Τετάρτη 30 Μαρτίου 2016

Η οδός του Ησυχασμού προς τη θεογνωσία


sa_145775399912181
Η θεογνωσία δεν έρχεται ως καρπός εξωτερικής ησυχίας, όσο χρήσιμη και αν είναι αυτή για την απόκτησή της. Ούτε ο ησυχασμός περιορίζεται στην εξωτερική ησυχία. Η ησυχία του ορθόδοξου ησυχασμού δεν είναι θεωρητική αλλά καθυπερβολήν εμπειρική κατάσταση. Προϋποθέτει την τήρηση των εντολών και την καλλιέργεια των αρετών. Όταν ο ασκητής ωριμάσει στο πρακτικό αυτό στάδιο, στην «πράξη», όταν δηλαδή έχει ήδη αγωνιστεί στο στάδιο των αρετών «νομίμως και καλώς», αξιώνεται να στραφεί προς την «θεωρία». Και η απόλαυση της θείας αυτής θεωρίας είναι η πραγματική ησυχία, η νοερά ησυχία.
Παρουσιάζοντας τις δύο αυτές μορφές της ασκητικής ζωής ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος γράφει: «Πράξιν προτιμήσειας η θεωρίαν; Όψις τελείων έργον, η δε πλειόνων. Άμφω μεν εισι δεξιαί τε και φίλαι· συ δε προς ην πέφυκας εκτείνου πλέον»[12]. Οι δύο αυτές μορφές της ασκητικής ζωής χαρακτηρίζονται ως καλές και αγαπητές. Ο καθένας όμως καλείται να προτιμήσει αυτήν που του ταιριάζει. Η πράξη είναι για τους πολλούς, ενώ η θεωρία για τους τελείους. Ο ίδιος ο άγιος Γρηγόριος προτίμησε την θεωρία. Και οδηγήθηκε στην προτίμηση αυτήν όχι τόσο από την ξεχωριστή ψυχοσύνθεσή του, όσο από τον διάχυτο ένθεο έρωτα «του καλού και της ησυχίας» που ένιωθε μέσα του[13].
Ο αδελφικός φίλος του αγίου Γρηγορίου Βασίλειος ο Μέγας φαίνεται να προτίμησε την πράξη. Αυτήν τοποθέτησε ως βάση της μοναχικής ζωής που θεμελίωσε. Υποστηρίχθηκε μάλιστα ότι απέκλειε τελείως τον ερημιτισμό ως ασυμβίβαστο με την κοινωνική φύση του ανθρώπου, και ότι πιθανώς προς τα τέλη της ζωής του ανέχθηκε τους ερημίτες ασκητές ως εξαίρεση[14]. Η άποψη αυτή είναι αρκετά απλουστευτική. Τα φαινόμενα συχνά απατούν. Ο Μέγας Βασίλειος έζησε έντονα την ησυχία και επισήμανε την σπουδαιότητά της για την πνευματική ζωή. Αυτή υπήρξε και η σταθερή βάση, στην οποία στήριξε το απαράμιλλο ποιμαντικό και κοινωνικό του έργο. Πως αλλιώς θα μπορούσαν να ερμηνευθούν οι απαντήσεις του προς τον έπαρχο Μόδεστο η η παντελής πτωχεία του με την πλήρη παραχώρηση όλων των περιουσιακών του στοιχείων στους πτωχούς;
Με διασπασμένο τον νου, επισημαίνει ο Μέγας Βασίλειος, «ούτε την προς Θεόν αγάπην, ούτε την προς τους πλησίον δυνάμεθα κατορθώσαι»[15]. Η ησυχία δεν αποτελεί μόνο επακολούθημα της «πράξεως», αλλά και προϋπόθεση για την ορθή άσκησή της. Η σωστή τήρηση της διπλής εντολής της αγάπης χρειάζεται την ενοποίηση του διασπασμένου νου, την νοερά ησυχία. Ο Μ. Βασίλειος δεν προτίμησε την σύσταση ερημιτικών ησυχαστηρίων, που θα μπορούσαν εύκολα να δημιουργηθούν με τις ημιερημιτικές κοινότητες που συγκροτούσαν πιστοί στην εποχή του. Και δεν το έκανε αυτό, επειδή είχε ήδη ασκηθεί και ωριμάσει στην ησυχία.
Θέλοντας ο Μ. Βασίλειος να απομακρύνει τον μεγάλο κίνδυνο της διασπάσεως και της αυταρέσκειας, που συνεπάγεται για τους πολλούς η ανέντακτη μονήρης ζωή, πρόταξε το κοινόβιο. Αλλά και για να στηρίξει σε ασφαλή βάση το κοινόβιο[16] και να διατηρήσει ανοικτή την ησυχαστική χαρισματική του προοπτική, έθεσε ως προϋπόθεση την αποταγή, την οποία πρόβαλε και όρισε ως «καρδίας ανθρωπίνης προς την εν ουρανώ πολιτείαν μετάθεσιν»[17]. Την προοπτική αυτή του μοναχικού θεσμού, αλλά και γενικότερα της χριστιανικής ζωής ανέπτυξε στην συνέχεια ο κατά σάρκα και κατά πνεύμα αδελφός του Γρηγόριος Νύσσης στα υπέροχα πνευματικά και ησυχαστικά συγγράμματά του.Σε σχέση με την προσέγγιση και γνώση του Θεού αναφέρεται συνήθως ο ψαλμικός στίχος «σχολάσατε και γνώτε ότι εγώ ειμι ο Θεός»[9]. Συχνά όμως ο στίχος αυτός εκλαμβάνεται ως αναφερόμενος στην εξωτερική ησυχία. Ως σχολή δηλαδή θεωρείται απλώς η αποχή από την εργασία η η εξωτερική ησυχία. Μία τέτοια όμως σχολή, μία τέτοια ησυχία, δεν έχει κάποιο θετικό περιεχόμενο ούτε βέβαια μπορεί να προσφέρει θεογνωσία. «Ου γαρ από της έξωθεν ησυχίας η του Θεού γνώσις δίδοται… αλλ’ εκ της του Θεού γνώσεως μάλλον η ησυχία τω νομίμως και καλώς αγωνιζομένω εγγίνεται»[10]. Όποιος παραιτείται από την πράξη, δηλαδή από την τήρηση των εντολών, χωρίς να επιδίδεται στην πνευματική εργασία, παραμένει αργός και στα δύο επίπεδα, οπότε ασφαλώς αμαρτάνει[11].

Προσκυνητής στην Λαύρα του Κιτάεβ στο άφθαρτο λείψανο του Οσίου Θεοφίλου(φώτο)

Από το οδοιπορικό μας στην Ουκρανία 
(Α')Λαύρα του Κιτάεβ,Όσιος Θεόφιλος ο δια Χριστόν σαλός και Οσία Δοσιθέα του Κιέβου

Στην περιφέρεια της πόλης του Κιέβου βρίσκεται η Μονή του Κιτάεβ χτισμένη σε μια περιοχή όπου πρώτα ονομάζονταν έρημος Κιτάι(στα ταταρικά σημαίνει τοίχος στην άκρη της πόλης).
 Η έρημος του Κιτάι πρόσφερε στους μοναχούς πιο πολύ ησυχία και γι αυτό έρχόνταν εδώ οι μοναχοί από την Λαύρα Πετσέρσκα όπου ήθελαν να ζήσουν πιο απομονωμένα.

 Η πρώτη έγγραφη αναφορά της Μονής Κιτάεβ χρονολογείται απ'ο το 1159.Η περιοχή ανήκε στον κνέζη Γιούρι Μπογκολιούμπωβ.Οι σπηλιές του Κιτάεβ είχαν ίδια περίπου έκταση με αυτές της λαύρας Πετσέρσκα και ανακαλύφθηκαν το 1858.Το 1716 ο κυβερνήτης του Κιέβου Ντιμίτρι Γκολίτι έφτιαξε μια ξύλινη εκκλησία στην έρημο προς τιμήν του Αγίου Σεργίου του Ράντονεζ και έγινε μετόχι της Λαύρας των Σπηλαίων.Το 1744 επισκέφτηκε το μοναστήρι η αυτοκράτειρα Αικατερίνη Πέτροβνα(κόρη του Πέτρου του Α)και βοήθησε την κατασκευή της τράπεζας.
Στις αρχές του 20ου αιώνα λειτούργησε εκεί ορφανοτροφείο.Μετά το 1917 η μονή έγινε φυλακή για τους κληρικούς και τους μοναχούς του Κιέβου και των περιχώρων.Το 1931 ανατίναξαν το καμπαναριό και εξαφανίστηκαν πολλά πολύτιμα αντικείμενα λατρείας,ενώ πολλά βιβλία κάηκαν.Το 1931 συνελήφθησαν και οι τελευταίοι μοναχοί ενώ ο ναός του Αγίου Σεραφείμ του Σαρώφ μετατράπηκε σε κάποιου είδους κλάμπ για αθειστές.
   Σε αυτό το μοναστήρι βρίσκεται και το λείψανο του Οσίου Θεοφίλου του δια Χριστού σαλόν.
Γεννήθηκε το 1788 και ήταν γόνος ιερατικής οικογένειας της ευρύτερης περιοχής του Κιέβου.Το 1834 έγινε μεγαλόσχημος και αυτό ήταν το έναυσμα της πλήρους αποταγής από οτιδήποτε κοσμικό.Άρχισε να συμπεριφέρεται σαν ένας ''σαλός''και έκανε οτιδήποτε μπορούσε για να προκαλέσει την περιφρόνηση των αδελφών στην μονή και των άλλων ανθρώπων.Ο κόσμος αντιλαμβανόνταν την αγιότητά του και τον περίμενε έξω από το κελί του ελπίζοντας να πάρουν λόγους νουθεσίας ή την ευχή του.Πέρασε από την Λαύρα των Σπηλαίων και απο την Μονή Γκολοσέεβ μέχρι που το 1849 κατέληξε στην σκήτη Κιτάγιεβ.
Έκανε άπειρες μετάνοιες και μείωσε στο ελάχιστο στον ύπνο του.Αδιάκοπα δούλευε το εργόχειρό του απαγγέλοντας άλλοτε από το Ψαλτήρι και άλλοτε αδιάλειπτα προσευχόνταν νοερά.Έτρωγε ελάχιστα ενώ τις Τετάρτες και τις Παρασκευές έπινε μόνο ένα φλυτζάνι νερό ανακατεμένο με λίγο μέλι.Έκανε πολλές προφητείες και αυτό είχε ως αποτέλεσμα την συνάθροιση πολλών ανθρώπων κοντά του.

 Ο ίδιος ο τσάρος Νικόλαος Α'(1825-1855)ζήτησε την συμβούλη του για τον Κριμαϊκό πόλεμο,που ετοιμαζόνταν να κηρύξει.Καθόδον βρήκαν τον Όσιο ξαπλωμένο σε μια μυρμηγκοφωλιά,όπου τα έντομα σκέπασαν όλο το κορμί του και το καταμάτωσαν.Μετα την πανωλεθρία του Ρωσικού στρατού στον πόλεμο αυτό,κατάλαβε ο μητροπολίτης την προφητική πράξη του Θεόφιλου..Κοιμήθηκε στις 28 Οκτωβρίου 1853.(Δείτε και εδώ)

   Από αυτό το μοναστήρι πέρασε και ο Άγιος Σεραφείμ του Σαρώβ πριν πάει στο Σαρώβ.Προσκύνησε τα άγια λείψανα ο 18χρονος τότε Πρόχορος και ήθελε να πάρει την συμβουλή του ξακουστού ασκητού Δοσιθέου.Εκείνος τον συμβούλευσε να πάει στο Σαρώβ.
 

 Ο μοναχός Δοσίθεος όμως ήταν μοναχή Δοσιθέα κάτι που έμαθαν μετά την θάνατό της.
Ο Τάφος της Οσίας Δοσιθέας του Κιέβου

 Η Οσία Δοσιθέα του Κιέβου λοιπόν από μικρή αφιέρωσε την ζωή της στον Χριστό.Παρουσιάστηκε στο Κιτάεβ ως γιός κάποιων Σέρβων χωρικών.Όμως αυτούς δεν τους έκαναν τότε μοναχούς.Έτσι αποτραβήχθηκε σε μια σπηλιά όπου ασκήτεψε για 12 χρόνια.
Η είσοδος στο σπήλαιο της Οσίας Δοσιθέας

Η φήμη του ''μοναχού που προσευχόνταν μέσα σε μια σπηλιά'' έφτασε μακρυά και πολλοί άνθρωποι ττην επισκεπτόνταν για να ζητήσουν μια συμβουλή.

Η διαδρομή προς το σπήλαιο της Οσίας Δοσιθέας περνάει μέσα από ένα υπέροχο τοπίο


Την επισκέφτηκε και η  Αικατερίνη Πέτροβνα(κόρη του Πέτρου του Α)και με την μεσολάβηση της εκάρη μοναχός χωρίς να γνωρίζουν πως πρόκειται για γυναίκα. Εκοιμήθη στις 25 Σεπτεμβρίου 1776

Αυτογνωσία και θεογνωσία Γεώργιος Ι.Μαντζαρίδης, Ομότιμος καθηγητής Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ

Η μεγαλύτερη επιστήμη για τον άνθρωπο, γράφει ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς, είναι η γνώση του εαυτού του (1). Όποιος γνωρίζει τον εαυτό του, φτάνει στο πλήρωμα της γνώσεως. Ο όσιος Ισαάκ ο Σύρος παρατηρεί: «Τω γνόντι εαυτόν, η γνώσις των πάντων δέδοται αυτώ. Το γαρ γινώσκειν εαυτόν, πλήρωμα της γνώσεως των απάντων εστί» (2). Χωρίς την αυτογνωσία κάθε άλλη γνώση παραμένει μετέωρη και άσκοπη. Με την αυτογνωσία ο άνθρωπος γνωρίζει τον εαυτό του, αναγνωρίζει τη φύση του, τα όρια και τις δυνατότητες τής υπάρξεώς του, και μπορεί να τοποθετηθεί σωστά απέναντι στο Θεό, τον πλησίον και τον εαυτό του.
Γνωρίζοντας ο άνθρωπος τον εαυτό του αντιλαμβάνεται πριν απ’ όλα ότι δεν είναι αίτιος της υπάρξεώς του. Έτσι οδηγείται στην αναζήτηση της αιτίας της υπάρξεώς του, που είναι ταυτόσημη με την αναζήτηση του Θεού. Η εξεικόνιση του Θεού αποτελεί την ουσία της προσωπικής του υπάρξεως. Γι’ αυτό η αυτογνωσία οδηγεί αυτομάτως στη θεογνωσία: «Ο γαρ δυνηθείς επιγνώναι το αξίωμα της εαυτού ψυχής, ούτος δύναται επιγνώναι την δύναμιν και τα μυστήρια της θεότητος και μάλλον εντεύθεν ταπεινωθήναι» (3). Στον ίδιο λοιπόν τον άνθρωπο βρίσκονται οι πρώτες αφορμές και δυνατότητες για την προσέγγιση του Θεού. Έτσι με την αυτογνωσία καλλιεργείται η θεογνωσία. Αλλά και η θεογνωσία ενισχύει την αυτογνωσία.
Ο νους του ανθρώπου, όπου πρωτίστως διακρίνεται το «κατ’ εικόνα» της φύσεώς του, δε νοείται χωρίς το Θεό. Η εικόνα υπάρχει σε σχέση και αναφορά προς το εικονιζόμενο. Και ο άνθρωπος ως δημιούργημα «κατ’ εικόνα Θεού» υπάρχει σε σχέση και αναφορά προς το Θεό. Όποιος αρνείται το Θεό δεν κάνει κάποιο απλό λογικό σφάλμα· ως άνθρωπος άλλωστε είναι φυσικό να κάνει και σφάλματα. Όποιος αρνείται το Θεό, αρνείται πρωτίστως τον εαυτό του, αρνείται το νου του.
Η Γραφή λέει: «Είπεν άφρων εν καρδία αυτού, ούκ έστι Θεός» (Ψαλ. 13:1). Η αφροσύνη εδώ δεν είναι υπόθεση σκέψεως, αλλά γενικότερης καταστάσεως και τοποθετήσεως. Είναι υπόθεση προσανατολισμού του νου και της υπάρξεως. Όταν ο νους του ανθρώπου, όπου εικονίζεται ο Θεός, σκοτίζεται και παύει να έχει σχέση με το Θεό, ακυρώνει τον εαυτό του. Γίνεται ανόητος· τόσο ανόητος, όσο και μια εικόνα χωρίς περιεχόμενο. Η ακριβέστερα, εκπίπτει σε μία κατάσταση διεστραμμένη και δαιμονική. Αυτή είναι η πτώση του ανθρώπου, η αλλοτρίωσή του.
Στην αλλοτρίωση αυτή δε φτάνει ο άνθρωπος απότομα, αλλά διαδοχικά, παρασυρόμενος από τη φιλαυτία. Επιδιώκοντας την άνεση και την ηδονή και αποφεύγοντας τον πόνο και την οδύνη, καλλιεργεί τα διάφορα πάθη, που διαστρέφουν τη φύση του και αλλοτριώνουν τη ζωή του· «ηδονής γαρ δια την φιλαυτίαν αντιποιούμενοι και οδύνην δια την αυτήν αιτίαν πάλιν φεύγειν σπουδάζοντες, τας αμυθήτους των φθοροποιών παθών επινοούμεν γενέσεις» (4).
Η κατάσταση αυτή, που φαίνεται στον εκπεσμένο άνθρωπο φυσική, είναι διάστροφη και αφύσικη. Όποιος βρίσκεται στην κατάσταση αυτή δεν είναι κύριος του εαυτού του ούτε βέβαια του κόσμου στον οποίο ζει. Η κυριαρχική εξουσία, που αποτελεί έκφραση τής «κατ’ εικόνα Θεού» (Γεν. 1:27) κατασκευής του, φαλκιδεύεται. Και οι κοινωνικές σχέσεις του, που εκφράζουν επίσης τη συγγένειά του με το Θεό, αλλοτριώνονται. Οποιαδήποτε λύτρωση από την κατάσταση αυτή είναι αδύνατη χωρίς την επιστροφή του ανθρώπου στον εαυτό του.
Επιστρέφοντας ο άνθρωπος στον εαυτό του βλέπει την ασθένειά του. Αντικρίζει τα πάθη, που τον αλλοτριώνουν και τον υποδουλώνουν στον κόσμο. Καταλαβαίνει ότι δεν μπορεί να ελευθερωθεί και να ξαναβρεί τον εαυτό του, αν δεν τα καταπολεμήσει. Ταυτόχρονα διαπιστώνει την αδυναμία του για τον αγώνα αυτόν. Κατανοεί ότι αδυνατεί να αντεπεξέλθει χωρίς τη χάρη του Θεού. Στην πορεία του αυτή χρήσιμοι είναι και οι πειρασμοί, γιατί τον οδηγούν στην πληρέστερη συνειδητοποίησης της δικής του ασθενείας και της θείας μεγαλοσύνης (5).
Η αυτοσυγκέντρωση και η αυτογνωσία αποκτούν στην Εκκλησία ένα εντελώς καινούργιο περιεχόμενο, άγνωστο στον προχριστιανικό και τον εξωχριστιανικό κόσμο. Στον εαυτό του ο άνθρωπος δε βρίσκει μόνο την εκπεσμένη φύση του, αλλά και την εικόνα του Θεού. Ακόμα περισσότερο ο Χριστιανός βρίσκει στον εαυτό του τον ίδιο το Θεό που έγινε άνθρωπος και ανακράθηκε με τους ανθρώπους. Με τα μυστήρια της Εκκλησίας και ειδικότερα με το Βάπτισμα, το Χρίσμα και τη Θεία Ευχαριστία, έρχεται και κατοικεί στον άνθρωπο ο Χριστός.
Έτσι ο Χριστιανός που επισκέπτεται τον εαυτό του και γνωρίζει την εν Χριστώ αναγεννημένη ύπαρξή του γνωρίζει τον ίδιο το Θεό που έγινε άνθρωπος και κατασκήνωσε στους ανθρώπους: «Και έσται η κατασκήνωσίς μου εν αυτοίς, και έσομαι αυτοίς Θεός, και αυτοί μου έσονται λαός» (Ιεζ. 37:27). Η δόξα του Θεού, που επισκίαζε άλλοτε από έξω τους εκλεκτούς, φωτίζει ήδη τους Χριστιανούς μέσα από την ίδια την ύπαρξή τους. Το φως της μεταμορφώσεως, που είδαν οι μαθητές του Κυρίου στο όρος Θαβώρ, το βλέπουν και οι άγιοι της Εκκλησίας, που έχουν την απαιτούμενη καθαρότητα της καρδιάς. Ενώ όμως στη μεταμόρφωση το σώμα του Χριστού, που αποτελεί την πηγή του θείου φωτός, φώτιζε «έξωθεν» τους εκλεκτούς, τώρα το ίδιο αυτό σώμα «ανακραθέν ημίν και εν ημίν υπάρχον εικότως ένδοθεν περιαυγάζει την ψυχήν» (6). Εδώ στηρίζει η ορθόδοξη θεολογία τη δυνατότητα της θεωρίας του ακτίστου φωτός του Θεού από την παρούσα ήδη ζωή. Μια δυνατότητα που με πολλούς αγώνες κρατήθηκε ως σήμερα ανοικτή στην Ορθόδοξη Εκκλησία.
Η επιστροφή του ανθρώπου στον εαυτό του είναι και επιστροφή στο Θεό. Και η επιστροφή στο Θεό είναι η υποδοχή τού πανταχού παρόντος Θεού, που επισκέπτεται τον άνθρωπο μέσα στην ίδια την ύπαρξή του: «Ιδού έστηκα επι την θύραν και κρούω· εάν τις ακούση της φωνής μου και ανοίξη την θύραν, και εισελεύσομαι προς αυτόν και δειπνήσω μετ’ αυτού και αυτός μετ’ εμού» (Απ. 3:20).
Με την έλευση του Χριστού στον κόσμο άρχισε μια νέα περίοδος. Ο άνθρωπος δεν παραμένει πια μόνο δημιούργημα του Θεού –έστω και το τελειότερο-, αλλά εξουσιοδοτείται να γίνει παιδί του: «Όσοι δε έλαβον αυτόν, έδωκεν αυτοίς εξουσίαν τέκνα Θεού γενέσθαι» (Ιω. 1:12). Όποιος «λαμβάνει» τον Υιό του Θεού και μένει μαζί του, γίνεται κατά χάρη υιός του Θεού. Το σώμα του γίνεται ναός του Αγίου Πνεύματος που παρέχεται από το Θεό (βλ. Α’ Κορ. 6:19). Το Πνεύμα του Υιού του Θεού κράζει στις καρδιές των ανθρώπων, «Αββά, ο Πατήρ» (Γαλ. 4:6), αποκαθιστώντας τη λησμονημένη σχέση με το Θεό Πατέρα. Μόνο όποιος δέχεται τον Υιό δέχεται και τον Πατέρα.
Η επιστροφή λοιπόν στο Θεό Πατέρα πραγματοποιείται με την εν Χριστώ υιοθεσία. Ο Χριστός, που φανερώνει στον κόσμο το Θεό Πατέρα, προσλαμβάνει τον άνθρωπο στο σώμα του και τον κάνει κατά χάρη υιό τού δικού του Πατέρα. Η υιοθεσία αυτή δεν αποτελεί δικανική πράξη αλλά μυστηριακό γεγονός, που πραγματοποιείται με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος.
Έτσι η σχέση υιότητας και πατρότητας, που υπάρχει ανάμεσα στον Υιό και τον Πατέρα, επεκτείνεται με τη δωρεά του Χριστού και στη σχέση κάθε ανθρώπου με το Θεό Πατέρα. Κανείς δε γνωρίζει τον Πατέρα, «ει μη ο Υιός και ω αν βούληται ο Υιός αποκαλύψαι» (Ματθ. 11:27). Η αυτογνωσία, που οδηγεί τον άνθρωπο στη θεογνωσία, καταξιώνεται εν Χριστώ με την υιοθεσία και τη μετοχή στη θεία ζωή.

(1) Παιδαγωγός 3,1,1, PG 8,556Α.
(2) Λόγος 16, έκδ. Ι. Σπετσιέρη, Του οσίου πατρός ημών Ισαάκ του Σύρου τα ευρεθέντα ασκητικά, Αθήναι 1895, σ. 58.
(3) Μακαρίου Αιγυπτίου, Ομιλία 27, 1, PG 34,693.
(4) Μαξίμου Ομολογητού, Προς Θαλάσσιον, PG 90,256Β.
(5) Ισαάκ Σύρου, Ομιλία 21, έκδ. Ι. Σπετσιέρη, σ. 82.
(6) Γρηγ. Παλαμά, Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 1,3,38, Συγγράμματα, τ. 1, σ. 449.

Πηγή: Γεωργίου Μαντζαρίδη, από το βιβλίο Ορθόδοξη Πνευματική Ζωή , εκδόσεις ΠΟΥΡΝΑΡΑ, σελ. 42 (αποσπάσματα)

Αυτογνωσία προς Θεογνωσία


444Μοναχού Μωυσή Αγιορείτη
Ζούμε σε μια εποχή συνεχούς εξωστρέφειας, υπερκαταναλωτισμού, φλυαρίας, ευκολίας και ρηχότητος.
Η εσωστρέφεια θεωρείται πάντα νοσηρή, ο αυτοέλεγχος περιττός, η αυτοκριτική αχρείαστη. Η αυτογνωσία αφέθηκε ως τέχνη των μάγων της Ανατολής.
Η ενδοσκαφή, η αυτοπαρατήρηση, η αυτομεμψία και η μνήμη του θανάτου χαρακτηρίζονται ως φαινόμενα πλάνης.
Η μελέτη του έσω ανθρώπου όμως θα προσφέρει στον εραστή της τη βαθιά γνώση της μεγάλης πνευματικής πενίας και γυμνότητας, θεωρήθηκε σκοπός της ζωής η απόκτηση ενός πολυτελούς οχήματος.
Έτσι χάθηκε και το νήμα της υπάρξεως.
Σε ορισμένους δεν υπάρχει ούτε καν η υποψία αυτής της αναζήτησης.
Έτσι ο άνθρωπος καταδυναστεύεται σήμερα από άφθονο άγχος, πολλή ανασφάλεια και από το κυνηγητό του χρόνου και του χρήματος.
Δεν θέλει ν’ ακούσει την καρδιά του.
Δεν θέλει να εμπιστευθεί την αγωνία του στον φίλο του.
Μοναξιά, ατομισμός και φοβία επικρατεί στις μεγαλουπόλεις.
Η απουσία του θεού από τη ζωή του ανθρώπου δημιουργεί όλα αυτά τα μεγάλα κενά, όλες αυτές τις τραγικές ρωγμές, που αργά ή γρήγορα δημιουργούν πικρά αδιέξοδα.
Είναι ανάγκη να βρει ο άνθρωπος τον μόνο, αληθινό, Τριαδικό Θεό, να γνωρίσει τον άγνωστο εαυτό του, να δει με μεγαλύτερη αγάπη τον πλησίον του.
Χρειάζεται λίγος μόχθος, υπομονή κι επιμονή, φιλότιμο και μεράκι, θυσία και ταπείνωση.
Μέσα του θα βρει ο άνθρωπος λοιπόν τον Θεό. Είναι απαραίτητη έτσι η κατάδυση στον εαυτό μας.
Τον ταπεινό προσωπικό αγώνα θα συνδράμει η θεία χάρη.
Τότε θα νοηματισθεί η ζωή και θα ιεροποιηθεί το πρόσωπο.
Ο νους θα κατέβει στην καρδιά.
Ο άνθρωπος δεν θα κινείται συναισθηματικά και παράλογα, αλλά καρδιακά, υπέρλογα, ανθρώπινα.
Το ήθος έγκειται στη σεμνότητα και ταπεινότητα, που δεν αποτελεί αδυναμία, αλλά κόσμημα πολύτιμο.
Στον σημερινό άκοσμο της αδιαφάνειας, της διαφθοράς, της διαστροφής, της πλουτοκρατίας και της βιασύνης είναι ανάγκη για μια στάση, για μια κατάδυση. Για ένα επανέλεγχο, μια επανατοποθέτηση, αν χρειασθεί μια κένωση, για μια ανασύσταση, ένα επαναπροσδιορισμό, μία μεταμόρφωση.
Δεν χρειάζεται να πάει κανείς μακριά και να ξοδέψει πολλά.
Λίγο να σταθμεύσει, να βυθιστεί εντός, να δει που τρέχει συνέχεια και πάει, να ξελαχανιάσει, να γνωρίσει κάποτε τον λησμονημένο εαυτό του.
Να δει ότι δεν φταίνε πάντα οι άλλοι και τα συστήματα και η παλιοκοινωνία, αλλά οπωσδήποτε υπάρχουν και τα προσωπικά ποσοστά ευθύνης.
Γνώρισες τον εαυτό σου; Βρήκες τον Θεό σου!
Είδες τον αδελφό σου;
Αντίκρισες τον θεό σου, αναφέρει το θαυμάσιο Γεροντικό.
Επιμελής αυτογνωσία λοιπόν προς ασφαλή θεογνωσία είναι απαραίτητα, καθώς επίσης έμπειρος και διακριτικός πνευματικός προς ακριβή καθοδήγηση.

Πηγή:isagiastriados.com

Ταυτίζεται η αυτογνωσία με τη θεογνωσία;



 
Πολλές φορές ακούμε και διαβάζουμε ότι αν θέλεις να βρεις τον Θεό, αρκεί να γνωρίσεις τον εαυτό σου. Δηλαδή, η γνώση του εαυτού μας (η αυτογνωσία) ταυτίζεται με την γνώση του Θείου (την θεογνωσία). Από ορθόδοξη άποψη, αυτό είναι πλάνη. Και ο λόγος είναι πολύ απλός· στην ορθόδοξη θεολογία έχουμε διάκριση μεταξύ κτιστού και ακτίστου. Αυτή η διάκριση δεν είναι βάση της φιλοσοφίας, αλλά βάση της εμπειρίας της θεώσεως των αγίων. Το κτιστό και το άκτιστο είναι μεταξύ τους ανόμοια. Δεν υπάρχει καμία ομοιότητα, και είναι μεταξύ τους άσχετα ως προς την ουσία.

Η θέση της Ορθόδοξης Πίστης σχετικά, συνοψίζεται ως εξής από τον μεγάλο θεολόγο και δογματολόγο, π. Ι. Ρωμανίδη: « [..] το βασικό κατηγόρημα, το βασικό δόγμα, της Χριστιανικής θεολογίας είναι η σαφής διάκρισις μεταξύ κτιστού και ακτίστου, καθώς και το ότι μεταξύ κτιστού και ακτίστου δεν υπάρχει καμία ομοιότης» [1].

Βέβαια, η αυτογνωσία είναι πάρα πολύ σπουδαίο πράγμα για την ζωή μας, διότι αποτελεί μια πρώτη βαθμίδα, και αποκτάται με την συνέργεια του ανθρώπου και της Χάριτος του Θεού. Οι άγιοι Πατέρες έχουν μιλήσει σε πολλά σημεία μέσα στα συγγράμματά τους για την αυτογνωσία. Η θεογνωσία όμως είναι κάτι άλλο, που δίδεται ως δώρο του ίδιου του Θεού, και που δεν θα έχει τέλος όπως και ο Θεός δεν έχει τέλος. Η θεογνωσία δεν έγκειται στην γνώση της ουσίας του Θεού, διότι αυτή είναι αμέθεκτη, αλλά στην πνευματική γνώση που λαμβάνουν όσοι μετέχουν στις άκτιστες θείες ενέργειες που απορρέουν από την Θεία φύση. Αυτοί καθίστανται θεόπνευστοι. Όσοι ταυτίζουν την αυτογνωσία με την θεογνωσία, όχι μόνο δεν κάνουν την εμπειρική Πατερική διάκριση κτιστού και ακτίστου, αλλά ίσως και να ταυτίζουν τον κόσμο με τον θεό (πχ όταν νοούν το θείο ως «συμπαντική συνείδηση», ή «το σύνολο των φυσικών νόμων» κλπ), κάτι που οδηγεί αναπόφευκτα στην ειδωλολατρία. 

Μέσα στην κτίση υπάρχουν «αντανακλάσεις» του Θεού (οι οποίες δεν είναι ούτε η ουσία ούτε η ενέργεια του Θεού, αλλά το αποτέλεσμα των ακτίστων ενεργειών που είναι τα κτίσματα), όχι όμως ο ίδιος ο Θεός. Για παράδειγμα, παρατηρώντας κανείς τον τρόπο που η μέλισσα δομεί τέλεια και τετραγωνικά την κυψέλη, καταλαβαίνει ότι ο Δημιουργός έδωσε την συγκεκριμένη σοφία. Όταν λοιπόν κανείς εκλαμβάνει τις «αντανακλάσεις» αυτές ως «θεό», πλανάται. Είναι σαν να βλέπουμε τον εαυτό μας στον καθρέπτη. Αυτό που βλέπουμε, δεν είναι η ουσία μας αλλά το είδωλό μας. Έτσι, ο άνθρωπος πλανήθηκε και ταύτισε την κτίση με τον Θεό, ακόμα και τον εαυτό του ως μέρος της ουσίας της θείας πραγματικότητας. Ταυτίζοντας τον Θεό με την κτίση, ταύτισε με τον Θεό τις αντανακλάσεις- τα είδωλα- συνεπώς έγινε ειδωλολάτρης.

Συνήθως όσοι υποστηρίζουν αυτές τις θέσεις, πιστεύουν ότι η κίνηση είναι «κυκλική». Ο κόσμος απορρέει από το απρόσωπο θείο και αυτονομείται (εξέλιξη), και έπειτα επανέρχεται εκεί από όπου ξεκίνησε (ανέλιξη). Αυτή η κίνηση είναι αιώνια, και όσον αφορά τον άνθρωπο, η επαναφορά γίνεται δια της «μετενσαρκώσεως». Συνεπώς, κατ’ αυτούς, αν θέλεις να γνωρίσεις την θεία πραγματικότητα, απλά κοίταξε μέσα σου.

Εάν όμως είναι έτσι, τότε δύο τινά μπορεί να ισχύουν· είτε υπάρχουν πολλές «θείες αλήθειες» εφόσον έχουμε μοναδικές, και διαφορετικές προσωπικότητες, είτε η «θεία αλήθεια» είναι μια, άρα δεν έχουμε μοναδική προσωπικότητα εφόσον είμαστε μέρος αυτής της μιας «συμπαντικής» και απρόσωπης δύναμης. Και στις δύο περιπτώσεις, καταργείται το πρόσωπο (του Θεού και του ανθρώπου), το οποίο –όπως αναφέρει ο καθηγητής Ν. Ματσούκας βάση της Ορθόδοξης Παράδοσης- «[..] δεν είναι απλώς και μόνο η ετερότητα, αλλά κυρίως η ανεπανάληπτη ιδιαιτερότητα» [2].

Αυτά τα συναντούμε κυρίως στις Ανατολικές θρησκείες και φιλοσοφίες, στον αρχαίο Γνωστικισμό (που προσέλαβε στοιχεία διαφόρων παραδόσεων), στα διάφορα αποκρυφιστικά ρεύματα, στον Ερμητισμό, στην μασονία (που είναι μετεξέλιξη του Γνωστικισμού), στις σύγχρονες Γνωστικές κινήσεις, στην Θεοσοφία, στην Ανθρωποσοφία, κλπ. Αντιθέτως, όπως υπογραμμίζει ο π. Α. Αλεβιζόπουλος, «Η Χριστιανική Πίστη δεν συμβιβάζεται με πανθεϊστικές ή ινδουιστικές ερμηνείες του κόσμου, γιατί αρνείται οποιαδήποτε οντολογική σχέση του κόσμου με τον Θεό. Η ουσία του κόσμου είναι κτιστή και όχι άκτιστη και επομένως τα όντα δεν είναι ξεπεσμένα κομμάτια του Θεού» [3].

Ωστόσο, οι σχέσεις του Θεού με την κτίση είναι κατ’ Ενέργεια. Μόνο δια της μεθέξεως στις άκτιστες ενέργειες του Θεού, ο άνθρωπος μπορεί να γνωρίσει περί του Θεού, χωρίς ποτέ να φτάσει στην γνώση της Θείας Ουσίας Του.

Μόνο κατά την Ενανθρώπιση του Θεού Λόγου έχουμε ένωση κτιστού και ακτίστου κατ’ ουσία. Αυτό όμως είναι ένα γεγονός μοναδικό και ανεπανάληπτο. «Μετά όμως την Ενσάρκωση του Θεού Λόγου, μέσω και λόγω της Ενσαρκώσεως, έχομε προσωπικές σχέσεις με τον Θεόν. Με τον Θεόν όμως ως Θεάνθρωπον (ως Υιόν Θεού και υιόν ανθρώπου). Επειδή ο Θεός έγινε άνθρωπος. Που σημαίνει ότι η Ενσάρκωσης επέφερε μία ειδική σχέση μεταξύ Θεού και ανθρώπων, μεταξύ του Χριστού και των ανθρώπων [..]» [4].

Σε αυτό το πρώτο μέρος, θα παραθέσουμε επιλεκτικά χωρία από Πατέρες των τριών πρώτων αιώνων, τα οποία έχουν σχέση με την θεογνωσία.

Άγιος Ειρηναίος της Λυών, «Έλεγχος και Ανατροπή της Ψευδωνύμου Γνώσεως», βιβλίο Δ:

«Εδίδαξεν ημάς ο Κύριος, ότι Θεόν ειδέναι ουδείς δύναται, μη ουχί Θεού δοξάζοντος, τουτέστιν, άνευ Θεού μη γινώσκεσθαι τον Θεόν· αυτό δε το γινώσκεσθαι τον Θεόν, θέλημα είναι του Πατρός. Γνώσονται και αυτόν, οις αν αποκαλύψη ο Υιός» [5].

Σχόλιο: Σε αυτό το πολύ σπουδαίο χωρίο, ο άγιος Ειρηναίος συνδέει την θεογνωσία (την αποκάλυψη) με τον δοξασμό (δηλ. τον φωτισμό), που γίνεται δια της μεθέξεως στις άκτιστες ενέργειες του Θεού, και είναι η όραση του Υιού εν δόξει.

Άγιος Ιππόλυτος, «Αποσπάσματα Εις τας Παροιμίας του Σολομώντα»:

«[..] αι δε αρεταί εφ’ ημίν, χάρακες άρα είεν αι αρεταί, αι υψούσαι την γνώσιν του Θεού, οίον άσκησις, μελέτη [..]» [6].

Σχόλιο: Ο άγιος Ιππόλυτος συνδέει την γνώση του Θεού με τις αρετές, η κατάκτηση των οποίων χρειάζεται άσκηση και μελέτη. Φυσικά, αναφέρεται στην κάθαρση που προηγείται του φωτισμού, και αποτελεί το πρώτο στάδιο φανερώσεως της αλήθειας. Ο π. Α. Αλεβιζόπουλος γράφει: «Προϋπόθεση για την κάθαρση του ανθρώπου είναι ο αγώνας εναντίων των παθών. Όποιος πραγματικά αγαπά τον Θεό, δεν υποδουλώνεται σε τίποτε άλλο και αγωνίζεται εναντίων των παθών. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος να οδηγηθεί κανείς στην κάθαρση. Η υποδούλωση στα πάθη απομακρύνει από τον Θεό» [7].

Στα ίδια πλαίσια κινείται και ο Θεόφιλος Αντιοχείας, ο οποίος γράφει τα εξής στο «Πρώτο βιβλίο προς τον Αυτόλυκο»:

«Βλέπεται γαρ θεός τοις δυναμένοις αυτόν οράν, έπαν έχωσι τους οφθαλμούς ανεωγμένους της ψυχής. Πάντες μεν γαρ έχουσι τους οφθαλμούς, αλλά ένιοι υποκεχυμένους και μη βλέποντας το φως του ηλίου [..] Ούτως και συ, ω άνθρωπε, έχεις υποκεχυμένους τους οφθαλμούς της ψυχής σου υπό των αμαρτημάτων και των πράξεών σου των πονηρών. [..] όταν η αμαρτία εν τω ανθρώπω, ου δύναται ο τοιούτος άνθρωπος θεωρείν τον θεόν» [8].

Σχόλιο: Ο Θεόφιλος συνδέει την θεογνωσία (αυτόν οράν) με την κάθαρση. Τα άρρωστα μάτια δεν μπορούν να δουν τις ηλιακές ακτίνες.

Άγιος Ιουστίνος ο Μάρτυρας:

Ο άγιος Ιουστίνος, στο έργο του «Διάλογος προς Τρύφωνα τον Ιουδαίο», αναφέρει την συνάντηση που είχε πριν γίνει Χριστιανός, με κάποιον άλλο γέροντα Χριστιανό. Στον μεταξύ τους διάλογο, ο Ιουστίνος (που τότε ανήκε στον μέσο Πλατωνισμό και πίστευε ότι σε λίγο θα έβλεπε δια του νου του τον Θεό μέσω άσκησης και κάθαρσης), διαπίστωσε την διαφορά ανάμεσα στον ανθρώπινο νου και στον Θεό. Ότι δεν θα μπορούσε ο νους του ανθρώπου να «δει» τον Θεό μέσω της αυτογνωσίας, ούτε μέσω της κάθαρσης, αλλά δια του δοξασμού που δίνει η άκτιστη χάρη του Θεού, όπως συνέβη και με τους Προφήτες.

«Ποια λοιπόν, έλεγε, είναι η συγγένειά μας προς τον Θεό; Ή είναι και η ψυχή θεία και αθάνατος και μέρος εκείνου του ίδιου του βασιλικού νοός; Όπως εκείνος βλέπει τον Θεό, έτσι και σε μας είναι εφικτό να συλλάβουμε το θείο με τον νου μας και να ευδαιμονούμε ήδη από εδώ; Βεβαιότατα, είπα» [9].

Εν τέλει, ο Ιουστίνος πείθεται ότι για να δει κανείς τον Θεό, πρέπει να φωτιστεί από αυτόν, όπως ακριβώς συνέβη με τους Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης. Αυτοί, δεν «είδαν» τον Θεό επειδή ήταν οι εξυπνότεροι και οι πιο ικανοί, αλλά επειδή έλαβαν τον δοξασμό από τον Θεό.

«Εις εμέ ευθύς αμέσως άναψε πυρ εις την ψυχή και με κατέχει έρως για τους Προφήτες και τους άνδρες εκείνους, οι οποίοι είναι φίλοι του Χριστού· διαλογιζόμενος καθ’ εαυτόν τους λόγους του, έβρισκα ότι μόνο αυτή είναι αληθινή και ωφέλιμη φιλοσοφία» [10].

Η Παράδοσις της Εκκλησίας παραμένει αναλλοίωτη δια μέσου των αιώνων, όσον αφορά στην αποκάλυψη του Θεού στον άνθρωπο. Και τούτο, διότι η αποκάλυψις του Θεού στον άνθρωπο είναι η ίδια δια μέσου των αιώνων. Ήτο και είναι πάντα η ίδια, σε όλους τους θεούμενους από την εποχή του Αδάμ μέχρι τώρα. Όλοι οι θεούμενοι (Προφήτες, Απόστολοι, Άγιοι), δέχονται την ίδια εμπειρία εν Αγίω Πνεύματι κατά την θέωσι, όταν δηλαδή τους αποκαλύπτεται ο Χριστός. Η μόνη διαφορά σε αυτήν την εμπειρία είναι ότι στην Παλαιά Διαθήκη ο Χριστός αποκαλύπτεται άσαρκος, ως ο Μεγάλης Βουλής Άγγελος, ενώ στην Καινή Διαθήκη, όπου μεσολαβεί η Ενσάρκωσης του Λόγου στο πρόσωπο του Χριστού, ο Χριστός αποκαλύπτεται με την δεδοξασμένη Του ανθρωπίνη φύση, κατά ανάλογο τρόπο με εκείνον που αποκαλύφθηκε στο όρος Θαβώρ στους τρεις Αποστόλους. Αυτά σημαίνουν ότι στην Ορθόδοξη Θεολογία η γνώσις περί του Θεού απλώς επιβεβαιώνεται επανα-αποκαλυπτομένη στους θεουμένους της κάθε εποχής. Η γνώσις αυτή, η αποκάλυψις του Θεού στον άνθρωπο, είναι πάντα της αυτής φύσεως, έχει όμως διαβαθμίσεις, δηλαδή διαφορετικό βαθμό πληρότητος στον κάθε θεούμενο. Όταν ο Θεός αποκαλύπτεται σε έναν άνθρωπο, αποκαλύπτεται στο μέτρο που ο Θεός θέλει και που ο συγκεκριμένος άνθρωπος μπορεί να δεχθή, να χωρέση, την αποκάλυψη του Θεού. Ο μέγιστος βαθμός αποκαλύψεως του Θεού στον άνθρωπο είναι εκείνος της Πεντηκοστής. Τότε το Πνεύμα το Άγιον ωδήγησε τους Αποστόλους «εις πάσαν την αλήθειαν» [11].

Πηγές:
 
[1] «Πατερική Θεολογία», π. Ι. Ρωμανίδης, κεφάλαιο 18.
[2] «Δογματική και Συμβολική Θεολογία», Γ’ τόμος, σελ. 44.
[3] «Η Ορθοδοξία μας», π. Α. Αλεβιζόπουλος, σελ. 91.
[4] «Πατερική Θεολογία», π. Ι. Ρωμανίδης, κεφάλαιο 35.
[5] ΒΕΠΕΣ 5, σελ. 153.
[6] ΒΕΠΕΣ 6, σελ. 173.
[7] «Η Ορθοδοξία μας», π. Α. Αλεβιζόπουλος, σελ. 23.
[8] ΒΕΠΕΣ 5, σελ. 13.
[9] ΕΠΕ 1, «Απολογητές», σελ. 275
[10] Όπως ανωτέρω, σελ. 285.
[11] «Πατερική Θεολογία». π. Ι. Ρωμανίδη, κεφάλαιο 52.

Η μονολόγιστη ευχή ως δρόμος προς την αληθινή θεολογία ή θεογνωσία +Ιερομονάχου Ευσεβίου Βίττη





Πηγή: Δύο δρόμοι προς την αληθινή θεολογία, Εκδ. Ορθόδοξος Κυψέλη.





Δεν είναι βέβαια δυνατόν να δούμε εν πλάτει όλα όσα θαυμάσια μας λένε, στον περιορισμένο χώρο αυτής της σύντομης παρουσιάσεως αυτού του μεγάλου θέματος. Στο παρόν κείμενο θα χρειαστεί να επικεντρώσουμε τη προσοχή μας σε θέμα, το οποίο είναι, πιστεύουμε, σημαντικό ως εισαγωγική πρόσβαση στο χώρο της θεολογίας, όπου κατά τη πατερική διδαχή θεολογία είναι η ανάβαση του ανθρώπου προς το Θεό. Και ως οδός, αλλά και ως «χώρος» της αληθινής θεολογίας ορίζεται η προσευχή, η οποία αποτελεί «ανάβασιν νου προς Θεόν» (Νείλος ο Ασκητής, Λόγος περί προσευχής) . Και η προσευχή αυτή είναι η λεγόμενη μονολόγιστη προσευχή.

Στον περίφημο Περί προσευχής λόγο του Νείλου του Ασκητού, που περιλαμβάνεται στη γνωστή μας Φιλοκαλία (οι ειδικοί τον αποδίδουν στον Ευάγριο τον Ποντικό, ασκητικό συγγραφέα) σημειώνεται η σημαντικότατη για το θέμα μας φράση:

«Eι θεολόγος ει, προσεύξη αληθώς? και ει αληθώς προσεύχη, θεολόγος ει». Με άλλα λόγια: «Αν είσαι θεολόγος, θα προσευχηθείς. Και αν προσεύχεσαι αληθινά, είσαι θεολόγος».

Και σε άλλο σημείο λέει:  «Αν προσεύχεσαι, αληθινά και σωστά, θα βρεις πολλή εσωτερική πληροφορία. Και θα έρθουν μαζί σου άγγελοι, όπως και στον Δανιήλ, και θα σε φωτίσουν για να κατανόησης τους λόγους των πραγμάτων».

Με τους λόγους αυτούς και μόνο υπογραμμίζεται ιδιαίτερα η σημασία της προσευχής ως σημαντικότατου μέσου για την είσοδό μας στο χώρο της θεολογίας. Μερικά ουσιώδη στοιχεία της θα επιχειρήσουμε να δούμε στη συνέχεια.

* * *

Η μονολόγιστη προσευχή, που οφείλει το όνομα της στη χαρακτηριστική συντομία της, λέγεται: προσευχή του Ιησού, νοερά προσευχή, καρδιακή προσευχή, καθαρά προσευχή κλπ. Η προσευχή αυτή ταιριάζει προ πάντων στο σημερινό πολυάσχολο άνθρωπο, όποια κι αν είναι η κύρια απασχόλησή του και τυχόν άλλες δευτερεύουσες. Είναι η προσευχή, που μπορεί να πραγματοποιείται πάντοτε από το καθένα μας και να προσαρμόζεται σε κάθε τόπο και τρόπο.

Όλες οι θείες ενέργειες αποτελούν τη ρίζα και τη πηγή των όντων και πραγμάτων. Για τον άνθρωπο όμως υπάρχει κάτι βαθύτερο και καταπληκτικότερο. Πρέπει ο άνθρωπος να γίνει μέχρι και αυτή τη δομή και το ρυθμό του σώματός του, μέχρι την τελευταία του ίνα, ναός του Παναγίου Πνεύματος. «Ουκ οίδατε ότι το σώμα υμών ναός του εν υμίν Αγίου Πνεύματος έστιν, ου έχετε από Θεού και ουκ έστε εαυτών; Δοξάσατε δη τον Θεόν εν τω σώματι υμών και εν τω πνεύματι υμών, ατινά έστι του Θεού»(Α Κορ. ς' 19, 20).

Για το θέμα μας έχουν βασική σημασία ο ρυθμός της αναπνοής μας και η καρδιά μας. Και καλούνται να παίξουν σημαντικότατο ρόλο για τη διάχυση της χάριτος σε όλη μας την ύπαρξη.

Υπάρχει μια πραγματική αντιστοιχία ανάμεσα στην αναπνοή μας καιστην πνοή του Θεού.

Η ανθρώπινη αναπνοή αποτελεί σύμβολο και όχημα της θείας πνοής.

Η ίδια αντιστοιχία υπάρχει ανάμεσα στη καρδιά μας και τον Ιησού Χριστό.

Η καρδιά αποτελεί το κέντρο της υπάρξεώς μας. Και λέγοντας καρδιά δεν πρέπει να εννοούμε μόνο τη σωματική καρδιά, αλλά και την πνευματική, που είναι έδρα και κέντρο του πνεύματός μας. Η καρδιά μας φωτίζει όλη την ύπαρξη και χάρις σ' αυτήν λειτουργεί και σωματικά και πνευματικά.

Αντίστοιχα ο Ιησούς Χριστός είναι το κέντρο του πνευματικού του Σώματος που λέγεται Εκκλησία. Από αυτό το κέντρο αναβλύζουν ως από αενάως ακένωτη πηγή το φως και η χάρη στην Εκκλησία, αλλά και σε ολόκληρο το σύμπαν, αφού «πάντα δι' αυτού εγένετο και χωρίς αυτού εγένετο ουδέ εν ο γέγονε» (Ιω. α' 3).

Με την καρδιά συνάπτεται το αίμα. Και το αίμα αντιστοιχεί προς τοαρχέγονον ύδωρ, που διαποτίζεται από το πυρ του Αγίου Πνεύματος. «Και Πνεύμα Θεού επεφέρετο επάνω του ύδατος» (Γεν. α' 2). Επίσης το αίμα είναι κόκκινο σαν τη φωτιά και θερμό. Και, όπως είναι γνωστό, στην Εκκλησία μας κοινωνούμε το θερμό αίμα του Κυρίου. Γι' αυτό μετά τον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων προστίθεται στο άγιο Ποτήριο το ζέον ύδωρ, που συμβολίζει τη «ζέσιν Πνεύματος Αγίου».

Έτσι βλέπουμε να καθορίζεται στην ορθόδοξη πνευματικότητα η σχέση πνοής - καρδιάς και Πνεύματος Αγίου.

Δεν χρειάζεται όμως να ζητούμε στα ζητήματα αυτά μια επεξήγηση ή κατανόηση σύμφωνα με την οριζόντια ανθρώπινη επιστήμη, που ασχολείται με αίτια και αιτιατά. Τα θέματα αυτά αποτελούν αντικείμενο γνώσεως άλλου επιπέδου και άλλης κατευθύνσεως. Αυτά τα κατανοεί κανένας στο βαθμό, που μπορεί να τα χωρέσει η περιορισμένη ανθρώπινη φύση μας κατά γνώση πνευματική, κάθετο και υπερφυή, που έχει τους δικούς της νόμους και τη δική της λογική. Και αυτό οπωσδήποτε με τη βοήθεια του θείου φωτός εν Πνεύματι Αγίω.

Με την καρδιά συνάπτεται ο νους και η διάνοια μας. Κατά την πατερική αντίληψη έδρα του νου είναι η καρδιά, και ο νους δεν είναι μόνο η λογική ενέργεια, αλλά και η βουλητική και συναισθηματική με έδρα πάντα την καρδιά.

Ο νους ενεργεί προς τα έξω, διαχέεται και διασκορπίζεται. Στη φυσική του δε κατάσταση θα βρίσκεται μόνο με την επιστροφή του στο κέντρο του, στην καρδιά του, οπότε μεταπηδά από το παρά φύσιν, στο οποίο τώρα βρίσκεται, στο κατά φύσιν του.

Όταν ο νους επιστρέψει πίσω στην καρδιά και ενωθεί μαζί της, τότε και η καρδιά γίνεται το κατάλληλο όργανο για ολοκληρωμένη υπαρξιακή γνώση, γνώση ολοτελή και παμμερή. Γι' αυτό και δεν είναι γνώση ξερή, διανοητική, ξένη ως προς το γινωσκόμενο, αλλά γνώση αγαπητική. Γιατί μόνον η αγάπη αποτελεί την αποκλειστική γνωστική δύναμη, την ενοποιό και συνδέουσα γνωστικό υποκείμενο και γινωσκόμενο αντι(ή υπο-)κείμενο. Και αυτό σημαίνει μεταφορά του όλου ανθρώπου μέσα στο φως της θεϊκής γνώσεως εν Πνεύματι Αγίω.

Ο Θεός με τη θεία του πνοή, δηλαδή το Άγιο Πνεύμα, έδωσε ζωή στο άψυχο ανθρώπινο σώμα του ανθρώπου. Το ίδιο επαναλαμβάνεται πνευματικά και τώρα. Όταν αφυπνισθεί ο άνθρωπος και αντιληφθεί «πόθεν έρχεται και πού υπάγει», αισθάνεται, ότι μόνο με τη ζωοποιό χάρη του Αγίου Πνεύματος μπορεί να μεταμορφωθεί το «ψυχικόν σώμα» του σε «πνευματικόν σώμα» (Α' Κορ. ιε',44) ήδη από τη παρούσα ζωή.

Αφετηριακή ενέργεια του Θεού ως προς τον άνθρωπο στο σημείο αυτό είναι το ότι πλάσθηκε «κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν» του Θεού. Με την πτώση του όμως «αχρειώθη» το «κατ' εικόνα» στον άνθρωπο. Αυτή δε η εικόνα αποκαταστάθηκε διά του Ιησού Χριστού. Η σπουδαιότητα και η μοναδικότητά της έγκειται στο γεγονός της συνειδητοποιήσεως εκ μέρους μας της ενσωματώσεως μας σ' Αυτόν, που ξανανοίγει για μας την θεανδρική οδό του αγιασμού και της τελειώσεώς μας. Και η επίκληση είναι: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ Θεού, ελέ ησον με τον αμαρτωλόν». Καιρός να επιχειρήσουμε μια πολύ σύντομη θεολογική ανάλυσή της.

Σε όλες τις θρησκείες η επίκληση του ονόματος του Θεού παρουσιάζεται να έχει ιδιαίτερη αποτελεσματικότητα και σημασία, γιατί το όνομα είναι φορέας μιας ζωντανής και δρώσης παρουσίας. Λίγο διαφορετικότερα έχουν τα πράγματα στο χώρο της Παλαιάς Διαθήκης (Π.Δ.). Η Π.Δ. αποκαλύπτει τον ζώντα Θεό στην καταναλίσκουσα απροσιτότητα και υπερβατικότητά του. Αποτελεί φοβερότατο μυστήριο το όνομά του. Στην Π.Δ. δεν έχουμε οικειοποίηση του Ονομαζόμενου, αλλά καθιέρωση του ονομάζοντος και επικαλουμένου. Οι Εβραίοι δεν έχουν δικαίωμα να προφέρουν το όνομα του Θεού. Μόνον ο μέγας Αρχιερέας, και αυτός μόνο μια φορά το χρόνο, μπορούσε να προφέρει το φοβερό όνομα του Θεού κατά την εορτή του Εξιλασμού. Γι' αυτό και είχε αντικατασταθεί το όνομα του Θεού με το όνομα Αδωναΐ, Κύριος. Και για τους Εβραίους ο αγιασμός του ονόματος του Θεού σήμαινε το μαρτύριο.

Ο πέρα από κάθε όνομα Κύριος, που είναι ο Ων, έγινε από άπειρη αγάπη για το πλάσμα του άνθρωπος. Και ως άνθρωπος ονομάσθηκε Ιησούς, που σημαίνει πως ο αιώνιος σώζει, ελευθερώνει, τοποθετεί εν ευρυχώρω τον μέχρι χθες συνθλιβόμενο άνθρωπο.

Η επίκληση του ονόματος του Ιησού Χριστού είναι υπόμνηση της ζωοποιού παρουσίας του και προσφέρεται στην Εκκλησία του ως μυστήριο του Αναστάντος. «Και ιδού εγώ μεθ' ημών είμι πάσας τας ημέρας, έως της συ ντελείας του αιώνος» (Ματθ. κη', 20). Η επίκληση του ονόματος του Κυρίου Ιησού Χρίστου ως προσευχή πια καρδιακή, «ως προσευχή του Ιησού», διαμορφώθηκε τελικά κατά τον 13ο αιώνα στον Άθω και έχει

α) δοξολογικό χαρακτήρα και

β) χαρακτήρα επικλήσεως εν μετάνοια.

α. Ο δοξολογικός χαρακτήρας της καρδιακής προσευχής

 «Κύριε». Η λέξη «Κύριος» υπογραμμίζει τη Θεότητα του Ιησού Χριστού και την αναγνωρίζει ως κυρίαρχο ολόκληρης της κτίσεως. «Εδόθη μοι πάσα εξουσία εν ουρανώ και επί γης» (Ματθ. κη' 18). Με την δοξολογική αυτή επίκληση εξορκίζεται κάθε δύναμη στον κόσμο αυτόν και σχετικοποιείται.

«Ιησού Χριστέ». Ο τίτλος του Ιησού είναι «Χριστός», δηλαδή Μεσσίας. «Ουδείς δύναται ειπείν Κύριον Ιησούν, ειμή εν Πνεύματι Αγίω». (Α' Κορ. ιβ' 3). Η αναγνώριση της κυριότητος του Ιησού, το ότι είναι Μεσσίας, δεν είναι καρπός της γνωστικής δυνάμεως του ανθρώπου, άλλα αποκαλύψεως Αγιοπνευματικής.

Έτσι στην Επίκληση αυτή έχουμε την παρουσία όλης της Αγίας Τριάδος και βίωση του μυστηρίου της Χριστολογικά και σωτηριολογικά. Τέλος η φράση:

«Υιέ του Θεού». Οι λέξεις αυτές της επικλήσεως μας παραπέμπουν στον ουράνιο Πατέρα, που είναι η πηγή και η ρίζα της Θεότητος.

β. «Ελέησόν με τον (την) αμαρτωλόν (-ην)».

Η ικεσία αυτή συνάπτεται με τη μετάνοια του προσευχομένου, που ζητάει το έλεος του Κυρίου και την αποκατάσταση της διαταραγμένης από κάθε προσβολή αγάπης του Κυρίου με τον όλο του βίο.

Σύμφωνα με όσα μας λένε οι μεγάλοι δάσκαλοι της προσευχής αυτής, παλιοί και νέοι, μπορεί η προσευχή αυτή να συντομευθεί στην επίκληση μόνο του ονόματος του Ιησού υπονοώντας όλα τα άλλα. Τότε ακριβώς είναι ουσιαστικά «μονολόγιστη» προσευχή, αφού αποτελείται από μια και μόνο λέξη. Το πολύ μπορεί να γίνει η μορφή της «Ιησού μου», με δυό μόνο λέξεις.

* * *

Η ευχή έχει σκοπό να ενεργοποιήσει μέσα μας τη βαπτισματική χάρη.

Η αιώνιος ζωή αρχίζει από τη στιγμή, που ο άνθρωπος δέχεται τη «δεύτερη γέννηση», την «παλιγγενεσίαν», την «μικράν ανάστασιν», δηλαδή το Άγιο Βάπτισμα.

Όταν βαπτιζόμαστε καταδυόμαστε στο αγιασμένο νερό και έτσι κατεβαίνουμε ως άμορφη και ακατέργαστη ύλη και αναδυόμαστε αποκτώντας μορφή όλη ωραιότητα, έκπαγλη και υπερφυσική. Ανασταινόμαστε και αφυπνιζόμαστε ύστερα από θάνατο.

Όμως ο φωτισμός και ο αγιασμός και η εξανάσταση αυτή κατακρύπτεται στα βάθη του ασυνειδήτου, που παύει πια να είναι ό,τι ήταν, γιατί κρύβει μέσα του την παρουσία του Θεού, η οποία ανορθώνει και ενοποιεί το πρόσωπο. Και όπως παρατηρεί ο άγιος Διάδοχος ο Φωτικής, πριν από το Βάπτισμα κρύβεται στα βάθη της καρδιάς του ανθρώπου ο σατανάς, ενώ έξω από αυτήν παραμένει ο Θεός. Με το Βάπτισμα διώχνεται από την καρδιά ο διάβολος και εγκαθίσταται σ' αυτήν ο Θεός. (Διαδόχου Φωτικής, Λόγος ασκητικός).

Ο αγιασμός όμως αυτός απαιτεί πάντοτε μια όλο και πιό συνειδητή μετοχή στο θάνατο και στην ανάσταση του Ιησού Χριστού, γιατί και στα δυο αυτά στοιχεία βα πτισθήκαμε ως μέτοχοι τους «ίνα, ώσπερ ηγέρθη Χρι στός εκ νεκρών διά της δόξης του Πατρός, ούτω και ημείς εν καινότητι ζωής περιπατήσωμεν. Ει γαρ σύμφυτοι γεγόναμεν τω ομοιώματι του θανάτου αυτού, αλλά και της αναστάσεως εσόμεθα» (Ρωμ. ς', 4-5).

Η αγιότητα δεν είναι ψηλή νοητική συνειδητότητα, αλλά ανάσταση και μεταμόρφωση εν Χριστώ Ιησού αναστάντι. Και χριστιανική ζωή σημαίνει τελικά πρόσκτηση Πνεύματος Αγίου. Γι' αυτό το άγιο Βάπτισμα είναι αχώριστα συνδεδεμένο με το Μυστήριο του Χρίσματος. Χριόμενος ο βαπτιζόμενος σε διάφορα σημεία του σώματός του καθίσταται καταγώγιο και κατοικητήριο του Αγίου Πνεύματος ενεργοποιούμενος με τη χάρη του και μεταμορφωνόμενος εις Χριστόν Ιησούν.

Όλα όμως συμπληρώνονται με τη μετοχή μας και στη Θεία Ευχαριστία. Με το μυστήριο αυτό, που ανανεώνει στα βάθη της υπάρξεώς μας το σπόρο της θεώσεώς μας, γιατί μας ενσωματώνει στον Ιησού Χριστό κάνο ντας μας ένα μαζί του, ζούμε μια αιώνια Πεντηκοστή ...; «Είδομεν το φως το αληθινόν, ελάβομεν Πνεύμα επουράνιον ...;» ψάλλουμε μετά τη θεία Κοινωνία στη θ. Λειτουργία. Και η θ. Κοινωνία έγινε «εις Πνεύματος Αγίου κοινωνίαν».

Η προσευχή λοιπόν του Ιησού αποτελεί μια βιωματική αναθεώρηση και αναβίωση κάθε φορά του όλου μυστηρίου της σωτηρίας μας. Γι' αυτό και οι καρποί της είναι πολλαπλοί. Όταν η προσευχή αυτή ασκείται, όπως πρέπει, και γίνει ένα με τη ψυχή, τότε ανακαλύπτει ο προσευχόμενος

-«Τον κρυπτόν της καρδίας άνθρωπον» (Α' Πέτ. γ'4).

 -Την «εν Πνεύματι και αληθεία» προσκύνηση και λατρεία του Θεού» (Ίω. δ' 23).

-Την «εντός ημών βασιλείαν του Θεού» (Λουκά ιζ'21).

-Τη συναντίληψη του Άγ. Πνεύματος? «το Πνεύμα συναντιλαμβάνεται ταις ασθενείαις ημών? το γαρ τι προσευξόμεθα ουκ οίδαμεν, αλλ' αυτό το Πνεύμα υπερεντυγχάνει υπέρ ημών στεναγμοίς αλαλήτοις» (Ρωμ. η'26). -Την (παρα)μονήν του Ιησού στην καρδιά μας κατά τη διαβεβαίωση του? «μείνατε εν εμοί καγώ εν υμίν (Ιω. ιε'4).

-Την παράδοση της καρδιάς στο Θεό? «υιέ μου, δος μοι σην καρδίαν» (Παροιμ. κγ'26).

-Το «ενδύσασθαι τον Χριστόν» (Ρωμ. ιγ' 14).

«Η προσευχή του Ιησού» ή η «καρδιακή προσευχή» βιωνόμενη οδηγεί τη ψυχή σε «κατάστασιν εξ Ιησού συνεστώσαν», όπως τονίζουν με έμφαση και από προσωπική πείρα οι Νηπτικοί Πατέρες.

«Από την αδιάκοπη μνήμη και επίκληση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, δημιουργείται μία σταθερή κατάσταση στο νου μας, αν δεν παραμελούμε την ακατάπαυστη νοερή δέηση, τη συχνή νήψη και το έργο της προσοχής. Όμως ας έχουμε ως συνεχές έργο μας την επίκληση του Κυρίου μας Ιησού κάνοντας την με καρδιά, που πυρωμένη κράζει, ώστε κυριολεκτικά να μεταλάβει το όνομα Ιησούς» (Ησυχίου προς Θεόδουλον).

Και άλλου προσθέτει:

«Είναι πραγματικά μακάριος όποιος έχει κολλήσει έτσι με τη διάνοιά του στην ευχή του Ιησού και του μι λάει αδιάκοπα με δυνατή φωνή στη καρδιά του, όπως έχει ενωθεί ο αέρας με τα σώματά μας ή όπως είναι ενωμένη η φλόγα με το κερί. Ο υλικός ήλιος περνώντας πάνω από τη γη κάνει να γίνεται ημέρα. Το άγιο και σεβάσμιο όνομα του Κυρίου λάμποντας συνεχώς στη διάνοια γεννά αναρίθμητα σαν τον ήλιο φωτεινά νοήματα».

 «Όταν σκορπίσουν τα σύννεφα, φαίνεται καθαρή η ατμόσφαιρα. Και όταν σκορπίσει τις φαντασίες και τις παραστάσεις των παθών ο ήλιος της δικαιοσύνης Ιησούς Χριστός, είναι φυσικό να γεννιούνται πάντα στην καρδιά ολόφωτα και αστερόμορφα νοήματα, γιατί η ατμόσφαιρα της φωτίσθηκε διά μέσου του Ιησού».

«Με αδιάκοπη ευχή καθαρίζει η ατμόσφαιρα της διάνοιας από σκοτεινά νέφη, από ανέμους των πονηρών πνευμάτων. Όταν δε καθαρίζει η ατμόσφαιρα της καρδιάς, είναι αδύνατο να μη λάμπει σ' αυτήν το θεϊκό φως του Ιησού».



Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της εποχής μας είναι η τρομακτική επίδραση, που ασκεί το κοινωνικό περιβάλλον στο καθένα μας. Γνωστά τα μέσα αυτής της επιδράσεως. Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη μνεία τους. Μας ενδιαφέρει το γεγονός, ότι αυτή η επίδραση εξασκείται και στο πιστό της εποχής μας με ιδιαίτερες επιπτώσεις στη πνευματικότητά του και στον όλο του βίο. Και δεν είναι περίεργο γι' αυτό το ότι διαπιστώνουμε μια έντονη πνευματική σύγχυση, μια ληθαργώδη κατάσταση, που προκαλεί σοβαρότατη ανησυχία σε όποιο πνευματικό άνθρωπο πονά από ό,τι διαπιστώνει.

Δεν είναι όμως η εξωτερική επίδραση, που αναφέρουμε πιό πάνω, η μόνη αιτία της φθαρτικής αλλοιώσεως και του εκφυλισμού του εσωτερικού φρονήματος των πιστών μας σήμερα. Έχουμε και εσωτερικά αίτιά της. Και αυτά προ πάντων συντελούν σε μια αναβίωση του παλαιού μέσα μας ανθρώπου, ο οποίος ζητάει με βιαιότητα και πάθος ασυγκράτητο χαμένα «δικαιώματα».

Πόσοι, αλήθεια, από μας δε θρηνούμε την εσωτερική έκπτωση, που διαπιστώνουμε στον εαυτό μας και δεν νοσταλγούμε ημέρες αρχαίες, γεμάτες ιερό ζήλο και άγιες αποφάσεις, που για την εκπλήρωσή τους θα δίναμε τότε χωρίς καθόλου να διστάσουμε και την ίδια τη ζωή μας με το χειρότερο ακόμη μαρτύριο! Και τώρα; Τώρα φυτοζωούμε, για να μην πω πως γίναμε -ας μου επιτραπεί ο χαρακτηρισμός, που τον εφαρμόζω πρώτα στον εαυτό μου- βοσκηματώδεις, χοιρώδεις, γεώδεις και ζωώδεις, «παρασυμβεβλημένοι τοις κτήνεσι τοις ανοήτοις και ομοιωθέντες αυτοίς» ετσι ή αλλιώς! (πρβλ. Ψαλμ. 48, 13).

Αυστηρή η διαπίστωση αυτή ή οι σκληροί αυτοί χαρακτηρισμοί; Ας μου συγχωρηθεί η τόλμη αυτή, που δεν είναι προσωπική, αλλά γενική για τους πιό πολλούς δυστυχώς από εμάς. Όποιος βρίσκει πως του ταιριάζει, αυτός ας βγάλει τις συνέπειες από τη διαπίστωση αυτή για τον εαυτό του. Γιατί κάποιες συνέπειες προκύπτουν από αυτή την αυτοαναγνώριση. Και μια συνέπεια, που θα μπορούσε να προκύψει είναι κι ετούτη:

Πώς θα μπορούσαμε να αντιδράσουμε διαπιστώνοντας αυτή τη φθορά στον μέσα μας ή και στον έξω μας άνθρωπο;

Ποιά άλλη αντίδραση θα ήταν πιό ενδεδειγμένη από το τίναγμα από πάνω μας αυτού του πνευματικού λήθαργου, από τη βίαιη εξανάσταση εναντίον του και από την ενεργό προσπάθεια εγρηγόρσεως; Και η αντίδραση αυτή στην αγιογραφική και πατερική πνευματική γλώσσα λέγεται νήψη, η οποία κατά τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο χαρακτηρίζεται ως «γρηγόρσεως επίτασις», δηλαδή πολύ έντονη και εντατική εγρήγορση και άγρυπνη προσοχή.

Πολλές και έντονες παραγγελίες μας απευθύνει η Θεία Γραφή για το θέμα αυτό καθώς και η Εκκλησία μας, που τις μετουσιώνει σε θερμή ικεσία και προσευχή. Εδώ θα αρκεστούμε σε μια εύγλωττη διαπίστωση-προτροπή του αγίου αποστόλου Παύλου:

«Εσείς, αδελφοί μου, λέει ο άγιος Απόστολος, δεν βρισκόσαστε στο σκοτάδι για να σας καταλάβει ξαφνικά η ημέρα της παρουσίας του Κυρίου. Όλοι σας είστε παιδιά του φωτός και της ημέρας. Δεν βρισκόμαστε και δεν ανήκουμε στη νύχτα ούτε στο σκοτάδι. Συνεπώς, ας μη κοιμόμαστε τον ύπνο της αμέλειας και ραθυμίας, όπως εκείνοι που, μακριά από το Χριστό, ζουν σ' αυτή τη κατάσταση. Αντίθετα, ας είμαστε άγρυπνοι και προσεκτικοί. Αυτοί, που κοιμούνται, κοιμούνται τη νύχτα και όσοι μεθούν, τη νύχτα μεθούν. Εμείς όμως, που είμαστε παιδιά της ημέρας, ας είμαστε άγρυπνα προσεκτικοί».

Τη ζωτικότατη σημασία της νήψεως τονίζει πολυτρόπως και η λειτουργική προσευχή. Αρκεί, για να το διαπιστώσει κανένας, να φυλλομετρήσει απλώς το λειτουργικό βιβλίο που λέγεται Παρακλητική. Ακριβώς δε μετά το καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων η Εκκλησία ανάμεσα στα άλλα βασικά και απαραίτητα πνευματικά στοιχεία, που ζητάει για τη ζωή των μετόχων του Ποτηρίου της Ζωής παρακαλεί να αποβεί γι' αυτούς η θεία Κοινωνία «εις νήψιν ψυχής».

Επειδή το περί νήψεως θέμα είναι ένα από τα κεφαλαιοδέστερα της ορθόδοξης πνευματικότητος, είναι πολύ επίκαιρο πάντα και ιδιαίτερα για το καθένα από μας, που διαπιστώνουμε την έλλειψη του στην πνευματική μας ζωή, να βλέπαμε το θέμα αυτό με όση προσοχή χρειάζεται. Βέβαια δεν είναι δυνατή η, σε ανάλογη με τη σημασία του θέματος αυτού έκταση, παρουσίαση του στα περιορισμένα όρια του σύντομου αυτού κειμένου. Μερικές επόψεις του μόνο θα αναφερθούν εδώ και επομένως όχι ολοκληρωμένα. Ελπίζουμε όμως να το παρουσιάσουμε εν καιρώ, αν ο Κύριος ευδοκήσει, με μια πολύ ευρύτερη και λεπτομερέστερη ανάλυσή του, που σχεδιάζουμε.

Για τη θεώρηση του θέματος αυτού νομίσαμε πως καταλληλότατος χειραγωγός μας για τη κατανόησή του είναι μια οσιακή πατερική μορφή, ο Όσιος Ησύχιος ο Πρεσβύτερος ο Ιεροσολυμίτης, που στη γνωστή μας Φιλοκαλία, περιλαμβάνεται μια δική του θαυμάσια διαπραγμάτευση του θέματος αυτού. Αυτής της διαπραγματεύσεως απόψεις θα επιχειρήσουμε να παρουσιάσουμε στη συνέχεια.



1. Τί είναι η νήψη;

Πρέπει να τονίσουμε ευθύς εξ αρχής πως δεν είναι εύκολος ο ορισμός της λεκτικά, αφοί είναι κυρίως ζωή. Και η ζωή, το ξέρουμε, δεν ορίζεται με λόγο ούτε στο σύνολο της ούτε στα επί μέρους της. Αυτό φυσικά το γνωρίζει ο Όσιος Ησύχιος, γι' αυτό και προσπαθεί να μας παρουσιάσει τη νήψη από διάφορες πλευρές της, ώστε κάπως να τη κατανοήσουμε. Όμως, ας το ξέρουμε, δεν πρόκειται ποτέ να κατανοήσουμε σωστά και σε έκταση και σε βάθος, «το γε εφ' ημίν», όσο δηλαδή μπορούμε, αν η νήψη, όπως βέβαια και κάθε άλλο πνευματικό θέμα, δεν αποτελέσει αντικείμενο ζωτικού και πρακτικού πνευματικού ενδιαφέροντος μας, δηλαδή, αν δεν επιδιώξουμε να τη γευτούμε και εμπειρικά, στην πράξη με άλλα λόγια. Αυτό είναι κανόνας απαράβατος για όλα τα θέματα της πνευματικότητος εν Χριστώ.

Να, λοιπόν, τι μας λέει ο όσιος Ησύχιος για τη νήψη: «Η Νήψη είναι μέθοδος πνευματική». Αυτή είναι ή γενικότατη θεώρησή της. Καθορίζοντας περισσότερο συγκεκριμένα το περιεχόμενο της λέει: «Η νήψη είναι κυρίως η καθαρότητα της καρδιάς, που εξαιτίας του μεγαλείου της και της πνευματικής ομορφιάς της ή, για να μιλήσω κυριολεκτικά, λόγω της αμέλειάς μας σήμερα είναι σπάνια».

Φαντασθείτε, τί θα έλεγε σήμερα για μας ο Όσιος! Και συνεχίζει: «Η νήψη είναι δρόμος για την απόκτηση κάθε αρετής και εντολής του Θεού. Η νήψη λέγεται και καρδιακή ησυχία».

Καθορίζοντας το νόημα της καρδιακής ησυχίας ο Όσιος συνεχίζει:

«Η καρδιακή ησυχία λέγεται και προσοχή. Και αρνητικά μεν σημαίνει διαρκή και αδιάκοπη ηρεμία και έλλειψη ενοχλήσεως της καρδίας από λογισμούς κάθε είδους. Θετικά δε είναι μόνιμη κατάσταση της ψυχής, που τη χαρακτηρίζει η ένωση με τον Ιησού. Στη κατάσταση αυτή η ψυχή πάντα και χωρίς καμιά διακοπή μόνον Αυτόν αναπνέει, Αυτόν επικαλείται, Αυτόν περιπτύσσεται πνευματικά συνεχώς με μυστική στα βάθη της καρδιάς επίκληση του Ονόματός του, γιατί Αυτός γνωρίζει τις καρδιές ως τα κατάβαθα τους».

Αλλά και αυτά τα στοιχεία είναι λίγα. Γι' αυτό και συνεχίζει ο Όσιος: «Νήψη είναι επίσης μόνιμη και σταθερή κατάσταση του λογισμού και στάση του στη πύλη της καρδίας, ένα είδος δηλαδή φρουράς σ' αυτήν, για να γίνεται έλεγχος των λογισμών εκείνων, που έρχονται με σκοπό να κλέψουν ό,τι πολύτιμο μέσα της και για να εξακριβώνει με ποιό τρόπο χαράζουν οι πνευματικοί εχθροί παραστάσεις στη φαντασία μας».

Το ίδιο διατυπώνει με μια λιτή φράση: «Νήψη είναι η τέλεια φύλαξη του νου».

Η πρόσκληση σε νήψη δεν είναι αυθαίρετη, όπως αναφέραμε ήδη. Αποτελεί ρητή αγιογραφική εντολή. Ο Όσιος μας τη στηρίζει σε ειδική εντολή της Παλαιάς Διαθήκης: «Πρόσεχε σεαυτώ, μήποτε γένηται ρήμα κρυπτόν εν τη καρδία σου ανόμημα» (Δευτ. ιε' 9).

«Επειδή η λέξη ρήμα σημαίνει εδώ επίμονη παράσταση στο νου κάποιου κακού πράγματος, το όποιο αποστρέφεται και δεν θέλει με κανένα τρόπο ο Θεός και το οποίο προσβάλλει τη καρδιά υπό μορφή κακών λογισμών και τήν οδηγεί σε μολυσμένο πνευματικά διάλογο, η εντολή σημαίνει: Πρόσεχε μέσα σου, μήπως κάποια επίμονη παράσταση μέσα σου κακού πράγματος μεταβληθεί σε αμαρτία».

Η νήψη σύμφωνα με αυτά έχει δυό γενικά χαρακτηριστικά στοιχεία, ένα στατικό και ένα κινητικό - δυναμικό σε μια αέναη εναλλαγή τους.



2. Επί μέρους χαρακτηριστικά της νήψεως, που εξαίρουν τη σημασία και σπουδαιότητά της

Η νήψη κατά τον Όσιο μας είναι άμεμπτος (αψεγάδιαστη), καθαρά, περιεκτική (τέτοια που περιλαμβάνει μέσα της και άλλες αρετές), υψοποιός (ικανή να ανεβάζει στα ύψη αυτόν που την ασκεί), αγαθή, τερπνή (ευχάριστη),νοητή ηδύτης (πνευματική ευχαρίστηση),καρδιακή γλυκεία ησυχία (γλυκεία ησυχία της καρδιάς),ωραία και πάγκαλος αρετή (πανέμορφη αρετή) θαυμαστή εργασία (αξιοθαύμαστη πνευματική εργασία),αγλαοφανής (λαμπρή), φωτοτόκος (φωτογεννήτρα),αστραπητόκος(αστραπογεννήτρα),φωτοβόλος(τέτοια, που σκορπάει γύρω της φως),πυρφόρος (όλη φωτιά και θέρμη πνευματική),αφάνταστος(ελεύθερη από παραστάσεις και εικόνες της φαντασίας κακές), μακαρία της ψυχής κατάστασις, και όλα αυτά τα χαρακτηριστικά, για να μιλήσουμε σύμφωνα με τη πραγματικότητα γι' αυτήν, την κάνουν να ξεπερνά αναρίθμητες αρετές, που έχουν σωματικό χαρακτήρα, αλλά και πολλές άλλες πειραματικότερου χαρακτήρα αρετές.

3. Η αναγκαιότητα της νήψεως

Πολλές φορές, και με ιδιαίτερη έμφαση κάθε φορά, τονίζει ο άγιος Πατήρ, την αναγκαιότητα της νήψεως για μια σωστή και αληθινή πνευματικότητα. Τονίζει γι' αυτό, ότι

α. Η νήψη είναι τόσο αναγκαία για την πνευματική μας ζωή, όσο αναγκαία είναι για τη σωματική μας ζωή η τροφή και το νερό. «Όπως είναι αδύνατο να ζει κανένας στο κόσμο αυτό χωρίς να φάει και να πιει, έτσι είναι αδύνατο να ζήσει κανένας πνευματικά χωρίς τη φύλαξη του νου και τη καθαρότητα της καρδιάς, με άλλα λόγια χωρίς τη νήψη. Χωρίς αυτή την αρετή δεν μπορεί να πραγματοποιήσει η ψυχή ό,τι πνευματικό και αρεστό στο Θεό ή να ελευθερωθεί από την αμαρτία, που γίνεται με τη σκέψη στο νου, έστω κι αν ασκεί κανένας βία πάνω στον εαυτό του, για να μην αμαρτήσει, από φόβο να μην πάει στη κόλαση».

β. Η νήψη αποτελεί εσωτερική αφετηρία για την ολοτελή και πλήρη εφαρμογή του θείου θελήματος.

«Εβουλήθην το θέλημα σου και τον νόμον σου ποιήσαι εν μέσω της κοιλίας μου», λέει ο προφητάναξ Δαβίδ. (Ψαλμ. 39, 2). Και επεξηγεί ο άγιος:

« Εάν ο άνθρωπος δεν τηρήσει το θέλημα του Θεού και τον Νόμο του μέσα στην καρδιά του, ούτε πρακτικά μπορεί να τον εφαρμόσει» και· «Δεν βγαίνει το υποζύγιο από τον κύκλο του δεμένο στη μυλόπετρα για άλεσμα. Το ίδιο και ο νους. Δεν προχωρεί σε αρετή, που τελειοποιεί, αν δεν διόρθωσει το εσωτερικό του. Και αυτό, γιατί έχει πάντα τυφλά τα εσωτερικά του μάτια. Γι' αυτό και δεν μπορεί να βλέπει την αρετή και τον Ιησού, που αστράφτει από φως».



4. Απόκτηση νήψεως

Η νήψη, όπως και κάθε άλλη αρετή, δεν είναι ούτε πρέπει να αποτελεί αντικείμενο θεωρητικής απασχολήσεως μας. Είναι, παρά το απροσδιόριστο πνευματικό της βάθος, πρακτική αρετή με κατεύθυνση και προς τα μέσα και προς τα έξω. Είναι ανάγκη γι' αυτό να ιδούμε πως θα μπορούσε να γίνει και δικό μας χαρακτηριστικό. Βέβαια δεν πρέπει να αγνοήσουμε την ιδιοτυπία της μοναχικής ζωής, που προσφέρεται για ένα τέτοιον αγώνα. Όμως η νήψη, όπως και κάθε άλλο αντίστοιχο πνευματικό επίτευγμα, δεν αποτελεί και δεν πρέπει να αποτελεί κατόρθωμα μόνο των μοναχών, γιατί ένα είναι το θέλημα του Θεού για όλους μας και μια η πνευματική καρποφορία, που ζητιέται από όλους μας. Ας ιδούμε ποιούς τρόπους, άμεσους και έμμεσους, για την απόκτηση της νήψεως μας συνιστά ο όσιος Ησύχιος.

α. «Πρέπει να γίνεται συχνός έλεγχος και παρακολούθηση της φαντασίας. Και αυτό σημαίνει παρακολούθηση της προσβολής, δηλαδή της εμφανίσεως μιας εικόνας στη φαντασία, γιατί ο σατανάς δεν μπορεί να δημιουργήσει λογισμούς χωρίς τη χρησιμοποίηση της φαντασίας. Με το τρόπο αυτό δείχνει στο νου τέτοιες εικόνες για να εξαπατήσει το νου. Με τον πυκνό όμως έλεγχο βλέπει ο πνευματικός αγωνιστής με διεισδυτικό και έντονο βλέμμα, ώστε να κατανοεί την ποιότητα αυτών, που μπαίνουν στο νου του. Προσπάθησε να ασκείς συνεχώς την αρετή της προσοχής όσο γίνεται πιο πολύ. Αυτή η προσπάθεια είναι αυτό, που λέμε φύλαξη του νου, δηλαδή τήρηση και τελειοποίηση του νου, και επομένως και της γλυκείας ησυχίας και ηρεμίας της καρδιάς».

β. «Σιωπή των σωματικών και πνευματικών χειλέων. Και αυτό σημαίνει να έχει κανένας συνεχώς πολύ σιωπηλή την καρδιά, ήρεμη και ελεύθερη από κάθε λογισμό».

γ. «Να έχει εσωτερικά αδιάλειπτη μνήμη θανάτου». Η μνήμη του θανάτου βοηθάει όχι μόνο στη συναίσθηση της ευτέλειας και παροδικότητάς μας, άλλα και στον αγώνα κατά του εχθρού, γιατί ενισχύει το ταπεινό φρόνημα. «Καλός και χρήσιμος παιδαγωγός και του σώματος και της ψυχής είναι η συνεχής και διαρκής στο νου μνήμη του θανάτου, Με τη μνήμη του θανάτου πετυχαίνει κανένας να βάζει στην άκρη τις φροντίδες και όλες τις ματαιότητες, οπότε γεννιέται μέσα μας η φύλαξη του νου. Η μνήμη του θανάτου περιλαμβάνει μέσα της πολλές αρετές, είναι βρύση συνεχούς ετοιμότητας του πνεύματος στον αγώνα μαζί με διάκριση και νήψη».

δ. «Στο νου μας πραγματοποιείται μια θεϊκή κατάσταση από τη συνεχή μνήμη και επίκληση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Ας έχουμε λοιπόν το έργο αυτό της επικλήσεως κράζοντας με πυρωμένη και ολόθερμη την καρδιά, ώστε να «μεταλαβαίνουμε» κυριολεκτικά το άγιο όνομα του Ιησού».

Όλα αυτά πρέπει να χαρακτηρίζουν μεταξύ των άλλων και τα εξής γνωρίσματα:

1. Η προθυμία, η θερμή προθυμία, η πρόθυμος όδευσις.

2. Η επιστημοσύνη.

3. Η φρόνηση.

4. Η πάση δυνάμει προσπάθεια.

5. Η πολλή ένταση.

6. Η αποφασιστικότητα. « Μόλις καταλάβεις πως μπήκαν στη σκέψη σου κακοί λογισμοί, χωρίς να χάσεις καιρό, αμέσως να προβάλεις τις αντιρρήσεις σου και την αντίθεσή σου σ' αυτούς, να τσακίσεις το κεφάλι του φιδιού».

7. Το ανύστακτο. «Δεν είναι δυνατόν, αδελφοί, να το ρίχνει στον ύπνο, όποιος θέλει να μένει για πάντα απλήγωτος».

8. Η ταπείνωση. «Ας φροντίζουμε να βλέπουμε τις αμαρτίες μας και την προηγούμενη ζωή μας, ώστε να νιώθουμε συντριβή καθώς θα θυμόμαστε τις αμαρτίες μας. Και ταπεινωνόμενοι με το τρόπο αυτό θα έχουμε τη βοήθεια του Ιησού Χριστού σε πόλεμο, που είναι αόρατος.

9. Η συνέχεια. Η νήψη πρέπει να είναι «χρονίζουσα», διαρκής και ακατάπαυστη, χωρίς διακοπές. «Πρέπει να μένουμε διαρκώς με οπλισμένο το νου, γιατί ο εχθρός μας στέκει πάντα έτοιμος για πόλεμο με την παράταξή του. Η συνέχεια δε στη προσοχή και νήψη καταλήγει σε μόνιμη συνήθεια. Έτσι αποκτιέται μια φυσική πυκνότητα νήψεως, γιατί η νήψη είναι αποκρυστάλλωση του λογισμού και στάση του φρουρητική στη πύλη της καρδιάς».

10. Η με επιμέλεια επιδίωξη της νήψεως με τη καλλιέργεια στη ψυχή του θεϊκού έρωτα. «Τότε δεν θα βαδίζουμε πρόθυμα για κάτι άλλο με την καρδιακή ησυχία, παρά από τη γλυκεία ευχαρίστηση και τέρψη της ψυχής και από την απέραντη αγάπη της και για τον εγκάρδιο θείο έρωτά της προς το πρόσωπό Του».



5. Καρποί της νήψεως

Η αξία και η σπουδαιότητα της νήψεως φαίνεται προ πάντων από τους καρπούς και τα επιτεύγματα, που πραγματοποιούνται με την πιστή βίωση της σύμφωνα με τα χαρακτηριστικά της εργασίας για την απόκτησή της, που αναφέρθηκαν πιό πάνω. Πιό συγκεκριμένα ανάμεσα στους άλλους καρπούς της νήψεως θα μπορούσαν να αναφερθούν κάποιοι από αυτούς.

1. Η νήψη γίνεται οδηγός ορθού και θεάρεστου βίου.

«Η νήψη βοηθάει στην εφαρμογή κάθε εντολής του Θεού, που υπάρχει στη Παλαιά και στη Καινή Διαθήκη. Αυτή παρέχει στον άνθρωπο, που θα την αποκτήσει, και κάθε αγαθό της μέλλουσας ζωής. Η νήψη θα σε διδάξει με τη βοήθεια του Θεού αυτά, που δεν ήξερες, και θα σε βοηθήσει να μάθεις, θα σε φωτίσει και θα σε κάνει ικανό να αποκτήσεις πνεύμα μαθητείας για να βάλεις στο νου σου αυτά, που προηγουμένως αδυνατούσες να ξέρεις, επειδή ζούσες και πορευόσουν στο σκοτάδι των παθών και των σκοτεινών έργων, καθώς σε σκέπαζε η άβυσσος της λήθης και της συγχύσεως». «Η νήψη απαλλάσσει με τη βοήθεια του Θεού τελείως από νοήματα των διαφόρων παθών και από πονηρά έργα, γιατί αποτρέπει και απομακρύνει από μας κάθε κακό, π.χ. την πολυλογία, την υβριστική συμπεριφορά και κακολογία, την κατάκριση καθώς και όλο το πλήθος των αισθητών κακών, γιατί ο νους δεν ανέχεται ούτε για λίγο να στερηθεί εξαιτίας τους τη γλυκύτητα, που νιώθει. Προ πάντων όμως, γιατί όποιος φροντίζει με επιμέλεια να τηρεί την καθαρότητα της καρδιάς, θα έχει δάσκαλο του τον νομοθέτη της Χριστό, ο οποίος του μιλεί και του λέει μυστικά το θέλημα του Θεού».

2. Η νήψη ισορροπεί τη ψυχή

«Η νήψη μας διδάσκει να κινούμε ισόρροπα τα τρία μέρη της ψυχής και επίσης να κινούμε σωστά και με κάθε ασφάλεια και τις τέσσερες γενικές αρετές, δηλαδή τη φρόνηση, που αναφέρεται στο θυμικό της ψυχής, τη σοφία, που αναφέρεται στο νοητικό ή νοητικό της ψυχής, τη δικαιοσύνη, που αναφέρεται στο επιθυμητικό της ψυχής και την ανδρεία, που αναφέρεται στις σωματικές αισθήσεις. Τις αρετές αυτές τις αυξάνει κάθε μέρα, εφόσον την έχουμε κάνει κτήμα μας».

Ειδικότερα βοηθά η νήψη:

α. Το θυμικό της ψυχής, «για τη διεξαγωγή μέσω αυτού της εσωτερικής μάχης και για αυτοέλεγχο και αυτομεμψία».

β. Το λογιστικό της ψυχής «για να αποκτήσει το λογικό μέρος της ψυχής τη νήψη και την πνευματική Θεωρία».

γ. Το επιθυμητικό, να κατευθύνει τη βούληση προς την αρετή και το Θεό.

δ. Τις πέντε αισθήσεις. «Η νήψη βοηθάει τις αισθήσεις να κυβερνούνται, για να μη μολύνεται δια μέσου τους ο εσωτερικός άνθρωπος, δηλαδή η καρδιά, και ο εξωτερικός άνθρωπος, δηλαδή το σώμα».

«Ο νους, που δεν αμελεί την κρυφή εσωτερική εργασία και τα υπόλοιπα πνευματικά αγαθά, τα οποία θα επιτύχει με την αδιάκοπη εργασία της προσοχής, θα πετύχει να έχει και τις πέντε αισθήσεις σε κατάσταση τέτοια, που να μην ενεργούν τα εξωτερικά κακά. Έχοντας δηλαδή στραμμένη τη προσοχή του στην αρετή και θέλοντας να εντρυφά και να απολαμβάνει τα καλά νοήματα, δεν ανέχεται να ξεκλέβεται και να παρασύρεται από τους υλικούς και μάταιους λογισμούς δια των αισθήσεων. Αντίθετα, ξέροντας πόσο απατηλοί είναι, τις συγκρατεί συνήθως μέσα του».

Γενικότερα πλεονεκτήματα από τη νήψη.

1. «Οι διάφορες θάλασσες έχουν πολύ νερό. Και η έκταση και το δυνάμωμα της νήψεως και της καταστάσεως του ανθρώπου, που τη βιώνει, και η βαθειά ησυχία, είναι άβυσσος πνευματικών θεωριών εξαίρετων και ανείπωτων, ταπεινώσεως με πλήρη αυτεπίγνωση ευθύτητας και αγάπης».

2. «Η νήψη απλώνει τα κλήματα της μέχρι την άβυσσο των ιερών θεωριών και μέχρι τους ποταμούς τερπνών και θείων μυστηρίων τις παραφυάδες της και ποτίζει δροσίζοντας τον νου, πού επί πολύ χρόνο έχει υποστεί την αρνητική επίδραση πνευματικού καύσωνα».

3. «Όποιος ζει συνεχώς την εσωτερική ζωή και ασχολείται με τα θέματα του εσωτερικού του, ζει με σωφροσύνη, και όχι μόνο, αλλά βιώνει και πνευματικές θεωρίες και ασχολείται με τα θεία, προσεύχεται και νιώθει ευχαρίστηση θεϊκή και πνευματικά και σωματικά. Ακόμη τον γλυκαίνει με το βαθύ αίσθημα κάποιας γλυκύτητας και μακάριας αγαλλιάσεως. Ο άνθρωπος φωτίζεται για να κατανοεί βαθιά πνευματικά μυστήρια από τον ίδιο το Χριστό, στον οποίο είναι κρυμμένοι οι θησαυροί της σοφίας. Και αυτό, γιατί θα νιώσει από την ενέργεια αυτή του Ιησού, ότι το Άγιο Πνεύμα ήρθε στη ψυχή του. Το Άγιο Πνεύμα φωτίζει το νου του ανθρώπου φανερά. Και τον πλουτίζει με θεία γνώση και τον φωτίζει το μακάριο φως της Θεότητος, όταν απαλλαγεί από όλα και ελεύθερος από αυτά μένει ασχημάτιστος και ανεικόνιστος. Και πορεύεται από τη μια βαθμίδα πρακτικής φιλοσοφίας - καθόσον αρνείται τον εαυτό του, σε ανώτερη βαθμίδα, και τον ικανώνει να βιώνει άρρητες πνευματικές αρετές. Ο νους αυτός δεχόμενος μέσα του βάθος πνευματικών εννοιών του απείρου, θα έχει την ευλογία να του φανερωθεί ο Ύψιστος Θεός στο βαθμό, που ο ίδιος αντέχει. Κατάπληκτος ο νους από τέτοιες ευλογίες δοξάζει αγαπητικιά το Θεό, ο οποίος βλέπεται και βλέπει και προσφέρει τη σωτηρία σ' αυτόν που τον βλέπει με αυτό το τρόπο.

Αυτοί, που πετυχαίνουν τη βίωση της νήψεως, αφού αποκτήσουν το δώρο των θείων θεωριών, πλέουν στο καθαρότατο αυτό φώς, το αγγίζουν άρρητα και απερίγραπτα και μαζί με το φώς αυτό ζουν σε κατάσταση μόνιμη, με αυτό ζουν και πολιτεύονται. Γιατί προκόβοντας σε νήψη θα βρουν σ' αυτή την ίδια την επουράνια Ιερουσαλήμ και θα δουν νοερά και καθαρά το Βασιλέα των πνευματικών δυνάμεων του αληθινού Ισραήλ, με άλλα λόγια το Χριστό, μαζί με τον ομοούσιο Γεννήτορα του, τον Ουράνιο Πατέρα, και το προσκυνητό Πανάγιο Πνεύμα».