Τρίτη 30 Αυγούστου 2016

Στάρετς Θεόφιλος ο δια Χριστόν σαλός (9)


Στάρετς Θεόφιλος ο δια Χριστόν σαλός (9)
Μέρος θ'

Η ημιτελής προσευχή 
Ο Μητροπολίτης Φιλάρετος σύντο­μα θα άλλαζε γνώμη σχετικά με τον μακάριο. Μέχρι τώρα είχε αμφιβολίες για την αγιότητα της ζωής και το προορατικό χάρισμα που απέδι­δαν στον Θεόφιλο, αλλά τα μάτια του θα άνοιγαν σύντομα. 
Όπως είναι γνωστό, ο κανόνας προ­σευχής του Μητροπολίτη Φιλαρέτου ήταν εξαιρετικά μεγάλης διαρκείας και έπαιρνε έξι έως επτά ώρες για να ολοκληρωθή. 
Σε προσωπικές συζητήσεις που είχε με τους γέροντες της Λαύρας, είχε πη: «Δεν καταλαβαίνω πώς οι ηλικιωμένοι άνθρωποι γενικά και ειδικώτερα οι μο­ναχοί, μπορούν να ζουν, αν δεν έχουν αποκτήσει επαρκή εμπειρική γνώσι της προσευχής και του τρόπου να προσεύχε­σαι, θα πρέπη να είναι εξαιρετικά δύ­σκολο και μοναχικό γι' αυτούς. Γι' αυτό τον λόγο, πόσο είναι απαραίτητο για τον κάθε άνθρωπο που δεν σκοπεύει να περάση τη γεροντική του ηλικία μέσα στην ανία να συνηθίση να προσεύχεται από τη μικρή ηλικία». 
Και αυτός ο ίδιος ήταν ο πρώτος που έθετε τη συμβουλή του αυτή σε αυστηρή εφαρμογή.
Συνέβη κάποτε να είναι απαραίτητη επειγόντως η παρουσία του Μητροπολί­τη στο Κιτάγιεφ. Κουρασμένος εξ αιτίας ωρισμένων σοβαρών θεμάτων την προη­γούμενη νύχτα, ξύπνησε το πρωί μισή ώρα αργότερα από το συνηθισμένο και άρχισε βιαστικά τα πρωινά του καθήκο­ντα, έτσι που να μην αργήση στη συνάντησι που είχε στο Κιτάγιεφ. Ενώ διά­βαζε τον πρωινό του κανόνα, ο συγκελλιώτης του ιερομόναχος Ναζάριος ήλθε στο παρεκκλήσι, και ανέφερε ότι η άμαξα ήταν ήδη έτοιμη και περίμενε στην πόρ­τα για να τον πάρη για το ταξίδι. Ο Μητροπολίτης δεν μπορούσε να καθυστερήση την αναχώρησί του και έτσι δεν είχε χρόνο να συμπληρώση τις προσευχές του. Ζήτησε το ράσο του και ανεχώρησε αμέ­σως. Σε μισή ώρα η άμαξα μπήκε στα δά­ση του Κιτάγιεφ και ο Μητροπολίτης Φιλάρετος χαμήλωσε το τζάμι της άμα­ξας αναπνέοντας το υπέροχο άρωμα του φρέσκου πρωινού αέρα. Ξαφνικά το βλέμμα του έπεσε σ' ένα μεγάλο δέντρο που βρισκόταν παραπέρα. Στην κορυφή του καθόταν ο Θεόφιλος διαβάζοντας ειρηνικά ένα προσευχητάριο. 
«Τι κάνης εκεί πέρα», φώναξε απορη­μένος ο Μητροπολίτης. 
«Τελειώνω τον κανόνα μου», απάντη­σε σιγά ο Θεόφιλος από ψηλά. 
«Τι; Τι είπες; Μίλα πιο δυνατά! Δεν μπορώ να σ’ ακούσω!». 
«Είπα, τελειώνω το διάβασμα του κα­νόνα μου!» απάντησε ο μακάριος με όλη τη δύναμι της φωνής του. «Δεν είχα χρό­νο στη μονή. Το ταξίδι με εμπόδισε, άλλα μπορώ τουλάχιστον να τελειώσω στη διαδρομή!». 
«Ναι, ναι. Μιλάς για μένα» μάντεψε ο Μητροπολίτης. «Λοιπόν, σ' ευχαριστώ, κατεργάρη, που συμβούλεψες ένα γέρο άνθρωπο σαν κι εμένα. Κατέβα αμέσως κάτω. Θα τελειώσω το διάβασμα εγώ ο ίδιος». 

Το προορατικό χάρισμα του στάρετς 
Μετά από αυτό το συμβάν ο Μητρο­πολίτης έδειξε περισσότερο ενδιαφέρον για τον στάρετς και άρχισε να τον παρατηρή προσεκτικά. Αποφάσισε να επισκεφθή τον στάρετς στο κελλί του με σκοπό να βγάλη ένα τελικό συμπέρασμα για τις άδικες κατηγορίες που υπήρχαν εις βάρος του. Ο Μητροπολίτης ξεκι­νούσε πολλές φορές για το κελλί του Θεο­φίλου αλλά κάθε φορά ο Θεόφιλος προσ­παθούσε να αποτρέψη τον Μητροπολί­τη από την απλή περιέργεια. Μια φορά ο στάρετς έφτασε στο σημείο να καλύψη την πόρτα του κελλιού του απέξω με χαμόκλαδα και πηλό έτσι ώστε ο Μητρο­πολίτης να αναγκαστή να γυρίση πίσω. 
Τελικά ο Μητροπολίτης με τη συνο­δεία του συγκελλιώτη του κατάφερε να φθάση και να βρη τον Θεόφιλο στο κελ­λί του. Ο μακάριος δέχθηκε τον υψηλό επισκέπτη πολύ εγκάρδια βάζοντάς τον να καθίση στο μικρό πάγκο, ενώ αυτός πήγε να ετοιμάση το σαμοβάρι. Όταν το νερό άρχισε να βράζη μετέφερε το σα­μοβάρι στη μέση του κελλιού, το έβαλε στο πάτωμα και τοποθέτησε μια πήλινη γαβάθα κάτω από τη βρυσούλα του. Με­τά πήρε την ράβδο του αρχιερέως και την κοίταξε προσεκτικά απ’ όλες τις μεριές. 
«Και πόσο αξίζει αυτό το μπαστού­νι;» ρώτησε ο μακάριος κοιτάζοντας τον Μητροπολίτη. 
«Τίποτε», απάντησε ο Μητροπολίτης. 
«Όχι», είπε ο στάρετς. «Αξίζει του­λάχιστον εικοσιπέντε ρούβλια». 
Και με αυτά τα λόγια τοποθέτησε τη ράβδο στη γαβάθα που βρισκόταν κάτω από το σαμοβάρι· έβγαλε το καπάκι και το πέταξε στη γωνία. Το νερό έτρεξε πά­νω στη ράβδο, γέμισε τη γαβάθα και ξε­χειλίζοντας έπεφτε στο πάτωμα. Ο Μη­τροπολίτης τα είδε όλα αυτά με μεγάλη απορία, διέσχισε το βρεγμένο πάτωμα και βιαστικά βγήκε από το κελλί. 

Στάρετς Θεόφιλος ο δια Χριστόν σαλός (8)


Στάρετς Θεόφιλος ο δια Χριστόν σαλός (8)
ΜΕΡΟΣ Η'
Οι «εχθροί» του στάρετς 
Κοντά σε όσα αναφέρθηκαν εδώ για τις αρχές και τις συνήθειες του μακαρίου Θεοφίλου και για τους τρό­πους με τους οποίους συναναστρεφόταν τους ανθρώπους που τον ευλαβούνταν, δεν είναι περιττό να σημειωθή ότι η επι­κοινωνία του αυτή με τους ανθρώπους και η τεράστια φήμη που απολάμβανε ο μακάριος προκαλούσε συχνά την εχθρό­τητα φθονερών προσώπων, τα οποία προ­σπαθούσαν με κακόβουλες ερμηνείες να σπιλώσουν το τιμημένο και πεντακάθαρο όνομα του μακαρίου στάρετς.
Ιδιαίτερα εχθρικός απέναντι του ήταν ο ιερομόναχος Ιώβ, ο προϊστάμενος του ερημητηρίου. Επειδή πίστευε ότι όλες οι ενέργειες και οι πράξεις του μακαρίου ή­ταν μόνο υποκρισία και δεισιδαιμονία, κατέτρεχε τον στάρετς σε κάθε του βήμα και παρενέβαλλε σ’ αυτόν όσες ενοχλή­σεις και δυσκολίες μπορούσε, κουράζον­τας τον Μητροπολίτη με διαρκείς αναφο­ρές και παράπονα. Όταν έβλεπε ένα πλή­θος προσκυνητών γύρω από τον μακάριο, ο Ιώβ έτρεχε στην αυλή και τους επέπληττε ως δεισιδαίμονες, αναγκάζοντάς τους να διαλυθούν.
Όταν αυτή η τακτική δεν ωφελούσε, ο προϊστάμενος έδινε εντολή να κλείσουν τις πύλες του μοναστηρίου μετά από το δείπνο, ώστε το φιλοπερίερ­γο πλήθος να μη περιστοιχίζη τον μακά­ριο και να μη πλησιάζη το κελλί του. Και δεν σταματούσε σ’ αυτό. Συχνά εισέβαλλε στο κελλί του μακαρίου, τον στηλίτευε με οργή στις γυναίκες και μάζευε από το τραπέζι του στάρετς τα ασπρόρουχά του, για να τον εμποδίση από του να τα δώση στις πλύστρες. Σε όλους αυτούς τους εξ­ευτελισμούς ο στάρετς απαντούσε μόνο με την πραότητα και τη σιωπή ή ανέφερε δι­άφορες ευαγγελικές παραβολές. Επειδή όμως ο προϊστάμενος δεν ησύχαζε και εξακολουθούσε να τον ενοχλή, συχνά ο στάρετς προφυλαγόταν από την άδικη οργή και τον διαβολικό πειρασμό με το να μη του ανοίγη την πόρτα. 
«Παντελεήμων», έλεγε σε τέτοιες περιπτώσεις ο μακάριος στον υποτακτικό του, «κλείσε την πόρτα. Τώρα έρχεται ο εχθρός μας». 
Ο Παντελεήμων γνώριζε καλά ποιος ή­ταν αυτός ο «εχθρός» και έσπευδε να κλείση την πόρτα, όσο πιο γερά μπορούσε. 
Τελικά ο Ιώβ, για να ενοχλή περισσό­τερο τον μακάριο και για να αποδείξη το δικαίωμα και την εξουσία του, μετέφερε τον στάρετς στο ισόγειο ενός μεγάλου κτι­ρίου κοντά στο δικό του διαμέρισμα. Μο­λονότι εκεί υπήρχαν τέσσερα μεγάλα και άνετα δωμάτια, ο στάρετς ήταν πολύ δυσ­αρεστημένος, διότι μία τέτοια αλλαγή στη ζωή και στη διαμονή του τον εμπόδιζε να κάνη όλα αυτά, για τα οποία τον είχε κα­λέσει ο Κύριος. 
Όταν η Λαύρα έστειλε στο ερημητήριο τον ιεροδιάκονο Θεοδόσιο Τουπίτσιν, ε­πειδή είχε ανάγκη ιδιαιτέρας παρακολου­θήσεως λόγω ψυχικής παθήσεως, τον έβα­λαν να μείνη με τον στάρετς στο δεύτερο μπροστινό δωμάτιο. Ο μακάριος δεν άντε­ξε και αμέσως τον έδιωξε. Εξωργισμένος από την αυθαίρετη αυτή ενέργεια, ο προϊ­στάμενος Ιώβ πήρε για δεύτερη φορά τον Θεοδόσιο και μπαίνοντας στου Θεοφίλου είπε ήσυχα:
«Πάτερ Θεοδόσιε! Μετά οσίου όσιος έση και μετά εκλεκτού εκλεκτός έση[1]... Πάρε την ευλογία του πατρός Θεοφίλου· αυτός θα σε νουθετή και θα ζήσετε ειρη­νικά...» 
Όμως ο Θεόφιλος, βγαίνοντας από το πίσω δωμάτιο, έδιωξε ξανά τον Θεοδόσιο και φώναξε στον Ιώβ:
«Γράμματα ξέρεις;»
«Αν δεν ήξερα, δεν θα είχα γίνει προϊστάμενος», απάντησε χαμογελώντας ο Ιώβ.
«Κι έχεις διαβάσει τα βιβλία της Αγίας Γραφής, ε;»
«Όχι μόνο τα διάβασα, αλλά ξέρω και πολλά απ’ έξω».
«Γιατί ο Κάιν σκότωσε τον αδελφό του τον Άβελ; Πες! Απάντησε! Γιατί;»

Στάρετς Θεόφιλος ο δια Χριστόν σαλός (7)


Στάρετς Θεόφιλος ο δια Χριστόν σαλός (7)
ΜΕΡΟΣ Ζ’
 
Ο Στάρετς και οι υπερήφανες κυρίες 
Όταν απουσίαζε από το ερημητήριο, ο μακάριος Θεόφιλος δεν κλείδωνε ποτέ το κελλί του, ακόμη και όταν έ­λειπε και ο συγκελλιώτης του στην πόλι. Αυτό το έκανε διότι και κατά την διάρκεια της απουσίας του συναθροιζόταν κόσμος στο κελλί του, κυρίως γυναίκες. Δεν υπήρχε τρόπος να τους αποφύγη. Πήγαιναν σ' αυ­τόν προτού ακόμη να πάνε στην εκκλησία και όταν έβλεπαν τον μακάριο, μετά από μακρά αναμονή έξω από το παράθυρό του, έτρεχαν πίσω του σαν κοπάδι.
 Ο στάρετς δεχόταν όλους τους ανθρώ­πους συχνά μόνο με το τραχύ ζωστικό του. Όταν άνοιγε την πόρτα του, οι γυναίκες σπρώχνονταν η μία με την άλλη, προσπα­θώντας να του δώσουν κάποιο δώρο. Μία έτεινε προς το μέρος του μία κανάτα γάλα, άλλη τυρί, βούτυρο ή αυγά, άλλη ένα μπου­κάλι κβας, πίττες κ. ά. Και ω, Θεέ μου, τι απεγνωσμένο παζάρι επακολουθούσε! Η κάθε μία προσπαθούσε να βάλη τα αγαθά της στα χέρια του, η κάθε μία ήθελε να ελ­κύση την προσοχή του. 
Για να τις ευχαριστήση για όσα του έ­φερναν, ο στάρετς Θεόφιλος ανέθετε σ' αυ­τές μία ποικιλία από αγγαρείες. Κάποια κουβαλούσε νερό ή ξύλα, κάποια ασβέστωνε τη χτιστή σόμπα ή σκάλιζε στον κήπο. Ανάμεσά τους υπήρχαν και κυρίες επιδει­κτικές ή διαζευγμένες[1]. Ο μακάριος ποτέ δεν ήταν εθιμοτυπικός προς αυτές: τις έβα­ζε να πετάξουν τα νερά της πλύσεως και τα σκουπίδια, να ζυμώσουν ή να καθαρίσουν πατάτες. 
Κάποτε ήρθε στον στάρετς Θεόφιλο μία έγγαμη αρχόντισσα. Μπροστά από το κελλί του στάρετς υπήρχε μεγάλο πλήθος. Πέρασε λοιπόν σπρώχνοντας και παραμερίζοντας τους άλλους και άρχισε να φωνάζη:
«Πατερούλη, ευλογείτε! Πατερούλη, ευ­λογείτε!»
«Και συ ήρθες σε μένα για ευλογία;» «Ναι, πατερούλη, σε σένα. Θέλω να μιλή­σω μαζί σου». «Καλά, τώρα...» 
Ο στάρετς μπήκε στο κελλί του και έφερε μία μεγάλη γαβάθα με λαχανόσουπα. 
«Κράτησε τον ποδόγυρο σου. Ο Θεός θα ευλογήση». 
Και έχυσε τη λαχανόσουπα στην αναση­κωμένη φούστα. Η γυναίκα τρόμαξε. Φο­ρούσε καινούργιο μεταξωτό φόρεμα! Αλλά ο μακάριος δεν της έδωσε καιρό να μιλήση και διέκοψε τις θυμωμένες σκέψεις της. 
«Απατάς τον άνδρα σου καθημερινά... Και ήρθες σε μένα για ευλογία με μεταξωτό φόρεμα; Για κοίταξε καλά, που αποπλανάς τους νέους με την ομορφιά σου. Για κοίταξε καλά...» 
Μία άλλη φορά ήρθε στον μακάριο μία σπουδαία γαιοκτήμονας. Περιστοιχισμένη από ολόκληρη ακολουθία δουλοπάροικων σταμάτησε με την άμαξά της μπροστά στην κατοικία του μακαρίου και, χαμογελώντας, άρχισε να κοιτάζη προς όλες τις κατευθύν­σεις μ' ένα φασαμέν[2]. 
«Πείτε μου, παρακαλώ. Πού μένει ο Θεό­φιλος;» ρώτησε δυνατά τον συγκελλιώτη που ήρθε προς το μέρος της. 
«Νάτος, σκάβει στον κήπο». 
Η λεπτεπίλεπτη κυρία κοίταξε προς τα πίσω και, βλέποντας τον μακάριο να σκάβη στην πρασιά φορώντας μόνο το ζωστικό του, έφτυσε στο πλάι με περιφρόνησι. 
«Ντροπή! Τι αγένεια! Να τριγυρνά στο μοναστήρι μόνο με μία πουκαμίσα!» 
«Μόνο με μία πουκαμίσα!», είπε ο στά­ρετς μιμούμενός την καθώς πλησίαζε. «Ε, συ ασπροχέρα πριγκίπισσα! Και γιατί έγδυ­σες τους δουλοπάροικούς σου μέχρι το τε­λευταίο πουκάμισο; Και γιατί τους άφησες στον κόσμο χωρίς ένα κομμάτι ψωμί; Δεν έχεις τύψεις που αφανίζεις ανθρώπους και εμφανίστηκε η ντροπή σου μπροστά σ' ένα ταπεινό μοναχό; Μετανόησε, άμετρη υπε­ρηφάνεια! Αγάπησε τον πλησίον σου[3], αλλιώς θα πικραθής όταν η αμαρτωλή ψυχή σου σταθή ενώπιον της κρίσεως του Θεού μέσα στη γύμνια των αισχρών της πράξεων». 
Αυτός ο έλεγχος τόσο συγκλόνησε την γυναίκα, που βγήκε αμέσως από την άμαξα με δάκρυα μετανοίας και πέρασε μία ολό­κληρη ώρα στο κελλί του στάρετς, ικετεύον­τάς τον να την συγχωρήση και να προσεύ­χεται γι' αυτήν. 

Στάρετς Θεόφιλος ο δια Χριστόν σαλός (6)


Στάρετς Θεόφιλος ο δια Χριστόν σαλός (6)
ΜΕΡΟΣ ΣΤ'
Το  «βοτάνι του διαβόλου»
Εκτός όμως από την αγάπη και την συμπόνια που έδειχνε ο Στάρετς Θε­όφιλος στα ζώα και τα πουλιά, είχε κι άλλες συνήθειες και ιδιοτροπίες. Κατ' αρχήν, δεν αγαπούσε καθόλου τους καπνι­στές και ο ίδιος δεν μπορούσε να ανεχθή τον καπνό του τσιγάρου.

«Βλέπετε, έχετε δηλητηριασθή μ' αυτό το βοτάνι του διαβόλου», επιτιμούσε αυστηρά τους επισκέπτας που κάπνιζαν. «Ήλθατε ε­δώ στο μοναστήρι να σκορπίσετε το μίασμα του ταμπάκου. Τι καλό θα πρόκυψη για σας αύριο, όταν δεχθήτε τα Άγια Μυστή­ρια με την γεύσι του καπνού στο στόμα; Φύγετε από κοντά μου. Δεν σας δίνω την ευλογία μου!»

Κάποτε ο Θεόφιλος προχωρούσε ανάμε­σα στα δένδρα μέσα στην αυλή του μονα­στηριού μαζί με ένα από τα πιο αγαπημένα του πνευματικά παιδιά από την πόλι κρα­τώντας ένα πήλινο πιάτο γεμάτο ρεπάνια τριμμένα μέσα σε κβας. Τον πλησίασε τότε ο Βίκτωρ Ιγνάτιεβιτς Ασκοτσένσκυ, συντά­κτης και εκδότης της εφημερίδος Οικιακοί Διάλογοι. Εκείνη την ώρα κάπνιζε πούρο και καθώς άνοιξε το στόμα του να μιλήση, φύσηξε τον καπνό μέσα στο φαγητό του Στάρετς. Ο μακάριος δεν είπε τίποτε, βού­τηξε μόνο το δάκτυλο του στο πιάτο και τον πιτσίλισε με λίγο ζουμί.

Όταν επέστρεψε στο σπίτι του ο Ασκοτσένσκυ κάθησε να φάη, μα το γεύμα που του σέρβιραν είχε έντονη μυρωδιά από ρεπάνι. Χωρίς να. υποψιασθή την αιτία, ο Ασκοτσένσκυ έστειλε το φαγητό πίσω και ζή­τησε να του φέρουν άλλο. Μα κι αυτή την φορά υπήρχε η ίδια μυρωδιά. Εξωργισμένος ο Ασκοτσένσκυ φώναξε την μαγείρισ­σα και τους υπηρέτες, κανείς όμως δεν μπορούσε να του εξηγήση από πού προερ­χόταν η μυρωδιά. Σερβίρισαν και το δεύτε­ρο πιάτο, αλλά και αυτό μύριζε έντονα ρεπάνι. Το ίδιο συνέβη και με το τρίτο πιάτο. Ο Ασκοτσένσκυ έχασε την υπομονή του. Βγήκε από το σπίτι και πήγε σ' έναν γνω­στό του. Την ώρα όμως που τον χαιρετού­σε, ο φίλος του παρατήρησε ότι μύριζε έν­τονα ρεπάνι. Παρ' όλα αυτά, ζήτησε κάτι να φάη, προβάλλοντας σαν δικαιολογία ότι το φαγητό στο σπίτι του ήταν κακομαγειρεμένο. Πόσο μεγάλη ήταν όμως η έκπληξίς του, όταν διεπίστωσε ότι ακόμη και το φα­γητό του φίλου του ήταν διαποτισμένο με την μυρωδιά του ρεπανιού. Έχοντάς τα εντελώς χαμένα, πήγε στον φούρνο να αγοράση κουλουράκια. Γύρισε στο σπίτι και κάθισε να πιη τσάι. Αλλοίμονο, όμως! Το τσάι και τα κουλουράκια είχαν την ίδια μυ­ρωδιά του τριμμένου ρεπανιού.

Πέρασαν δύο-τρεις μέρες και ο Ασκοτσένσκυ είχε φθάσει σε τέλεια απόγνωσι, γιατί όσοι τον συναντούσαν του παρατη­ρούσαν πόσο δυσάρεστα μύριζε ρεπάνι. Ο δυστυχής προσπαθούσε απεγνωσμένα να βρη την αιτία αυτού του παράξενου φαινο­μένου, όταν τελικά θυμήθηκε την συνάντησί του με τον Στάρετς Θεόφιλο. Συνειδητο­ποιώντας την απρέπεια της πράξεώς του, πήγε στο Κιτάγιεφ να βρη τον μακάριο. Του ζήτησε συγχώρησι και από εκείνη την στιγ­μή η δυσάρεστη μυρωδιά εξαφανίσθηκε.

Η γερόντισσα Μαγδαληνή από τη μονή Φλωρόφσκυ διηγείται κάποιο άλλο περι­στατικό:

«Κάποτε ήλθε από την Μόσχα ένας πλού­σιος έμπορος με την σύζυγό του και σταμά­τησαν στο μοναστήρι μας. Ακούγοντας τις διηγήσεις μας για τον Στάρετς Θεόφιλο, ο έμπορος ζήτησε να τον επισκεφθή οπωσδήποτε. Με παρεκάλεσε να τους συνοδεύω αυ­τόν και την σύζυγο του, μια και δεν γνώριζε τον δρόμο για το ερημητήριο του Κιτάγιεφ. Εγώ δέχθηκα κι έτσι ξεκινήσαμε όλοι μαζί. Καθώς περνούσαμε από το δάσος του Γκολοσέγιεφ, ο έμπορος ένοιωσε την επιθυμία να καπνίση. Έψαξε τις τσέπες του, αλλά δεν βρήκε σπίρτα. Τι να κάνη; Ευτυχώς είδε κάποιους να κάθωνται στην άκρη του δρό­μου και να βράζουν κουρκούτι πάνω σε μία πυροστιά. Τους πλησίασε και προσπάθησε να ανάψη το τσιγάρο. Μόλις όμως άγγιξε την φωτιά, η πυροστιά αναποδογύρισε και το φαγητό χύθηκε και την έσβυσε.

«Τι παράξενο! Δεν πρόλαβα να αγγίξω την πυροστιά και το φαγητό αναποδογύ­ρισε».

Προχωρήσαμε παρακάτω. Ο έμπορος εί­δε και πάλι κάποιους άγνωστους να βρά­ζουν χυλό στην άκρη του δρόμου. Έτρεξε στην φωτιά τους για να ανάψη το τσιγάρο, αλλά μόλις έσκυψε πάνω από την φωτιά, πάλι αναποδογύρισε η πυροστιά.

«Τι παράξενη σύμπτωσις!» είπε ο έμπο­ρος γελώντας. «Μήπως είναι μάγια;»

«Όχι», του απάντησα Εγώ. «Ο πατήρ Θε­όφιλος τα κανόνισε έτσι, γιατί δεν συμπα­θεί διόλου αυτούς που καπνίζουν».

Τελικά φθάσαμε στο Κιτάγιεφ και πήγαμε να δούμε τον Στάρετς. Εκείνος μόλις μας συνάντησε, στράφηκε κατ' ευθείαν στον έμ­πορο:

«Λοιπόν, περιστεράκι μου, ήθελες τόσο πολύ να καπνίσης; Για το δικό σου το πά­θος άφησες χωρίς φαΐ τόσους πεινασμέ­νους».

Κατόπιν του έφερε από το κελλί του ένα μεγάλο κρεμμύδι και του είπε.

«Να, φάε λίγο κρεμμύδι, γιατί με την μυ­ρωδιά του τσιγάρου σου βρώμισες όλο το μοναστήρι!»

Τέτοιο προορατικό χάρισμα είχε!

Μία άλλη χαρακτηριστική αρχή του Στά­ρετς ήταν να μη φτύνη ποτέ στο έδαφος. Συμβούλευε και τους άλλους να το αποφεύ­γουν. Ιδιαίτερα δεν μπορούσε να ανεχθή όσους έφτυναν στον ναό του Θεού, στο πάτωμα της εκκλησίας.

«Γιατί φτύνης στην εκκλησία;» έλεγε σ' όσους το έκαναν. «Εδώ παρίσταται αοράτως ο Θεός και οι άνθρωποι γονατίζουν μπροστά Του για να προσευχηθούν. Γιατί φτύνης στη γη; Κι εσύ ο ίδιος είσαι χώμα και στάχτη, πώς λοιπόν τολμάς να φτύνης την μητέρα σου; Αυτή δεν είναι που θα σε δεχθή στην αγκαλιά της μετά τον θάνατό σου; Αυτή δεν είναι που θα φυλάξη το σώ­μα σου μέχρι την κοινή ανάστασι;»

Στάρετς Θεόφιλος ο δια Χριστόν σαλός (5)


Στάρετς Θεόφιλος ο δια Χριστόν σαλός (5)
ΜΕΡΟΣ Ε’
Ο Στάρετς Θεόφιλος και η σόμπα του 
Η σόμπα του μακαρίου Θεοφίλου έκαιγε χειμώνα-καλοκαίρι ή πιο σωστά, δεν έκαιγε, άλλα κάπνιζε. Καθώς έβαζε σ' αυτήν μεγάλα, απελέκητα κούτσουρα, αναγκαζόταν να την ξανανάψη αρκετές φορές. Όπως είναι φυσικό, με τέτοια θέρμανσι και ιδιαίτερα τον χειμώνα το κελλί δεν μπορούσε να ζεσταθή, και το νερό του κελλιού πάγωνε συχνά. Ο Στάρετς όμως δεν έδινε την παραμικρή σημασία γι' αυτό. Φορούσε ένα επανωφόρι από προβιά και τις τσόχινες μπότες του και βυθιζόταν στην προσευχή. Έτσι το πνεύμα του έμενε ψηλά, πάνω απ’ όλες τις ανάγκες και τις απαιτήσεις του λιπόσαρκου κορμιού του. 
Ένα καλοκαίρι, όταν ο Στάρετς βρισκόταν στο ερημητήριο του Κιτάγιεφ και έμενε σε μία ξύλινη καλύβα, ο ηγούμενος του έστειλε τεχνίτες, για να επιδιορθώσουν την παμπάλαια κτιστή σόμπα του κελλιού του. Ο Θεόφιλος όμως δωροδόκησε τους τεχνίτες για να μην την αγγίξουν καθόλου. Ο προϊστάμενος του ερημητηρίου, Ιερομόναχος Ιώβ, ωργίσθηκε τόσο πολύ, ώστε πήρε με τα ίδια του τα χέρια το μπουρί της σόμπας του Στάρετς και τον ίδιο τον μετέφερε σ' ένα κοντινό πέτρινο κτίριο, για να τον παρακολουθή πιο στενά.
Τότε ο μακάριος, ασκώντας την σαλότητά του, κάλεσε αμέσως δικούς του εργάτες και τους διέταξε να γκρεμίσουν την σόμπα του και να την ξαναχτίσουν όπως ήθελε ο ίδιος, τον σταμάτησαν όμως εγκαίρως. 
Τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς, μετά το τέλος του εσπερινού, ο Στάρετς αψηφώντας την αυστηρή απαγόρευσι του ηγουμένου, αποφάσισε να ανάψη την σόμπα του. Αφού έβαλε επάνω της την πήλινη χύτρα βγήκε στο δάσος και την άφησε αφύλακτη. Κατά την απουσία του, η φωτιά μεταδόθηκε στο ξύλινο πάτωμα, το οποίο άρχισε να καίγεται και να βγάζη πολύ καπνό. Οι αδελφοί έτρεξαν και με πολλή δυσκολία έσβησαν την φωτιά. Ο υπεύθυνος της ζημιάς άργησε να βρεθή, όταν όμως επέστρεψε άρχισε να τους παρηγορή όλους: «Μη θλίβεστε για κάτι που δεν έγινε», έλεγε. «Καλύτερα ας δοξάσουμε τον Κύριο για το έλεός Του, διότι είναι θαυμαστά τα έργα Του προς χάριν των ανθρώπων». 

Η τροφή του Στάρετς 
Ο Στάρετς έπαιρνε το φαγητό του από την τράπεζα των αδελφών και συνήθως τα ανακάτευε όλα μαζί σε ένα πιάτο —μπορς , χυλό. ραδίκια και κβας — χωρίς να νοιάζεται αν υπήρχαν μαζί και γλυκά και πικρά. 
«Το ίδιο συμβαίνει και στη ζωή», έλεγε σ' όποιον έμενε έκπληκτος με την παραξενιά του. Το πικρό, το ξινό και το αλμυρό ανακατεύονται με το γλυκύ και όλα αυτά πρέπει να τα χωνέψουμε. 
Το φαγητό όμως που προσέφερε ο μακάριος στους ξένους και τους φτωχούς το άφηνε όπως το έπαιρνε από την τράπεζα. Για τον εαυτό του μαγείρευε μερικές φορές ζυμαρικά, χυλό από σιμιγδάλι ή ακόμη και φιδέ. Δεν χρησιμοποιούσε όμως αλάτι και λάδι και έτσι είχαν πολύ αηδιαστική γεύσι. 
Γενικά, ο Θεόφιλος έτρωγε πολύ λίγο. Την Τετάρτη και την Παρασκευή δεν δοκίμαζε τίποτε άλλο εκτός από μισό φλυτζανάκι μέλι, αραιωμένο με κρύο νερό και πάγο. Αυτό επίσης ήταν το φαγητό του για το Σάββατο και την Κυριακή της πρώτης εβδομάδος της Μεγάλης Τεσσαρακοστής και το Μεγάλο Σάββατο. Τις υπόλοιπες ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδος δεν έβαζε στο στόμα του ούτε νερό. Ο Στάρετς δεν έπινε τσάι· αντί γι' αυτό έβραζε δύο φλυτζάνια δυόσμο, αλλά έπινε πάντα το μισό από κάθε φλυτζάνι. Το υπόλοιπο το έχυνε σε πήλινες κούπες και το προσέφερε στους ξένους. Ο μακάριος δεν έτρωγε το θρεπτικό μαύρο ψωμί αλλά μόνο το άσπρο ή το σικαλίσιο, διάλεγε δε μόνο λίγη ψίχα. 

Η τροφή των πουλιών 
Εκτός όμως απ’ όλες αυτές τις συνήθειες και τις παραξενιές, ο μακάριος είχε ακόμη ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό: την αγάπη και τη συμπόνοια για τα ζώα και τα πουλιά.
Από τον φράχτη του ερημητηρίου του Κιτάγιεφ ως την άκρη της στέρνας του μοναστηριού απλωνόταν ένα μικρό ξέφωτο. Επειδή κανείς δεν το χρησιμοποιούσε, ο Θεόφιλος προσέλαβε έναν γεωργό και του ζήτησε να οργώση την γη και να σπείρη καναβούρι.
«Τι σου χρειάζεται το καναβούρι, πατερούλη;»
«Τα πετεινά του ουρανού θα έρχωνται και θα τρώνε».
Ο γεωργός έκανε ό,τι του ζητήθηκε. Το καναβούρι μεγάλωσε και ολόκληρα σμήνη πουλιών έρχονταν εκεί για να φάνε και να φτιάξουν φωλιές. 

Στάρετς Θεόφιλος ο δια Χριστόν σαλός (4)


Στάρετς Θεόφιλος ο δια Χριστόν σαλός (4)
ΜΕΡΟΣ Δ'
Μυστικοί αγώνες 
Ο μακάριος προσευχόταν πάντοτε κρυφά. Πριν αρχίση τον κανόνα του στο κελλί, φορούσε τον μανδύα του, και όταν διάβαζε το Ευαγγέλιο και τους Χαιρετισμούς άναβε τρία κανδήλια σαν τά­μα στην μνήμη των τριών διασώσεών του από το νερό. Φορούσε μία μεταλλική ζώνη με την εικόνα των θεοφανείων προσαρμο­σμένη μόνιμα πάνω της. Για να μη μένη ού­τε στιγμή αργός, ο μακάριος έγνεθε μαλλί, έπλεκε κάλτσες και ύφαινε καναβάτσο, το οποίο έδινε συνήθως στους αγιογράφους για την εργασία τους. Κατά την διάρκεια της εργασίας του απήγγελλε το Ψαλτήρι, το οποίο ήξερε απ’ έξω, καθώς και άλλες προ­σευχές. Καθημερινά έκανε αμέτρητες μετά­νοιες μπροστά στις εικόνες κι έδινε στο ε­ξαντλημένο σώμα του πολύ λίγη ανάπαυσι. Για το σκοπό αυτό είτε έγερνε την πλάτη του και ακουμπούσε στον τοίχο ή ξάπλωνε στην βάσι της σόμπας του, όπου είχε τοπο­θετήσει ένα κούτσουρο ή καθόταν στο μέσο του κελλιού του σ' ένα μικρό, υπερβολικά στενό πάγκο, ώστε αν τον πάρη ο ύπνος, να πέση κάτω και να ξυπνήση, και. να επιστρέψη έτσι γρήγορα στις προσευχές του. Ωστόσο ο προϊστάμενος του ερημητηρίου, ο Ιερομόναχος Ιώβ, αποστρεφόταν τον μακάριο για την σαλότητά του και διαρκώς παρατηρούσε τη ζωή και τη συμπεριφορά του. Δεν τον έβλεπε ποτέ να προσεύχεται ή να κάνη κάποια ψυχοσωτήρια άσκησι. Οποτεδήποτε τύχαινε να τον επισκεφθή στο κελλί του, ο προορατικός Στάρετς γνώριζε πάντα ότι ερχόταν. Αφαιρούσε λοιπόν τα εξωτερικά του ενδύματα, έπεφτε στον πά­γκο του και έκανε τον κοιμισμένο. Με τον τρόπο αυτό εφάρμοζε τον λόγο του Κυρίου, ο οποίος είπε: Συ δε όταν προσεύχη, είσελθε εις το ταμείον σου, και κλείσας την θύραν σου πρόσευξαι τω Πατρί σου τω εν τω κρύπτω, και ο Πατήρ σου ο βλέπων εν τω κρύπτω αποδώσει σοι εν τω φανερώ[1]. 
Με αυτούς τους κρυπτούς κόπους και τις προσευχές έκτιζε ένα αιώνιο κατάλυμα στον ουρανό και αποταμίευε αγαθά που μέ­νουν στην αιωνιότητα. 

Η μετακόμισις 
Το κελλί του μακαρίου Στάρετς ήταν πάντοτε ακατάστατο, γεμάτο σωρούς από άχρηστα πράγματα. Όταν τον ρώτησαν γιατί αφήνει το κελλί του σ' αυτήν την κατάστασι, απάντησε: 
«Έτσι ώστε όλα όσα με περιβάλλουν να μου θυμίζουν διαρκώς την ακαταστασία της ψυχής μου».
Μερικοί γέροντες από την Λαύρα, που είχαν επισκεφθή το κελλί αυτού του ανθρώπου του Θεού, ανέφεραν ότι ήταν γεμάτο από σειρές βάζα και δοχεία που περιείχαν φαγητά για τους επισκέπτες —τραχανά, τσάι. λάδι, αλεύρι, ζάχαρι, ψωμί, κουλου­ράκια, μέλι, χαβιάρι, φρούτα, ψάρια, σταφύλια, γλυκά και άλλα παρόμοια. Ευνόητο ήταν, αυτή η συλλογή των τροφίμων να προκαλέση κάποια ζήλεια στο μοναστήρι, κυρίως μεταξύ των νεωτέρων αδελφών. Οι νέοι αυτοί ήθελαν να τα πάρουν για τον εαυτό τους και κατέστρωσαν γι' αυτό το σκοπό ένα αρκετά μελετημένο σχέδιο. Έχοντας προσέξει ότι ο προϊστάμενος του ερημητηρίου αποστρεφόταν τον Θεόφιλο, έπεισαν τον αγαπημένο του εκκλησιαστικό, τον Πολύκαρπο, να παρακάλεση τον Ιώβ να μεταφέρη για χάρι του τον Στάρετς σε άλλο κελλί. Ο Πολύκαρπος ήταν πολύ πρόθυμος να το κάνη αυτό, μια και μισούσε τον μακάριο όσο και ο προϊστάμενος. Απ' ότι φαίνεται, ο Θεόφιλος είχε την συνήθεια να μαζεύη ολόκληρο πλήθος από σκουλή­κια, σκαθάρια, κατσαρίδες και ζωύφια μέ­σα σ' ένα ύφασμα και κατόπιν να τα αφήνη στην εκκλησία, όπου όλα αυτά πήγαιναν σε κάθε γωνιά. Ο Πολύκαρπος τότε έπρεπε —αλλοίμονο— να ψάξη και να εξόντωση αυτή την στρατιά. Στο ξέσπασμα της οργής του ωρμούσε με βρισιές επάνω στον μακά­ριο και συχνά τον κτυπούσε, αλλά ο Στά­ρετς στεκόταν ακίνητος μπροστά του, σταύρωνε τα χέρια και παρέμενε αμίλητος. 
Η βουλή των πονηρών άνομα βουλεύσεται καταφθείραι ταπεινούς εν λόγοις αδίκοις και διασκεδάσαι λόγους ταπεινών εν κρίσει[2], είπε ο προφήτης Ησαΐας. Αυτή ήταν η αιτία του μίσους του Πολυκάρπου
προς τον Θεόφιλο. Συκοφαντώντας τον μακάριο στον γέροντα, έλαβε την εντολή από αυτόν να μεταφέρη τον «ένοχο» σε άλλο κελλί. Ο Πολύκαρπος έτρεξε τότε αμέσως στον Στάρετς με ένα χαιρέκακο μειδίαμα: 
-Πάτερ Θεόφιλε! Ο γέροντας έδωσε την εντολή να μεταφερθήτε σε ένα άλλο κελλί».
Τα διαβήματά μου κατεύθυνον κατά το λόγιόν σου[3], απάντησε ταπεινά ο Στάρετς. Και παίρνοντας τον μανδύα του, μία εικό­να και το Ψαλτήρι, πήγε γρήγορα στο κελλί που του υπέδειξαν. Αυτό ακριβώς περίμεναν και οι δόκιμοι. Με την πρόφασι ότι με­ταφέρουν τα πράγματα του μακαρίου (ο οποίος δεν είχε τίποτε στο κελλί του παρά μόνο ένα αναλόγιο, έναν πάγκο κι ένα χον­τροκομμένο τραπέζι), πήραν τα τρόφιμα. Αλλά ο Στάρετς Θεόφιλος δεν ενωχλήθηκε καθόλου για την απώλεια των νόστιμων φαγητών και μέσα από την καλωσύνη της αγγελικής καρδιάς του, αναφωνούσε: Ως εμεγαλύνθη τα έργα σου Κύριε![4] 

Μαθητές και συγκάτοικοι 
Με σκοπό να αποφύγη παρόμοια περιστατικά και για να βοηθήση να ξερριζωθή η κακία που είχε εκδηλωθή σε ωρισμένους ανθρώπους, ο μακάριος άρχισε να δέχεται υποτακτικούς για συγκατοίκους στο κελλί του. Αυτοί δεν προερχόταν από τους αδελφούς, αλλά τους διάλεγε κατ' ευθείαν από λαϊκούς. Ο Στάρετς δεν πρόσεχε την συμπεριφορά εκείνου που επέλεγε, αν ήταν δηλ. εμπαθής ή όχι, φτάνει μόνο να διέθετε προθυμία, ειλικρίνεια και ελπίδα για διόρθωσι. 

Στάρετς Θεόφιλος ο δια Χριστόν σαλός (3)


Στάρετς Θεόφιλος ο δια Χριστόν σαλός (3)
ΜΕΡΟΣ Γ'
Προρρήσεις στην οικογένεια Ντικόφσκυ
Ο Ιωσήφ Ντικόφσκυ δεν ήταν το μόνο πρόσωπο που ο Θεόφιλος το είχε μέ­σα στην καρδιά του. Αγαπούσε ολό­κληρη την οικογένεια. Η μεγαλύτερη κόρη του Ντικόφσκυ παντρεύτηκε με έναν ζωέ­μπορο, τον Ιβάν Γρηγόριεβιτς Ρούντκιν. Ευλαβούμενος τον μακάριο Στάρετς, ο Ρούντκιν δεν ξεκινούσε καμμία υπόθεσι χωρίς την συμβουλή και τις ευλογίες του. Ακόμη και όταν ετοιμαζόταν για το παζά­ρι, πήγαινε πρώτα στο Κιτάγιεφ για τις ευ­λογίες του Στάρετς και μετά ξεκινούσε. Κά­ποτε η Ευγενία ήλθε στον πατέρα Θεόφιλο για κάποιο ζήτημα και ο Στάρετς την ρώ­τησε: «Γιατί, δούλη του Θεού, δεν παντρεύ­εις τα παιδιά σου;» «Δεν βρίσκω γαμπρούς, πάτερ». «Δεν μπορείς να βρης γαμπρούς; Τότε λοιπόν, πρόσεχε, θα είναι άσχημα τα πράγματα για την ψυχή σου, όταν θα έλθη η ώρα να πέρασης τον πύρινο ποταμό». 
«Μα θα μου απλώσης το μπαστούνι σου, πάτερ, και θα περάσω», απάντησε αυτή αστειευόμενη.
Ο Στάρετς μπήκε μέσα στο κελλί του και έφερε έξω ένα κομμάτι άσπρο ψωμί αλειμμένο με μαύρο χαβιάρι.
«Να κάτι για σένα. Μη φοβάσαι, πάρε το. Και μόλις γυρίσης στο σπίτι σου δώσ' το στην κόρη σου. Θα παντρευτή σύντομα ένα ξακουστό πρόσωπο». 
Αφού πέρασε λίγος καιρός, η κόρη των Ρούντκιν αρραβωνιάσθηκε και παντρεύθηκε τον καθηγητή Κωνσταντίνο Σκβορτσώφ.
Μία άλλη φορά η σύζυγος του Ρούντκιν ήλθε πάλι στον Στάρετς για κάποιο ζήτημα. Καθώς ετοιμαζόταν να φύγη, είπε: «Πάτερ, πώς έγινε και ξέχασες εντελώς τον πατέρα μου; Έλα να τον επισκεφθής. Να δης τι ω­ραίο είναι το περιβόλι μας τώρα!» 
«Θα έλθω, θα έλθω», απάντησε στοργικά ο Στάρετς.
Και πράγματι, πολύ σύντομα ήρθε στο κτήμα τους, στην Γκλουμποσίτσα. Η συνάντησις του μακαρίου με τον Ντικόφσκυ ή­ταν πολύ συγκινητική. Ο Ιωσήφ Νικηφόροβιτς είχε να δη τον Στάρετς αρκετά χρό­νια και, εκφράζοντας την χαρά του σαν μικρό παιδί, άρχισε να του δείχνη τις διάφορες βελτιώσεις που είχε κάνει στο κτήμα του. 
«Ωραία, πολύ ωραία», έλεγε ο όσιος. «Έχει ανθίσει πολύ όμορφα».
Αργότερα, ενώ έκανε περίπατο στο περιβόλι με τον Ντικόφσκυ, σταμάτησαν κάτω από μία μεγάλη βαλανιδιά. Ο Στάρετς ύψωσε το βλέμμα του και είπε με σοβαρότητα: «Προσευχήσου, δούλε του Θεού Ιω­σήφ. Το μέρος που πατάμε είναι ιερό».
«Πώς είναι ιερό;» ρώτησε ο Ντικόφσκυ. «Τις σχόλες η νεολαία της πόλεως έρχεται εδώ και κάνει όργια κι εσύ το λες ιερό;» 
«Όχι, όχι!» είπε ο προορατικός Στάρετς με βεβαιότητα. «Αλήθεια σου λέω! Εδώ, στο σημείο που στεκόμαστε τώρα, θα ακτινοβολήση η χάρις του Θεού. Μία εκκλησία θα κτισθή εδώ. Η βαλανιδιά θα κοπή και εδώ θα είναι το μέρος όπου θα γίνη το ιερό της εκκλησίας. Και όλο το κτήμα σου θα γί­νη ένα μεγάλο γυναικείο μοναστήρι, από μία βασιλική κυρία, που θα γίνη και ιδρύτρια και ηγουμένη του». 

Η γυναικεία μονή της Αγίας Σκέπης 
Η προφητεία του Στάρετς εκπληρώθηκε επακριβώς. Το 1888, η σύζυγος του Μεγά­λου Δούκα Νικολάου Νικολάγιεβιτς, Μεγά­λη Δούκισσα Αλεξάνδρα Πετρόβνα, ζούσε στο Λίπκυ, ένα προάστιο του Κιέβου. Εκεί κοντά βρισκόταν κι ένα μικρό μοναστήρι που είχε κτίσει. Άρχισε όμως να ψάχνη στην περιοχή γύρω από το Κίεβο ένα κα­τάλληλο μέρος για να κτίση ένα μεγάλο μο­ναστήρι. Η Θεοδοσία Πονυρκίνα, κόρη του Ντικόφσκυ, άκουσε για τα σχέδια της και πρότεινε στην Μεγάλη Δούκισσα να αγοράση το κτήμα που ανήκει στον Ντικόφσκυ, για τον σκοπό αυτό. Η Αυτής αυτο­κρατορικής Υψηλότης έστειλε την σύζυγο του διακόνου της στον Ντικόφσκυ, παραγγέλοντάς της να εξετάση το κτήμα και να της φέρη ένα σχεδιάγραμμα. Της άρεσε πάρα πολύ το σχεδιάγραμμα. Το κτήμα του Ντικόφσκυ αγοράσθηκε και σύντομα, με τον ζήλο των ευλαβών και με τα μέσα της Μεγάλης Δούκισσας, κτίσθηκε το γυναικείο μοναστήρι της Αγίας Σκέπης. 
Όταν η Μ. Δούκισσα έγινε πια μοναχή και έμαθε για την προφητεία του Στάρετς Θεοφίλου, έμεινε έκπληκτη. «Θεέ μου! Εί­ναι αλήθεια;» αναφώνησε. «Γιατί δεν μου το είχες πει νωρίτερα;»
«Μου διέφυγε τελείως, Υψηλοτάτη», απάντησε η Πονυρκίνα.
Η Μεγάλη Δούκισσα έστειλε αμέσως μία μοναχή στο ερημητήριο Κιτάγιεφ, με εν­τολή να κάνουν ένα μνημόσυνο στον τάφο του Στάρετς Θεοφίλου. Από τότε και στο εξής τιμούσε με ευλάβεια την μνήμη του μακαρίου, και παρήγγειλε μάλιστα να της φτιάξουν και μία εικόνα του.
Στο ερημητήριο του Γκολοσέγιεβο
Την 1η Δεκεμβρίου του 1844, εξαιτίας της ηλικίας του και της εξασθενήσεως των δυνάμεών του, ο ιερομόναχος Θεόφιλος ζήτησε να μετατεθή από τη Μονή Μπράτσκυ στην Λαύρα Πετσέρσκαγια του Κιέβου και να τοποθετηθή στη Μονή Μπολνίχνυ. Αντί όμως γι' αυτό ο Μητροπολίτης Φιλάρετος τον διώρισε στο ερημητήριο του Γκολοσέ­γιεβο κοντά στο Κίεβο, όπου του παραχω­ρήθηκε το κελλί του αποθανόντος ιεροδια­κόνου Ευσταθίου. Για κάποιον άγνωστο λόγο το φυλλάδιο υπηρεσίας του Στάρετς Θεοφίλου δεν απεστάλη μαζί του κι έτσι μέχρι το θάνατο του δεν συναριθμείτο με τους αδελφούς της Λαύρας Πετσέρσκαγια του Κιέβου. 
Ο χειμώνας πέρασε, ήρθε η άνοιξις και το καλοκαίρι. Καθώς οι συζητήσεις για τον ασκητή αυξάνονταν, πλήθη ζηλωτών της ευσέβειας προσελκύοντο στο γοητευτικό περιβάλλον του ερημητηρίου του Γκολοσέγιεβο. Ου δύναται πόλις κρυβήναι επάνω όρους κειμένη, είπε ο Κύριος[1]. Είναι σχεδόν αδύνατο να κρύψης ένα ευωδιαστό λουλού­δι μέσα στ' αγριόχορτα, γιατί θα ξεχωρίση με το άρωμα και την ευωδία του. Κατά τον ίδιο τρόπο και ο μακάριος Θεόφιλος δεν μπορούσε να κρυφτή στην απομόνωση του ερημητηρίου του. Το άρωμα της αγιασμέ­νης ζωής του άρχισε να σκορπίζεται μα­κριά και να γίνεται αντιληπτό απ’ όλους όσους αναζητούσαν πνευματική καθοδήγησι και παρηγοριά. Όλοι όσοι επισκέπτον­ταν το Κίεβο για τα διάφορα προσκυνήμα­τα του, πήγαιναν και στο ερημητήριο του Γκολοσέγιεβο, με σκοπό να δουν και να μιλήσουν με τον Στάρετς. Εκείνος ο μακά­ριος όμως αύξησε κατά πολύ την σαλότητά του, για ν' αποφύγη την ανθρώπινη δόξα και την συνεχή επαφή με τους ανθρώπους. 

Στάρετς Θεόφιλος ο δια Χριστόν σαλός (2)



Στάρετς Θεόφιλος ο δια Χριστόν σαλός (2)
 ΜΕΡΟΣ Β'
Αποτογή του κόσμου
Ο Θωμάς ήταν άριστος μαθητής στην εκκλησιαστική σχολή, αλλά δεν είχε κλίσι να συνεχίση ανώτερες σπουδές. Δεν μπορούσε να τις δεχθή ως πραγματικό μέσο για την απόκτησι εκείνης της γνώσεως, που οδηγεί στην αλήθεια του Θεού και της μεγαλωσύνης Του. Ο Θωμάς διάλεξε ως ανώτατο σχολείο του την Εκκλησία. Αφοσιωνόταν στην ανάγνωσι και την ψαλμωδία και συμμάζευε το μυαλό του σε συνεχή πνευματική αδολεσχία και προσευχή. Από τον καιρό αυτό οι σκέψεις περί μοναχισμού δεν τον άφηναν ούτε στιγμή και προσανατόλιζε τις πρόσκαιρες επιδιώξεις του προς αυτόν τον τελικό σκοπό. 
Ο καλός θείος του Θωμά πέθανε γρήγορα και άφησε τον ανηψιό του χωρίς πόρους ζωής και χωρίς πραγματική στέγη. Δεν υπήρχε πλέον καμμία σκέψι για να συνεχίση τις σπουδές του. Εγκατέλειψε την σχολή και άρχισε να εργάζεται για να ζήση. Στα 1810 πήγε στην πόλι Τσιγκιρίν ως αναγνώστης, αλλά επειδή η φωνή του ήταν λίγο αδύνατη, τον έστειλαν στο χωριό Ομπούχοφ για νεωκόρο. 
Ο Θωμάς δεν έμεινε εκεί για πολύ. Ο κόσμος, που δεν είχε συμπαθήσει τον Θωμά απ’ την στιγμή που γεννήθηκε, τον πίεζε τώρα με τους κανόνες και τους νόμους του και απωθούσε την ψυχή του. Επιποθεί η ψυχή μου, έλεγε ο Θωμάς, και εκλείπει εις τας αυλάς του Κυρίου [1]. Αισθανόμενος βαθειά μέσα του μια απαρέσκεια για το πλήθος των κακόβουλων και ανέντιμων ανθρώπων, ο Θωμάς εισήλθε στην μονή Μπράτσκυ του Κιέβου το 1812, πάνω στην έξαρσι του Πατριωτικού Πολέμου[2]. 
Με τι απερίγραπτη χαρά γέμισε η ψυχή του νεαρού ασκητή! Μπήκε και πάλι μέσα στον ιερό χώρο του ήσυχου μοναστηριού, τον οποίο είχε αφήσει πριν δύο χρόνια. Αυτή την φορά όχι για σπουδές, αλλά για προσευχή, υπομονή, κόπο και νηστεία. Ήταν νεκρός για τον κόσμο και ο κόσμος είχε πεθάνει γι' αυτόν μια για πάντα. 

Πρώτοι αγώνες 
Στήν μονή Μπράτσκυ ο Θωμάς εργάστηκε σε πολλά διακονήματα. Στην αρχή ζύμωνε και έψηνε ψωμί στο φούρνο. Εκείνη την εποχή μάλιστα δεν έφτιαχναν πρόσφορα στην μονή Μπράτσκυ και ο Θωμάς πήγαινε να τα προμηθευθή από την γυναικεία μονή Φλωρόφσκυ. Αργότερα τον έβαλαν στο μαγειρείο να φτιάχνη μπόρστς. Κατόπιν τοποθετήθηκε βοηθός στο νοσοκομείο και τέλος έγινε εκκλησιαστικός και καμπανάρης. Αυτό το τελευταίο διακόνημα μάλιστα του άρεσε ιδιαίτερα. Με το χάραμα σηκωνόταν, ανέβαινε στο καμπαναριό και παραδινόταν σε βαθειά περισυλλογή και μυστική προσευχή. Κανένας δεν τον ενοχλούσε εκεί. Ο μάταιος κόσμος εκτεινόταν μπροστά στα πόδια του με όλο το μεγαλείο του έως εκεί που έφθανε το βλέμμα του. Μπορούσε να ατενίζη συνεχώς τον γαλανό ουρανό, όπου κατοικούσε ο Δημιουργός των όλων, ορατών και αοράτων. 
Έτσι πέρασαν αρκετά χρόνια. Διπλασιάζοντας τις προσευχές και τους αγώνες του, ο Θωμάς ήταν για όλους υπόδειγμα πραότητος, υπακοής, ταπεινώσεως και σωφροσύνης. Με όλη του την ψυχή ποθούσε την ισάγγελη ζωή. Επεπόθησα το σωτηριόν σου, Κύριε, και ο νόμος σου μελέτη μου εστίν[3], επανελάμβανε διαρκώς. 
Ο Θωμάς δεν πίεζε την υπόθεσι της κουράς του, που ήταν η επιθυμία της καρδιάς του. Ήθελε πρώτα να διδάξη στον εαυτό του την αυστηρή εκπλήρωσι των κανόνων της μοναχικής ζωής. Ωστόσο ο προϊστάμενος του μοναστηρίου διέκρινε τον ζήλο του στους πνευματικούς αγώνες και τίμησε τον Θωμά κουρεύοντάς τον μοναχό στις 11 Δεκεμβρίου του 1821. Κατά την κουρά του ο Θωμάς πήρε το όνομα Θεοδώρητος. 
Μετά από λίγο ο Θεοδώρητος τοποθετήθηκε βεστιάριος (φύλακας των αμφίων) και στις 30 Σεπτεμβρίου του 1822, λόγω της αφοσιώσεώς του στην εκτέλεσι αυτού του διακονήματος και της υποδειγματικής και αυστηρής μοναχικής ζωής του, προήχθη στον βαθμό του ιεροδιακόνου. 
Η νέα θέσις έδωσε νέα ώθησι στους πνευματικούς αγώνες του. Ικανός τώρα να στέκεται πλησιέστερα στην Αγία Τράπεζα του Βασιλέως της Δόξης, ο Θεοδώρητος προσπαθούσε με όλες του τις δυνάμεις να μιμηθή την αγγελική ζωή όλων εκείνων που είχαν ευαρεστήσει τον Θεό και παραστέκονταν τώρα στον ουράνιο θρόνο του Αρνίου, του αίροντος την αμαρτίαν του κόσμου. Λόγω της θέσεώς του, ο Θεοδώρητος είχε τώρα ένα μικρό εισόδημα, παρέμενε όμως αυστηρός νηστευτής και δεν είχε κανένα προσωπικό αντικείμενο στο κελλί του. Αντιθέτως, του ήταν εντελώς ξένο το να αποκτά διάφορα πράγματα και έτσι με αυτό το εισόδημα βρήκε τρόπο να ασκή την ποθητή του ελεημοσύνη. Παρέμενε χωρίς φαγητό για δύο ή τρεις ημέρες και έδινε το μερίδιο του φαγητού του και τον μισθό του σε προσκυνητές, φτωχούς και ζητιάνους. 
«Τι την χρειάζομαι αυτήν την σάρκα και το αίμα, που μία μέρα θα γίνουν σκόνη;» συνήθιζε να λέη ο Θεοδώρητος και κατόπιν διπλασίαζε την νηστεία του. 
Έδειχνε μία θεομίμητη αγάπη για τους πλησίον του και υπηρετούσε πρόθυμα και τους πιο κατωτέρους του, επωμιζόμενος συχνά τις εργασίες άλλων και υπηρετώντας σαν αγορασμένος δούλος. Έτσι ακολουθούσε στα ίχνη του ίδιου του Σωτήρος, ο οποίος ουκ ήλθε διακονηθήναι, αλλά διακονήσαι.[4]

Στάρετς Θεόφιλος ο δια Χριστόν σαλός (1)


Στάρετς Θεόφιλος ο δια Χριστόν σαλός (1)
ΜΕΡΟΣ Α'
Ασκητής από τα γεννοφάσκια του
Στην πόλι Μάχνοβο της περιφερείας Κιέβου ζούσε κάποτε ο ιερεύς Ανδρέας Γκορενκόβσκυ, εφημέριος του ενοριακού ναού της Γεννήσεως της Θεοτόκου. Τον Οκτώβριο του 1788 η πρεσβυτέρα του Ευφροσύνη (το γένος Γκοσκόβσκυ) απέκτησε δίδυμα. Όταν τα βάπτισαν, το πρώτο το ωνόμασαν Θωμά και το δεύτερο Καλλίνικο. Ήταν και τα δύο πάρα πολύ όμορφα και υγιή. 
Τον καιρό εκείνο συνηθιζόταν οι μητέρες να θηλάζουν μόνες τα μωρά τους. Η Ευφροσύνη θέλησε να τηρήση αυτή την συνήθεια, αν και στην περίπτωσί της το πράγμα ήταν αρκετά δύσκολο, γιατί είχε να κάνη με δύο μωρά. Απέρριψε όλες τις προτάσεις για βοήθεια που της έγιναν από διάφορες παραμάνες. Προς μεγάλην της όμως έκπληξι η Ευφροσύνη διεπίστωσε ότι ο μεγαλύτερος γιος της Θωμάς αρνιόταν επίμονα να θηλάση, στρέφοντας με πείσμα το πρόσωπο του προς την αντίθετη κατεύθυνσι. Μπροστά στον κίνδυνο να τον χάση από ασιτία, η απελπισμένη μητέρα δοκίμασε όλα τα δυνατά μέσα για να τον ταΐση. Αφού αποστρεφόταν κάθε μορφή γάλακτος, τον τάιζε με πατατόζουμο, βρασμένα γογγύλια και καρότα. 

Μητρική άσπλαχνία 
Αυτού του είδους η απόρριψις από το ίδιο το παιδί της δημιούργησε φυσικώ τω τρόπω μια ψυχρότητα για το βρέφος μέσα στην μητρική καρδιά της. Προς επιδείνωσι δε της όλης καταστάσεως κάποιες προληπτικές γειτόνισσες άρχισαν να δίνουν τις δικές τους ερμηνείες στο φαινόμενο, να πλάθουν ανόητες ιστορίες και να θεωρούν τον Θωμά ένα τερατώδες «αρκουδόπαιδο». 
Η Ευφροσύνη από την άγνοια και απλότητά της πίστεψε και έβαλε βαθειά μέσα της όλες αυτές τις προλήψεις. Τρομοκρατήθηκε και η αντιπάθεια της για τον Θωμά μεγάλωσε. «Αυτός δεν είναι ο γιος ο δικός μου», έλεγε. «Δεν ήθελαν να τον βαπτίσουν την ίδια μέρα μαζί με τον Καλλίνικο και γι’ αυτό κάποια μάγισσα τον πήρε κι έβαλε άλλον στη θέσι του». 
Επί έξι μήνες η Ευφροσύνη προσπαθούσε με κάθε τρόπο να κάνη τον Θωμά να συμπεριφερθή όπως ένα φυσιολογικό παιδί. Ολοένα όμως και διέκρινε σ' αυτόν τις απαρχές κάποιων κλίσεων που της ήταν ακατανόητες. Έτσι η απλοϊκή γυναίκα κατέληξε στο ότι ο Θωμάς ήταν ένα ηθικό τέρας και απεφάσισε να απαλλαγή από αυτόν μια για πάντα. Ένα απόγευμα κάλεσε μια υπηρέτρια και της εμπιστεύθηκε μυστικά τα εξής: 
«Δεν μπορώ άλλο να βλέπω αυτόν τον βρυκόλακα, δεν μπορώ να τον ανέχωμαι μέσα στο ίδιο μου το σπίτι. Αύριο με το χάραμα πήγαινε τον στο ποτάμι και πέταξε τον μέσα. Ορκίσου όμως πως κανένας άλλος εκτός από μας τις δύο δεν πρόκειται να μάθη τίποτε γι’ αυτό». 
Η υπηρέτρια ικέτευσε την μητέρα να σπλαχνισθή το αθώο παιδί. Όμως όσο και αν παρεκάλεσε και έκλαψε και της υπενθύμισε την οργή του Θεού, η ψυχραμένη μητέρα ήταν αμετάπειστη. Τελικά η υπηρέτρια αναγκάστηκε να υπακούση. 

Το τριπλό θαύμα της διασώσεως 
Πρωί-πρωί, ίσα που φώτιζε, η υπηρέτρια πήρε τον Θωμά στα χέρια της, έτρεξε στο ποτάμι και κάνοντας το σημείο του σταυρού πάνω στο παιδί το έρριξε στο νερό. Τότε συνέβη κάτι το θαυμαστό. Ο Θεός θέλησε να διαφύλαξη το παιδί: Ο Θωμάς ανήλθε στην επιφάνεια του νερού και έπλευσε ήσυχα μέχρι την αντίπερα όχθη, όπου βγήκε στην ξηρά. 
Βλέποντας το αυτό η υπηρέτρια τρομοκρατήθηκε. Έχοντας ήδη διαπράξει ένα έγκλημα και φοβούμενη την οργή της κυρίας της θέλησε να δώση ένα σύντομο τέλος στην φοβερή υπόθεσι. Διέσχισε το ρεύμα και πήρε τον Θωμά στα χέρια της. Το παιδί κοιμόταν αμέριμνα και ειρηνικά. Διώχνοντας κάθε σκέψι η υπηρέτρια πέταξε γρήγορα το μωρό στο ποτάμι για δεύτερη φορά. Όμως είδε και πάλι την δύναμι του Θεού: Τα κύματα μετέφεραν τον Θωμά σ' ένα μικρό νησάκι που είχε σχηματισθή μέσα στο ποτάμι και τον απέθεσαν απαλά πάνω στην λεπτή άμμο. 
Συγκλονισμένη από ένα τέτοιο αναντίρρητο θαύμα η υπηρέτρια βρήκε ένα πέρασμα, έφθασε στο νησάκι και πήρε στα χέρια της το παιδί. Όταν είδε ότι το βρέφος ήταν ζωντανό και απείραχτο, ξέσπασε μετανοημένη σε πικρά δάκρυα. Πήγε τον Θωμά στην μητέρα του και με φωνή τρεμάμενη από τον φόβο της εξιστόρησε τι είχε συμβεί. 
«Μπορείς να με σκοτώσης, αλλά δεν πρόκειται να πνίξω ένα αθώο παιδί! Ο ίδιος ο Θεός σώζει τη ζωή του με θαύμα και θα τιμωρηθούμε για το φοβερό έγκλημα μας». 
Όμως η νεαρή μητέρα, κυριευμένη από ένα απάνθρωπο μίσος για το παιδί, δεν πίστεψε ούτε λέξι απ’ όσα της είπε η υπηρέτρια και άρχισε να την επιπλήττη. «Ντροπή σου!» είπε. «Λυπάσαι αυτόν τον βρυκόλακα. Αν τον αφήσουμε να ζήση, θα προξενήση μεγάλο κακό. Α όχι! Καλύτερα να τον πνίξω εγώ με τα ίδια μου τα χέρια, παρά να αντικρύζω αυτό το τέρας, που το μισώ και μόνο που το βλέπω». 
Μ’ αυτά τα λόγια η Ευφροσύνη άρπαξε με κακία τον Θωμά από τα χέρια της φοβισμένης υπηρέτριας και ξεκίνησε για το ποτάμι. Όχι πολύ μακριά από το σπίτι τους υπήρχε ένας νερόμυλος. Καθώς ήταν νωρίς και κανένας δεν βρισκόταν εκεί γύρω, η Ευφροσύνη πλησίασε, βρήκε ένα κατάλληλο σημείο και παίρνοντας φόρα πέταξε τον Θωμά μπροστά στον ίδιο τον τροχό του μύλου. Κατόπιν με την σκέψι ότι το παιδί ήταν ήδη νεκρό έφυγε. Η συνείδησίς της φαινόταν ήσυχη. Τότε αίφνης έγινε άλλο θαύμα: Οι μυλόπετρες σταμάτησαν και το νερό απ’ την πίεσι άρχισε να κάνη τρομερό θόρυβο. 
Ο μυλωνάς ξαφνιασμένος από το παράξενο φαινόμενο έτρεξε έξω να δη τι γίνεται. Οι τροχοί κρατημένοι από μια άγνωστη δύναμι έτρεμαν από την δυνατή πίεσι του νερού που τους έσπρωχνε. Το νερό προχωρούσε βίαια αφρίζοντας και παφλάζοντας. Κοιτώντας κάτω άκουσε κλάματα μωρού και είδε το παιδί να επιπλέη στο μέσο μιας δίνης. Πήδηξε κάτω με σβελτάδα και σκύβοντας προς το ρεύμα τράβηξε τον Θωμά έξω απ’ το νερό. Ακόμα δεν πρόλαβε να πάρη το παιδί, και oι τροχοί άρχισαν πάλι να γυρίζουν. 
Η αναστατωμένη υπηρέτρια, που είχε ακολουθήσει την έξαλλη μητέρα, βλέποντας αυτό το νέο θαύμα άρχισε να κλαίη σπαρακτικά. Πλησίασε τον μυλωνά και του εξιστόρησε όλα όσα ήξερε για το παιδί και για τα θαυμαστά σημεία της δυνάμεως του Θεού που έσωσαν το παιδί τρεις φορές.
«Τι να κάνουμε τώρα;» αναρωτήθηκε ο μυλωνάς. «Αν παραδώσουμε το παιδί στη μητέρα του, δεν θα διστάση να το εξόντωση». 
Φοβούμενοι τις ευθύνες για την τύχη του αθώου παιδιού, του κατατρεγμένου απ’ την ίδια του την μητέρα, αποφάσισαν να αναφέρουν τα γεγονότα αυτά στον ιερέα και πατέρα του. 
Όμως ούτε οι ικεσίες ούτε οι προσευχές ούτε ακόμη οι απειλές και η βία έφεραν κάποιο αποτέλεσμα στην Ευφροσύνη. Στην συνεχή διάσωσι του παιδιού έβλεπε μονάχα δαιμονικές ενέργειες. Όσο περισσότερο προσπαθούσε ο σύζυγος της να την πείση, τόσο περισσότερο πείσμωνε αυτή. 
«Δεν θα το αφήσω να ζήση. Αυτό δεν είναι παιδί. Αυτό είναι τέρας, γιος μάγισσας. Πρέπει οπωσδήποτε να το απαλλάξουμε από την ζωή», επανέλαβε η προληπτική Ευφροσύνη και προσπάθησε μία-δύο φορές ακόμη να εξοντώση τον Θωμά.

Χωρίς οικογένεια 
Ο ιερεύς συντετριμμένος βλέποντας πόσο πολύ η σύζυγός του μισούσε το παιδί, αποφάσισε να απομακρύνη τον Θωμά από κοντά της για ένα μεγάλο διάστημα. Βρήκε κρυφά μια έμπειρη παραμάνα, της εκμυστηρεύτηκε το οικογενειακό του δράμα και της έδωσε το αθώο παιδί να το αναθρέψη. Η παραμάνα τάιζε τον Θωμά με μαλακό ψωμί βρεγμένο σε λίγο λίπος και έδινε καθημερινή αναφορά στον πατέρα για το έργο της. 
Πέρασαν μερικοί μήνες και το παιδί αναπτυσσόταν φυσιολογικά και μάλιστα δυνάμωνε. Η παραμάνα αποδείχθηκε ευσυνείδητη γυναίκα. Μεγάλωνε και πρόσεχε τον Θωμά σαν να ήταν παιδί της. Πολύ σύντομα όμως ο Θεός αποφάσισε να καλέση τον πατέρα του Θωμά από την πρόσκαιρη τούτη ζωή στην αιώνια.
Αισθανόμενος ο ιερεύς τον θάνατό του να πλησιάζη, γεμάτος ενδιαφέρον για το μέλλον του γιου του, κάλεσε τον καλό μυλωνά κοντά του και του είπε: 
«Είσαι μάρτυρας της θαυματουργικής σωτηρίας του παιδιού μου. Εις το όνομα του Θεού σού αναθέτω να πάρης τον Θωμά κοντά σου. Να τον αναθρέψης, να τον προστατέψης και να μην τον πληγώσης».
Ο μυλωνάς συμφώνησε με χαρά και δέχθηκε την εντολή σαν ευλογία από τον Θεό.

Εν τω μεταξύ όμως, όλη αυτή η ιστορία είχε διαδοθή μεταξύ των ανθρώπων της περιοχής. Ένας ηλικιωμένος και ευκατάστατος αγρότης από την ίδια πόλι Μάχνοβο ήλθε στον μυλωνά και τον παρακαλούσε να του δώση την κηδεμονία του παιδιού. 
«Δεν έχω παιδιά», έλεγε, «και θέλω να υιοθετήσω αυτό το παιδί. Θα τον κάνω κληρονόμο σε όλη μου την περιουσία. Άφησέ με να πάρω τον Θωμά». 
Ο μυλωνάς βλέποντας τις ειλικρινείς προθέσεις του γερο-αγρότη ενέδωσε στις επίμονες παρακλήσεις του και του παρέδωσε τον Θωμά χωρίς κανένα δισταγμό. Το παιδί πέρασε ευτυχισμένες μέρες ζώντας υπό την προστασία του πλούσιου χωρικού. Το περιέβαλλαν με τρυφερότητα και αγάπη. Κάποια μέρα ο Θωμάς θα γινόταν ο πλούσιος μοναχογιός της οικογενείας. Και αναμφίβολα έτσι θα εξελίσσονταν τα πράγματα, αν βεβαίως τα ανθρώπινα προγράμματα συμφωνούσαν πάντοτε με τα κρίματα της θείας Πρόνοιας. Ο Κύριος όμως αλλιώς αποφάσισε. Δεν πέρασε πολύς καιρός από τότε που ο Θωμάς είχε γίνει δεκτός με τόση αγάπη στην οικογένεια του πλούσιου αγρότη, όταν ο ευεργέτης και δεύτερος πατέρας του πέθανε ξαφνικά, χωρίς κανείς να το περιμένη. 

Στους πέντε δρόμους 
Έτσι το κατατρεγμένο παιδί, ούτε τριών ετών ακόμη, έμεινε και πάλι ορφανό. Η χήρα του αγρότη μένοντας απόλυτη κληρονόμος της περιουσίας του αποφάσισε να ξαναπαντρευτή και άρχισε βιαστικά να ψάχνη άλλη στέγη για τον Θωμά. Ο ιερεύς του χωριού της δέχθηκε το παιδί με συμπόνια. 
«Μου δένει τα χέρια», δικαιολογήθηκε η χήρα. «Και εκτός αυτού εσύ, πάτερ μου, μπορείς εύκολα να οδήγησης ένα γιο ιερέως στον δρόμο που του ταιριάζει». 
Ο ιερεύς συμφώνησε και ο μικρός Θωμάς βρήκε καινούργιο καταφύγιο. Έτσι από τις πρώτες μέρες της ζωής του εξοικειώθηκε με το πνεύμα της ξενιτείας. Πριν ακόμα μπη καλά-καλά στην ζωή, ο Θωμάς είχε ήδη σηκώσει στους ώμους του τον σταυρό Εκείνου που κατά την διάρκεια της επίγειας ζωής Του δεν είχε «που την κεφαλήν κλίνη». 
Ο Θωμάς έμεινε κοντά στον κηδεμόνα του μέχρι τα επτά του χρόνια. Ο ιερεύς δεν του έδωσε κάποια ιδιαίτερη προσοχή η επιμελημένη διαπαιδαγώγησι. Ο Θωμάς αφημένος μόνος του συμμετείχε ανόρεχτα στα θορυβώδη παιχνίδια των συνομηλίκων του. Εντύπωσι προξενούσε σε όλους το γεγονός ότι δεν έδειχνε καμμιά ιδιαίτερη προτίμησι για τις συνήθεις διασκεδάσεις της ηλικίας του. Προτιμούσε να αποτραβιέται σε απομονωμένα μέρη και να παραδίνεται σε μελαγχολικούς στοχασμούς. 

Προεικονίσματα και απαρχές 
Ο μικρός Θωμάς εξοικειωνόταν με το πνεύμα της ξενιτείας. Αποκτούσε την εμπειρία της γλυκύτητος των πρώτων παιδικών προσευχών μέσα στα κατάβαθα της ψυχής του. Συνήθιζε από νωρίς στις παρατεταμένες νηστείες και την λιτότητα. Σιγά-σιγά αναπτύχθηκε και ωρίμασε πνευματικά. Ο ναός του Θεού έγινε γι' αυτό το παράξενο παιδί το προσφιλέστερο καταφύγιο. Δεν έχανε ούτε μια θεία Λειτουργία. Με το πρώτο κτύπημα της καμπάνας έτρεχε με πολλή χαρά στην εκκλησία, όπου η ψυχή του έβρισκε παρηγοριά και μια ανεξήγητη ανάπαυσι. Συχνά τον έβρισκε κανείς έξω από τις κλειστές πόρτες της χωριάτικης εκκλησίας βυθισμένο στην προσευχή, χωρίς να παίρνη είδησι του τι γινόταν γύρω του. 
Τα άλλα παιδιά, παρατηρώντας τον κλειστό χαρακτήρα του Θωμά, τον κορόιδευαν και τον περιγελούσαν. Πολλές φορές του έστηναν παγίδες η και τον κτυπούσαν ακόμα. Τότε ο Θωμάς έφευγε κλαίγοντας μακριά μέσα στο δάσος και έμενε εκεί για ένα ολόκληρο ή ακόμη και δύο εικοσιτετράωρα. Πολλές φορές τον έβρισκαν οι τσομπάνηδες, οι οποίοι έλεγαν γι' αυτόν θαυμαστές ιστορίες. Ο πονεμένος μικρός καταλάβαινε ότι μοίρα του ανθρώπου δεν είναι η χαρά και η ευτυχία, αλλά ο πόνος. Έχοντας γευθή ο ίδιος τόση πίκρα στα παιδικά του χρόνια, μπορούσε αργότερα να διακρίνη πόσο συχνά ο κόσμος δεν καταλαβαίνει αυτούς που πονούν δεν βλέπει τα δάκρυα στα μάτια του άλλου. 
Από πολύ νωρίς ο Θωμάς ανακάλυψε την χαρά του να βοηθά κανείς τους φτωχούς. Δεν του άρεσε να κρατάη πράγματα για τον εαυτό του και έδινε ό,τι μπορούσε στους φτωχούς. Κάποτε ο Θωμάς είδε στον δρόμο ένα άλλο αγόρι που αντί για πουκάμισο φορούσε κάτι σχισμένα κουρέλια. Χωρίς δεύτερη σκέψι έβγαλε το δικό του πουκάμισο, το έδωσε στο φτωχό αγόρι και γύρισε σπίτι μόνο με το πανωφόρι. Ο κηδεμόνας του όμως δεν το είδε αυτό με καλό μάτι κι έτσι ο Θωμάς απεκόμισε μόνο μια καλή τιμωρία για την αγαθοεργία του. 
Όταν κόντευε επτά ετών, ο ιερεύς άρχισε να του μαθαίνη ανάγνωσι. Σύντομα όμως ο ιερεύς αυτός πέθανε κι έτσι με την τελευτή του καλού δασκάλου ο μικρός ξενιτευτής έμεινε και πάλι άστεγος. Ο Θωμάς έκλαψε πικρά και απαρηγόρητα για τον ευεργέτη του. Δεν έκλαιγε τόσο γιατί έχασε μια στέγη, όσο γιατί έχασε ένα σοφό δάσκαλο, που μόλις είχε αρχίσει να τον μπάζη στον κόσμο της παιδείας και της μαθήσεως.

Μια ακόμη δυσάρεστη συνάντησις 
Με τον θάνατο του ιερέως έπρεπε να βρεθή καινούργιο καταφύγιο για τον Θωμά. Ο προεστός της ενορίας υπέθεσε ότι, αφού είχαν ήδη περάσει επτά χρόνια, το μίσος της Ευφροσύνης για τον γιο της θα είχε σβήσει και θα ένιωθε τώρα κάποια στοργή για το παιδί της. Έτσι αποφάσισε να πάη τον Θωμά πίσω στο σπίτι του. Όταν έφθασε εκεί, η Ευφροσύνη έκοβε ξύλα. Πόσο μεγάλη ήταν όμως η έκπληξις και η φρίκη του άνθρωπου, όταν εκείνη, αντί να δεχθή τον γιο της με αγάπη, πέταξε έξαλλη καταπάνω του το τσεκούρι που κρατούσε, ώστε η κόψις του να μπηχτή στον δεξιό ώμο του Θωμά! 
Ο προεστός άρπαξε το αιμόφυρτο παιδί απ’ τα χέρια της μανιακής μητέρας του, έδεσε την πληγή του και πήρε πίσω τον Θωμά στο δικό του σπίτι. Στο διάστημα που χρειάσθηκε να κλείση το τραύμα, ο προεστός ανεκάλυψε κάποιον θείο του αγοριού, που ήταν ιερεύς εν χηρεία και ζούσε τώρα στη μονή Μπράτσκυ στο Κίεβο. Ο καλός άνθρωπος, πριν ακόμα το παιδί γίνει εντελώς καλά, το πήγε σ’ αυτόν τον μοναχό. Εκεί ανέφερε στον γέροντα όλα όσα γνώριζε για τον άτυχο ανηψιό του και του παρέδωσε το αγόρι να το αναθρέψη.

Επτάχρονος στο μοναστήρι 
Στη μονή Μπράτσκυ υπήρχε μια εκκλησιαστική σχολή που τον καιρό εκείνο είχε και τάξεις αρχαρίων. Το πολυβασανισμένο ορφανό μπήκε σ' αυτή την σχολή και εκεί άρχισε να αποκτά την σοφία των βιβλίων. 
Υπό την φιλόξενη προστασία του θείου του ο Θωμάς μεγάλωνε δείχνοντας υποδειγματική συμπεριφορά και μελετώντας σκληρά. Τις ελεύθερες ώρες του αφοσιωνόταν στην ανάγνωσι θεολογικών βιβλίων και την κατά μόνας προσευχή. Κατανοούσε καλά τους ψαλμούς και απεκόμιζε πολλή ανακούφισι και χαρά από την εκμάθησί τους.
 

Η συμφιλίωσις 
Οι αγνές παιδικές προσευχές του Θωμά ευηρέστησαν τον Θεό και Αυτός μαλάκωσε την καρδιά της σκληρής μητέρας του και έφερε την ποθητή συμφιλίωσι μεταξύ της Ευφροσύνης και του καταδιωγμένου γιου της.
Αυτό το θαυμαστό γεγονός έλαβε χώρα ως εξής:
Η Ευφροσύνη χτυπήθηκε από μια ανίατη ασθένεια. Βλέποντας την τιμωρία του Κυρίου που ήλθε πάνω της, άρχισε με δάκρυα να μετανοή για τις απάνθρωπες πράξεις και τους κατατρεγμούς του αθώου παιδιού της.
Όσο κι αν προσπαθούσε, δεν έβρισκε ανάπαυσι μέσα της. Όλη μέρα βασανιζόταν από την αρρώστεια και την νύχτα την τυραννούσαν εφιάλτες. Σ' όλα αυτά έβλεπε την δικαιοσύνη του Θεού. Εν τω μεταξύ ο ανεξίκακος γιος της έκλαιγε και προσευχόταν γι' αυτήν. Τελικά η μάνα κατάλαβε το φοβερό της λάθος και άρχισε να παρακαλή τον Θεό να την συγχώρηση. Ο Κύριος την λυπήθηκε. Λίγο πριν από τον θάνατό της ο Θωμάς ήλθε στην μητέρα του κι έτσι γεύθηκαν και οι δύο την παρηγοριά της συμφιλιώσεως. 
«Συγχώρεσε με, παιδί μου», φώναζε η μετανιωμένη μάνα στον Θωμά. «Συγχώρεσέ με την άσπλαχνη, την ανόητη και απαίσια. Το μυαλό μου ήταν βυθισμένο στο σκοτάδι και δεν έβλεπα το μεγάλο κακό που έκανα. Η ευλογία του Θεού ας είναι πάνω σου. Μη με καταρασθής την κακιά μάνα σου, αλλά να με θυμάσαι την αμαρτωλή στις συνεχείς προσευχές σου». 
Με τα λόγια αυτά η Ευφροσύνη έσφιξε δυνατά τον γιο της μέσα στη μητρική αγκαλιά της και αφού έκανε το σημείο του σταυρού επάνω του, παρέδωσε ήσυχα την ψυχή της. Ο καλός Θωμάς έκλεισε με τα ίδια του τα χέρια τα άψυχα μάτια της μητέρας του και παρέδωσε το σώμα της για να ταφή.
 
ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΔΟΣΙΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ
ΤΕΥΧΟΣ 6
ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 1989 - ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 1990