαλοῦσε λοιπὸν ἀπὸ καιρὸ νὰ τὸν πάρει, νὰ ξεκουρασθεῖ. Καὶ τὸν εἰσήκουσε. Τὸν ἐπληροφόρησε ἕνα μήνα πρὶν γιὰ τὴν ἀναχώρησή του. Μὲ κάλεσε τότε ὁ Γέροντας καὶ μοῦ εἶπε τί νὰ ἑτοιμάσουμε.
 Τὴν παραμονὴ τῆς κοιμήσεώς του —14 Αὐγούστου 1959 — πέρασε νὰ τὸν δεῖ ὁ κ. Σχοινᾶς ἀπὸ τὸν Βόλο, μὲ τὸν ὁποῖον ἦταν πολὺ γνώριμοι. «Τί κάνετε, Γέροντα, τοῦ λέγει, πῶς πάει ἡ ὑγεία σας;» «Αὔριο φεύγω, Σωτήρη. Ὅταν ἀκούσεις τὶς καμπάνες, νὰ θυμηθεῖς τὸν λόγο μου».
 Τὴν ἄλλη μέρα στὴ λειτουργία τῆς Παναγίας μας ὁ Γέροντας ἔψαλε μὲ κόπο τὸ Τρισάγιο καὶ τὴν ὥρα ποὺ κοινώνησε τὰ Ἄχραντα Μυστήρια εἶπε: «ἐφόδιον ζωῆς αἰωνίου». Ὅταν ξημέρωσε, ὁ Γέροντας παρέμενε καθισμένος (λόγω δύσπνοιας) στὴ μαρτυρική του πολυθρονίτσα στὴν αὐλὴ τοῦ ἡσυχαστηρίου μας, περιμένοντας τὴν ὥρα καὶ τὴν στιγμή. Ἦταν σίγουρος γιὰ τὴν πληροφορία ποὺ τοῦ εἶχε δώσει ἡ Παναγία μας, ἀλλὰ βλέποντας τὴν ὥρα νὰ περνᾶ καὶ τὸν ἥλιο νὰ ἀνεβαίνει τοῦ ἦλθε κάτι σὰν στενοχώρια, σὰν ἀγωνία γιὰ τὴν καθυστέρηση. Μὲ φωνάζει καὶ μοῦ λέει: «Παιδί μου, γιατί ἀργεῖ ὁ Θεὸς νὰ μὲ πάρει; Ὁ ἥλιος ἀνεβαίνει καὶ ἐγὼ εἶμαι ἀκόμη ἐδῶ!».
 Βλέποντας ἐγὼ τὸν Γέροντά μου νὰ ἀδημονεῖ τοῦ λέω μὲ θάρρος: «Γέροντα, μὴ στενοχωρῆστε. Τώρα ἐμεῖς θὰ κάνουμε εὐχὴ καὶ θὰ φύγετε». Τότε σταμάτησαν τὰ δάκρυά του. Οἱ πατέρες, ὁ καθένας τὸ κομποσχοίνι καὶ ἔντονη τὴν εὐχή. Δὲν πέρασε ἕνα τέταρτο καὶ μοῦ λέει: «Κάλεσε τοὺς πατέρες νὰ βάλουν μετάνοια, διότι φεύγω». Βάλαμε τὴν τελευταία μετάνοια. Μετὰ ἀπὸ λίγο σήκωσε τὰ μάτια του ψηλὰ καὶ κοιτοῦσε ἐπίμονα γιὰ δύο περίπου λεπτά. Κατόπιν γυρίζει καὶ λέει: «Ὅλα τελείωσαν. Φεύγω. Εὐλογεῖτε!». Καὶ μὲ τὶς τελευταῖες λέξεις ἔγειρε τὸ κεφάλι του δεξιά, ἀνοιγόκλεισε δύο-τρεῖς φορὲς ἤρεμα τὸ στόμα καὶ τὰ μάτια καὶ αὐτὸ ἦταν! Θάνατος ὄντως ὁσιακός. Δὲν θὰ ξεχάσω ποτὲ τὸ αἴσθημα ποὺ κυριαρχοῦσε τότε μέσα μας. Μπροστὰ μας εἴχαμε νεκρὸ καὶ μέσα μας ζούσαμε ἀνάσταση. Κι ἀπὸ τότε αὐτὸ τὸ αἴσθημα συνοδεύει πάντοτε τὴν μνήμη τοῦ Γέροντα μέσα μας.
Τώρα ἐπάνω ἐκεῖ ποὺ βρίσκεται, βλέπει πιὸ καθαρὰ τὰ πράγματα πῶς γίνονται. Μᾶς βλέπει πῶς ἐργαζόμεθα. Προσεύχεται, πρεσβεύει, παρακαλεῖ τὸν Θεὸ νὰ μᾶς φροντίζει κάπως περισσότερο, γιατί ἐμεῖς δὲν ἔχουμε τὴν ἄσκηση τὴ δική του. Βλέπει τοὺς κινδύνους ποὺ διερχόμεθα, τὶς ἀτασθαλίες μας, τὰ πάθη μας, τὰ σφάλματά μας, βλέπει τόσα καὶ τόσα καὶ παρακαλεῖ τὸν Θεὸ νὰ γίνει ἴλεως. Εἴθε οἱ εὐχές του νὰ μὴ πάψουν ποτὲ νὰ μᾶς σκεπάζουν ὅλους μας στὴ διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς μας καὶ στὸν ἀγώνα μας γιὰ τὴν βασιλεία τῶν οὐρανῶν. * Ἀββᾶ Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου, Τὰ σωζόμενα ἄσκητιχα, Λόγος ΜΣΤ
agiazoni.gr