Κυριακή 23 Ιουνίου 2019

Άκτιστη και κτιστή Εκκλησία Η Εκκλησία ως Σώμα Χριστού και κοινωνία Θεώσεως Τού π. Ιωάννη Ρωμανίδη



Πηγή: "Εμπειρική Δογματική τής Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας κατά τις προφορικές παραδόσεις τού π. Ι. Ρωμανίδη" Τόμος Β΄.  Τού σεβ. Μητρ. Ναυπάκτου και αγ. Βλασίου Ιεροθέου.



Ο Υιός και Λόγος του Θεού με την ενανθρώπησή Του εισήλθε στην ιστορία, η θεία φύση ενώθηκε με την ανθρώπινη φύση στην υπόστασή Του, ατρέπτως, αναλλοιώτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως, και μέσα στο Σώμα Του ενεργείται η σωτηρία του ανθρώπου. Ο άσαρκος Λόγος της Παλαιάς Διαθήκης σαρκούται, «ο Λόγος σαρξ εγένετο και εσκήνωσεν εν ημίν» (Ιωάννης 1: 14).

Η Εκκλησία υπήρχε και πριν την δημιουργία των αγγέλων και των ανθρώπων. Μετά την πτώση του Αδάμ και της Εύας, η Εκκλησία διασώζεται στα πρόσωπα των Πατριαρχών και των δικαίων της Παλαιάς Διαθήκης που έφθασαν μέχρι την όραση του Θεού. Στην Παλαιά Διαθήκη η Εκκλησία ήταν πνευματική, ενώ με την ενανθρώπιση του Χριστού γίνεται σαρκική, Σώμα Χριστού. Κέντρο τώρα της Εκκλησίας είναι αφ' ενός μεν η Θεία Ευχαριστία, κατά την οποία εσθίουμε και πίνουμε το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, αφ’ ετέρου δε όλη η εκκλησιαστική ζωή, ήτοι τα Μυστήρια, η προσευχή, τα δόγματα, η διδασκαλία.

Πτυχές αυτού του μυστηρίου της Εκκλησίας, ως Σώματος του Χριστού και ως κοινωνίας Θεώσεως, θα εντοπισθούν στην συνέχεια.

Η Εκκλησία είναι ένα μυστήριο και μόνον έτσι μπορεί να την προσεγγίσει κανείς. Δεν είναι μια ανθρώπινη οργάνωση, αλλά ο θεανθρώπινος οργανισμός. Εμείς γνωρίζουμε την Εκκλησία, κατά την διδασκαλία του Αποστόλου Παύλου, ως Σώμα Χριστού. Πέρα όμως από αυτό η Εκκλησία είναι η άκτιστη δόξα και Βασιλεία, όπου κατοικεί ο Θεός και καλούνται να κατοικήσουν μέσα σε αυτήν και οι φίλοι Του. Έτσι, η Εκκλησία είναι άκτιστη και κτιστή, η οποία όμως κτιστότητα δέχεται την άκτιστη Χάρη του Θεού.

Κατ’ αρχάς, η Εκκλησία είναι η άκτιστη δόξα του Θεού.

«Και προ της δημιουργίας υπήρχε η Εκκλησία η άκτιστη, ως κεκρυμμένη εν Θεώ βασιλεία και δόξα, στην οποία κατοικεί ο Θεός με τον Λόγο και το Άγιον Πνεύμα».

Στην περίπτωση αυτή η Εκκλησία είναι άκτιστη, δηλαδή είναι η άκτιστη δόξα του Τριαδικού Θεού, η άνω Ιερουσαλήμ, ως μητέρα πάντων ημών (Γαλ. δ', 26). Γι' αυτό και το πολίτευμά μας «εν ουρανοίς υπάρχει» (Φιλιππισίους γ΄, 20) και, επομένως, όπως η Βασιλεία του Θεού, έτσι και η Εκκλησία «ουκ εστίν εκ του κόσμον τούτου» (Ιωάννης ιη', 36). Στην συνέχεια, δια τής ακτίστου αυτής δόξης του Τριαδικού Θεού, δημιουργήθηκε ο κόσμος, στον οποίο φανερώνεται η εν ουρανοίς άκτιστη Εκκλησία.

«Δια του βουλεύματος του Θεού εκτίσθησαν οι αιώνες και οι εν αυτοίς ουράνιες δυνάμεις και οι ασώματοι νόες ή άγγελοι, και στην συνέχεια ο χρόνος και ο εν αυτώ κόσμος, στον οποίο δημιουργήθηκε και ο άνθρωπος, συνδέοντας στον εαυτό του την νοερά ενέργεια των αγγέλων, με τον λόγο και το ανθρώπινο σώμα».

Ο Αδάμ και η Εύα στον Παράδεισο, προ της πτώσεως, όπως είδαμε προηγουμένως, ζούσαν μέσα σε αυτήν την άκτιστη Βασιλεία του Τριαδικού Θεού, Εκκλησία. Όμως, μετά την πτώση τους έχασαν την μέθεξη της Βασιλείας του Θεού, οπότε η Εκκλησία διασώζεται στους δικαίους και Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης, αλλά αυτοί, συγχρόνως, βρίσκονται κάτω από την κυριαρχία του θανάτου.

Η ενανθρώπιση του Χριστού φανέρωσε αυτήν την άκτιστη Εκκλησία στο τεθεωμένο Σώμα του Χριστού, το οποίο καθίσταται πηγή τής ακτίστου Χάριτος και ενεργείας του Θεού. Αυτό φαίνεται, όπως θα δούμε πιο κάτω, από το γεγονός ότι, όπως η άκτιστη Χάρη του Θεού «μερίζεται αμερίστως εν μεριστοίς» και «πολλαπλασιάζεται απολλαπλασιάστως εν πολλοίς», το ίδιο γίνεται και με το Σώμα του Χριστού στο Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας.

Πάντως, όσοι ζουν μέσα στην άκτιστη Εκκλησία, που τώρα φανερώνεται τελειότερα στην σάρκα του Χριστού, αγιάζονται, μετέχοντας στην άκτιστη Χάρη του Θεού, και μεταβαίνουν στην άκτιστη Βασιλεία του Θεού, τον Παράδεισο, την ουράνια Εκκλησία, την άκτιστη δόξα της Αγίας Τριάδος. Με αυτές τις προϋποθέσεις λέμε ότι η Εκκλησία είναι η Βασιλεία του Θεού· δεν πρόκειται για μια κτιστή πραγματικότητα, αλλά για άκτιστη δόξα.

Επομένως, η Εκκλησία είναι άκτιστη και κτιστή, επειδή είναι η άκτιστη δόξα και η ανθρώπινη κτιστή φύση που προσέλαβε ο Χριστός, αλλά και αυτή η κτιστή ανθρώπινη φύση, που προσέλαβε ο Χριστός και θέωσε, μετέχει τής ακτίστου Χάριτος της θείας φύσεως δυνάμει της υποστατικής ενώσεως θείας και ανθρώπινης φύσεως στην υπόστασή Του, και γίνεται και αυτή πηγή τής ακτίστου Χάριτος. Και όσοι συνδέονται με τον Χριστό γίνονται μέτοχοι τής ακτίστου δόξης του Θεού και θεώνονται κατά Χάρη, οπότε γίνονται άναρχοι και άκτιστοι κατά Χάρη. Αυτό γίνεται με το Μυστήριο της Πεντηκοστής.

E. ΠΕΡΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ, ΣΩΤΗΡΙΑΣ, ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ 7. Εκκλησιολογία


 
    Το πρόσωπο δεν περιορίζεται από μία φύση
    Η θέωση της ανθρώπινης φύσης δια της πρόσληψής της
    Αντίδοση ιδιωμάτων
    Η πρόσληψη προσώπων της Εκκλησίας στην έννοια "Χριστός"
    Η ταυτότητα της Εκκλησίας
    Ποιος προσεύχεται "εν Εκκλησία" και σε Ποιον;
    Η διακριτή συμμετοχή των Θείων Προσώπων στη Θεία Λειτουργία
    Σχέση και διάσταση "προσφέροντος" Έπισκόπου, και Χριστού
    Ο προσφέρων και οι παραλήπτες
    Εκκλησιαστικοποίησις των εν τη Θεία Λειτουργία υπαρχόντων
    Η Εκκλησία ως κοινότητα


Κάναμε αναφορά στο κάπως δύσκολο θέμα, στο οποίο σκοντάφτουν όλοι με το δόγμα της Χαλκηδόνος, Πώς δηλαδή είναι δυνατόν να είναι τέλειος ο Χριστός χωρίς να έχει τέλειο πρόσωπο. Και αυτό προσπάθησα την προηγούμενη φορά να σας αναλύσω, λέγοντας τι είναι πρόσωπο, και πώς το πρόσωπο μπορεί να υπάρχει χωρίς να ταυτίζεται, να εξαντλείται σε μια φύση. Δηλαδή το να λέμε ότι, επειδή έχει ανθρώπινη φύση τέλεια ο Χριστός, πρέπει να έχει και πρόσωπο ανθρώπου, σημαίνει ότι υποτάσσουμε το πρόσωπο στην φύση και λέμε ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρξει φύση χωρίς να έχει δικό της πρόσωπο. Αλλά η φύση δεν έχει ποτέ δικό της πρόσωπο. Η φύση υποστασιάζεται σ' ένα πρόσωπο, υποστασιάζεται από το πρόσωπο, και επομένως ένα πρόσωπο μπορεί να υποστασιάσει περισσότερες από τη μία φύσεις. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι αυτό συμβαίνει και με τα ανθρώπινα πρόσωπα, όπου ένα ανθρώπινο πρόσωπο δεν έχει μόνο την ανθρώπινη φύση. Σάς φαίνεται παράξενο αυτό, αλλά έχουμε και τη φύση των ζώων σε μεγάλο βαθμό. Είμαστε μέτοχοι της φύσεως, και της μη εμβίου φύσεως, της αψύχου φύσεως.

Το "είναι" τής Εκκλησίας και η "οντολογία τής σχέσεως" Τού μακ. Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ιερωνύμου Β΄




Πηγή: Απόσπασμα τού προλόγου τού μακ. Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ιερωνύμου Β΄ στο Ιεραποστολικό βιβλίο τού Μακ. Αρχιεπισκόπου Τιράνων και πάσης Αλβανίας Αναστασίου: "Έως εσχάτου τής γης" σελ. 11,12.



Η σχέση είναι ένας τρόπος να ζεις κατά τον οποίο ο ένας αντλεί την υπόστασή του από τον άλλο. Σ' αυτή την περίπτωση η ταυτότητα τών όντων δεν πηγάζει από τον εαυτό τους, αλλά απ' έξω, εκτός τού εαυτού τους. Ή δηλαδή θα αυτο-προσδιορίζονται ή θα ετερο-προσδιορίζονται τα όντα.

Στην περίπτωση που ένα ον αντλεί την ταυτότητά του, το "είναι του", από τον εαυτό του, σημαίνει ότι δεν χρειάζεται κάτι εκτός τής υπάρξεώς του. Οπότε το συγκεκριμένο ον υποτιμά τον έτερο είτε με την εσωστρέφεια είτε με επέκταση σε βάρος άλλου.

Εάν όμως ένα ον αντλεί το "είναι του" από ένα άλλο ον, τότε αναφερόμαστε στην οντολογία τής σχέσεως. Εδώ το "είναι", η ύπαρξη, είναι αποτέλεσμα ενός άλλου που με βεβαιώνει ως έτερο. Η σχέση είναι ο μόνος τρόπος να αποφύγεις τη διαίρεση ή την επέκταση, συγχώνευση. Η σχέση ταυτίζεται πάντοτε με την αγάπη και την ελευθερία, που για την Εκκλησία δεν είναι μια ιδέα, αλλά ένας τρόπος να ζεις και να υπάρχεις, όπως προτυπώνεται στο πρόσωπο τού Χριστού. Ο Χριστός είναι το κέντρο, η κεφαλή. Για τούτο, όπως θα σημειώσει ο Μακαριώτατος στη σελίδα 347 τού παρόντος τόμου, ο ιεραπόστολος "είναι απεσταλμένος τού Ιησού Χριστού δια θελήματος Θεού. Αυτό που έχει σημασία δεν είναι τι θα πει και τι θα πράξει ο ίδιος (ο ιεραπόστολος), αλλά τι θα πει και θα ενεργήσει ο Κύριος δι' αυτού".

E. ΠΕΡΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ, ΣΩΤΗΡΙΑΣ, ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ 7. Εκκλησιολογία


 

    Το πρόσωπο δεν περιορίζεται από μία φύση
    Η θέωση της ανθρώπινης φύσης δια της πρόσληψής της
    Αντίδοση ιδιωμάτων
    Η πρόσληψη προσώπων της Εκκλησίας στην έννοια "Χριστός"
    Η ταυτότητα της Εκκλησίας
    Ποιος προσεύχεται "εν Εκκλησία" και σε Ποιον;
    Η διακριτή συμμετοχή των Θείων Προσώπων στη Θεία Λειτουργία
    Σχέση και διάσταση "προσφέροντος" Έπισκόπου, και Χριστού
    Ο προσφέρων και οι παραλήπτες
    Εκκλησιαστικοποίησις των εν τη Θεία Λειτουργία υπαρχόντων
    Η Εκκλησία ως κοινότητα


Κάναμε αναφορά στο κάπως δύσκολο θέμα, στο οποίο σκοντάφτουν όλοι με το δόγμα της Χαλκηδόνος, Πώς δηλαδή είναι δυνατόν να είναι τέλειος ο Χριστός χωρίς να έχει τέλειο πρόσωπο. Και αυτό προσπάθησα την προηγούμενη φορά να σας αναλύσω, λέγοντας τι είναι πρόσωπο, και πώς το πρόσωπο μπορεί να υπάρχει χωρίς να ταυτίζεται, να εξαντλείται σε μια φύση. Δηλαδή το να λέμε ότι, επειδή έχει ανθρώπινη φύση τέλεια ο Χριστός, πρέπει να έχει και πρόσωπο ανθρώπου, σημαίνει ότι υποτάσσουμε το πρόσωπο στην φύση και λέμε ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρξει φύση χωρίς να έχει δικό της πρόσωπο. Αλλά η φύση δεν έχει ποτέ δικό της πρόσωπο. Η φύση υποστασιάζεται σ' ένα πρόσωπο, υποστασιάζεται από το πρόσωπο, και επομένως ένα πρόσωπο μπορεί να υποστασιάσει περισσότερες από τη μία φύσεις. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι αυτό συμβαίνει και με τα ανθρώπινα πρόσωπα, όπου ένα ανθρώπινο πρόσωπο δεν έχει μόνο την ανθρώπινη φύση. Σάς φαίνεται παράξενο αυτό, αλλά έχουμε και τη φύση των ζώων σε μεγάλο βαθμό. Είμαστε μέτοχοι της φύσεως, και της μη εμβίου φύσεως, της αψύχου φύσεως.

Η φύση λοιπόν δεν είναι αυτή που καθορίζει το πρόσωπο. Το πρόσωπο προσλαμβάνει την φύση. Συνεπώς το πρόσωπο του Υιού του Θεού, το οποίο έχει υποστασιάσει αιώνια την θεία φύση, προσλαμβάνει πλέον και υποστασιάζει και την ανθρώπινη φύση. Με τον τρόπο αυτόν η ανθρώπινη φύση, όχι μόνο δεν υποτιμάται, δεν μειώνεται, αλλά ανυψώνεται στην προσωπική κατάσταση, που έχει η θεία φύση. Ανυψώνεται δηλαδή στην κατάσταση του Θεού, και συνεπώς θεούται. Θεούται λοιπόν η ανθρώπινη φύση στον Χριστό όχι για άλλον λόγο αλλά διότι δεν έχει δική της υπόσταση. Αν δεν αποκτούσε δική της υπόσταση, δεν θα μπορούσε να θεωθεί. Άρα έχουμε ανθρωπολογικό μαξιμαλισμό και όχι μινιμαλισμό. Δεν υποτιμούμε τον άνθρωπο. Εκείνο που μας δυσκολεύει στην Χριστολογία να καταλάβουμε αυτό το μυστήριο των δύο φύσεων και του ενός προσώπου είναι η προϋπόθεση που έχουμε, α) ότι η φύση πρέπει να έχει και το δικό της πρόσωπο, όπως σας είπα, πράγμα το οποίο δεν είναι σωστό, και β) μια άλλη προϋπόθεση που έχουμε, ότι ο άνθρωπος, η ανθρώπινη φύση, έχει μια αυτονομία, την οποία δεν μπορεί να την ξεπεράσει. Είναι η δυτική αντίληψη για το φυσικό και το υπερφυσικό, που ξεχωρίζει αυτά τα δύο επίπεδα σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μην μπορούμε να τα ενώσουμε. Βεβαίως το κτιστό και το άκτιστο ποτέ δεν μπορούν να υπερβούν τα όριά τους και το μεν άκτιστο να γίνει κτιστό, το δε κτιστό να γίνει άκτιστο, και συνεπώς η θέωση της ανθρώπινης φύσης, που γίνεται στον Χριστό, δεν σημαίνει ότι παύει να είναι ανθρώπινη και γίνεται θεία φύση. Αυτό είναι μια σοβαρή λεπτομέρεια. Ούτε η θεία φύση λόγω της υποστατικής ενώσεως γίνεται ανθρώπινη φύση. Κάθε φύση διατηρεί τα φυσικά χαρακτηριστικά της, αλλά ενούμενες οι δύο φύσεις στο ίδιο πρόσωπο, χωρίς να παύσουν, χωρίς να αλλάξουν από την άποψη της φύσεως, της ουσίας, αποκτούν η μια τα ιδιώματα της άλλης, και είναι αυτό που λέμε αντίδοσις ιδιωμάτων.

Θρησκεία ή Βασιλεία; Πηγή: Ιστοσελίδα "Φιλόλογος"



http://www.philologus.gr/2008-08-02-10-20-04/37/7

Πολλοί λέγουν ότι ο Χριστιανισμός είναι μία εκ των θρησκειών· άλλοι ότι είναι η καλλιτέρα εκ των θρησκειών· και άλλοι ότι είναι η μόνη θρησκεία. Τίποτε εξ όλων αυτών δεν αληθεύει. Ο Χριστιανισμός δεν είναι απλώς θρησκεία· είναι θρησκεία μόνον εις μίαν πτυχήν του.

Εις την Γραφήν ουδέποτε ο Χριστιανισμός ονομάζεται θρησκεία, παρ όλον ότι και αυτός αναφέρεται πλειστάκις με ποικίλα άλλα ονόματα, και η λέξις θρησκεία χρησιμοποιείται κατ επανάληψιν με διάφορον έννοιαν. Αλλά τι εσήμαινεν εις τους χρόνους των αποστόλων η λέξις αυτή ; τόσον κατά την κλασσικήν αρχαιότητα όσον και κατά την ελληνιστικήν εποχήν, εις την οποίαν έζησαν ο Κύριος και οι απόστολοι, θρησκεία ελέγετο η ιεροπραξία· δια τούτο, και όταν ακόμη επρόκειτο περί μιας θρησκείας, εχρησιμοποιείτο ο πληθυντικός θρησκείαι, δηλαδή σειρά ιεροπραξιών ενός θρησκεύματος. Η Καινή Διαθήκη ονομάζει θρησκείαν την ιουδαϊκήν θρησκείαν με τον μωσαϊκόν νόμον (Πρξ 26,5) και την ανορθόδοξον λατρείαν των αγγέλων από μερικούς αιρετικούς (Κλ 2,18)· ομιλεί δε άπαξ και περί θρησκείας εντός του Χριστιανισμού, αλλά δεν εννοεί ακριβώς τον Χριστιανισμόν. Συγκεκριμένως ο Ιάκωβος λέγει, ότι Θρησκεία καθαρά και αμίαντος παρά τω θεώ και πατρί αύτη εστίν, επισκέπτεσθαι ορφανούς και χήρας εν τη θλίψει αυτών, άσπιλον εαυτόν τηρείν από του κόσμου (Ια 1,27). Λέγει δηλαδή θρησκείαν εδώ ο Ιάκωβος την λατρείαν, την οποίαν μάλιστα εννοεί κατά τρόπον εντελώς λογικόν και πνευματικόν, διότι την καθορίζει ως ελεημοσύνην και αγνότητα. Τα δύο αυτά βεβαίως δεν είναι ούτε το άπαν του Χριστιανισμού ούτε καν το ήμισυ.

Όλα τα θρησκεύματα και η προ Χριστού αληθινή θρησκεία των Εβραίων λέγονται θρησκείαι πλήν του Χριστιανισμού. Και τούτο, διότι των μεν άλλων θρησκειών η όλη ουσία ήτο η λατρεία· τα μέλη αυτών ηδύναντο να είναι αισχροί, άδικοι, φονείς, και να θρησκεύουν, χωρίς να τους ελέγχη η θρησκεία των. Μόνον εις την ισραηλιτικήν θρησκείαν πλήν της λατρείας ο θεός επέβαλε την μονοθείαν και την αποχήν από την αδικίαν και την πορνείαν, και έτσι η θρησκεία εκείνη είχε και κάτι πέραν της θρησκείας. Ο Χριστιανισμός δεν είναι μόνον θρησκεία. Αλλά τότε τι είναι ; χρειάζονται πολλαί έννοιαι και πολλά ονόματα, δια να εκφρασθή τι είναι ο Χριστιανισμός. Ας ερευνήσωμεν την Γραφήν και ας ίδωμεν εκεί πως τον ωνόμαζον αυτοί που τον ίδρυσαν και τον εκήρυξαν πρώτοι.

Είναι βασιλεία. Όταν ο Χριστός ήρχισε το κήρυγμά του, το πρώτον που εκήρυξεν είναι ότι Ηγγικεν η βασιλεία των ουρανών (Μθ 4,17)· και εις τους μαθητάς του εδίδαξε να προσεύχωνται Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς. . . Ελθέτω η βασιλεία σου (Μθ 6,10). Ενώπιον του Πιλάτου, του ανωτάτου άρχοντος της Παλαιστίνης, εδήλωσεν ότι είναι βασιλεύς, προσέθεσε δε ότι Η βασιλεία η εμή ουκ έστιν εκ του κόσμου τούτου (Ιω 18,36). Ο Παύλος ονομάζει τον Χριστιανισμόν βασιλείαν του Χριστού (Εφ 5,5). Το δε όνομα Χριστιανοί είναι δηλωτικόν πολιτικής μερίδος, όπως δηλαδή θα ελέγομεν σήμερον «Τρικουπικοί» η «Βενιζελικοί»· μόνον ότι εδώ πρόκειται περί πνευματικής πολιτείας και πνευματικού κόμματος, όχι εγκοσμίου. Είναι λοιπόν ο Χριστιανισμός βασιλεία, βασίλειον, κράτος πνευματικόν· κράτος με βασιλέα τον Ιησούν Χριστόν.

Αρίστη δε έκφρασις της βασιλείας είναι η εκκλησία, το άλλο όνομα του Χριστιανισμού. Δεν χρειάζεται να αναφέρωμεν πόσας φοράς τον ονομάζουν εκκλησίαν ο ιδρυτής Χριστός και οι κήρυκές του. Αναγκαιότερον είναι να διευκρινήσωμεν τι εσήμαινεν η λέξις εκκλησία, όταν εχρησιμοποιήθη δια πρώτην φοράν ως όνομα του Χριστιανισμού. Εκκλησία ελέγετο τότε η γενική συνέλευσις του λαού, κατά την οποίαν ούτος δεικνύει ότι είναι ο ανώτατος εξουσιαστής του κράτους και κάνει χρήσιν της εξουσίας του διενεργών εκλογάς η οιανδήποτε άλλην πολιτικήν πράξιν. Και πάλιν η έννοια του κράτους. Η εκκλησία είναι οργανισμός και ενότης, όπου κάθε πιστός έχει την θέσιν του και τον ρόλον του όπως τα μέλη του σώματος. Ο Χριστός ήλθεν εις την γην όχι δια να κάνη καλούς άνθρώπους και Χριστιανούς, αλλά δια να ιδρύση την εκκλησίαν του, το σώμα του.

Είναι ο Χριστιανισμός στρατεία, δηλαδή στρατιωτική οργάνωσις και επιχείρησις. Άλλοτε ο Παύλος ομιλεί δια τα όπλα της στρατείας ημών (Β΄ Κο 10,4) και άλλοτε παραγγέλλει εις τον Τιμόθεον, ίνα στρατεύηται την καλήν στρατείαν (Α΄ Τι 1,18). Η μεν εκκλησία εκφράζει την πολιτικήν όψιν της βασιλείας και την ειρηνικήν δράσιν, η δε στρατεία την στρατιωτικήν όψιν και την πολεμικήν δράσιν και ζωήν του Χριστιανισμού. Εις το ένα εξυπακούονται η άσκησις της εξουσίας και αι αποφάσεις, εις το άλλο ο αγών και η κατακτητική τάσις. Και τα δύο εκφράζονται με την ονομασίαν στρατευομένη εκκλησία.

Περί Εκκλησίας Γέροντος Πορφυρίου Καυσοκαλυβίτη



Πηγή: Γ. Πορφυρίου, "Βιος και Λόγοι" εκδ. Ι. Μονή Χρυσοπηγής Χανίων.


«...Η Εκκλησία είναι καθίδρυμα άναρχο, ατελεύτητο, αιώνιο, όπως ο ιδρυτής της, ο Τριαδικός Θεός, είναι άναρχος, ατελεύτητος, αιώνιος. Η Εκκλησία είναι άκτιστη, όπως και ο Θεός είναι άκτιστος. Υπήρχε προ των αιώνων, προ των αγγέλων, προ της δημιουργίας του κόσμου. «Προ καταβολής κόσμου» (Εφ. 1, 4), λέει ο Απόστολος Παύλος. Είναι θείο καθίδρυμα και σ’ αυτή «εν αυτώ κατοικεί παν το πλήρωμα της θεότητος» (Κολ. 2, 9). (Σημείωση ΟΟΔΕ: Εφ' όσον στον Χριστό κατοικεί "παν το πλήρωμα", και ο Χριστός είναι η κεφαλή της Εκκλησίας, το χωρίο αυτό εφαρμόζεται κατ' ανάγκην στην Εκκλησία).  Είναι έκφραση της ποικιλόμορφης σοφίας του Θεού. Είναι το μυστήριο των μυστηρίων. Υπήρξε αφανέρωτο και εφανερώθη «επ' εσχάτων των χρόνων» (Α΄ Πετρ. 1, 20). Η Εκκλησία παραμένει απαρασάλευτη, γιατί είναι ριζωμένη στην αγάπη και στη σοφή πρόνοια του Θεού.

 Την αιώνια Εκκλησία αποτελούν τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος. Στη σκέψη και στην αγάπη του Τριαδικού Θεού υπήρχαν απ’ αρχής και οι άγγελοι και οι άνθρωποι. Εμείς οι άνθρωποι δεν γεννηθήκαμε τώρα. Μέσα στην παντογνωσία του Θεού υπήρχαμε προ των αιώνων. Η αγάπη του Θεού μας έπλασε κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσίν Του. Μας συμπεριέλαβε στην Εκκλησία παρ’ ότι εγνώριζε την αποστασία μας. Μας έδωσε τα πάντα, για να μας κάνει κι εμάς Θεούς κατά χάριν και δωρεάν. Εν τούτοις εμείς, κάνοντας κακή χρήση της ελευθερίας μας, χάσαμε το αρχέγονο κάλλος, την αρχέγονη δικαιοσύνη και αποκοπήκαμε από την Αγία Τριάδα, χάσαμε τον Παράδεισο, το παν. Έξω, όμως, από την Εκκλησία δεν υπάρχει σωτηρία, δεν υπάρχει ζωή. Γι’ αυτό η σπλαχνική καρδιά του Θεού – Πατέρα μας δε μας άφησε έξω από την αγάπη Του. Άνοιξε για μας πάλι τις πύλες του Παραδείσου, επ’ εσχάτων των χρόνων και εφανερώθη εν σαρκί.

Με τη θεία σάρκωση του μονογενούς Υιού του θεού φανερώθηκε πάλι στους ανθρώπους το προαιώνιο σχέδιο του Θεού για τη σωτηρία του ανθρώπου. Λέει ο Απόστολος Παύλος στον Τιμόθεο: «και ομολογουμένως μέγα εστί το της ευσεβείας μυστήριον· ος εφανερώθη εν σαρκί, εδικαιώθη εν Πνεύματι, ώφθη αγγέλοις, εκηρύχθη εν έθνεσιν, επιστεύθη εν κόσμω, ανελήφθη εν δόξη» (Α΄ Τιμ. 3, 16). Τα λόγια του αποστόλου Παύλου είναι λόγια πυκνά σε νοήματα, θεία λόγια, ουράνια!


Ο Θεός εν τη απείρω αγάπη Του μας ένωσε πάλι με την Εκκλησία Του στο πρόσωπο του Χριστού. Μπαίνοντας στην άκτιστη Εκκλησία, ερχόμαστε στον Χριστό, μπαίνουμε στο άκτιστο. Καλούμαστε δηλαδή κι εμείς οι πιστοί να γίνουμε άκτιστοι, να γίνουμε μέτοχοι των θείων ενεργειών του Θεού, να μπούμε μέσα στο μυστήριο της θεότητος, να ξεπεράσουμε το κοσμικό μας φρόνημα, να αποθάνουμε κατά «τον παλαιόν άνθρωπον» και να γίνουμε ένθεοι. Όταν ζούμε στην Εκκλησία, ζούμε τον Χριστό. Αυτό είναι πολύ λεπτό θέμα, δεν μπορούμε να το καταλάβουμε. Μόνο το Άγιο Πνεύμα μπορεί να μας το διδάξει...».

Περί Εκκλησίας Του Πρωτοπρεσβυτέρου Ιωάννου Ρωμανίδου


 
Πηγή: Από τις πολυγραφημένες φοιτητικές σημειώσεις της Δογματικής κατά τις παραδόσεις του καθηγητού π. Ιωάν. Ρωμανίδου, Θεσ/νίκη 1972.
Μία συνοπτική αλλά περιεκτική παρουσίαση βασικών θεμάτων περί Εκκλησίας, από τον π. Ιωάννη Ρωμανίδη.
Η Εκκλησία είναι το σώμα του Χριστού, το οποίον αποτελείται από όλους τους εις Χριστόν πιστούς, τους μετέχοντας εις την πρώτην ανάστασιν και τους έχοντας τον αρραβώνα του Πνεύματος ή και προγεύοντας την θέωσιν. Και προ της δημιουργίας υπήρχεν η Εκκλησία η άκτιστος, ως κεκρυμμένη εν τω Θεώ βασιλεία και δόξα εν ή κατοικεί ο Θεός μετά του Λόγου και του Πνεύματος Αυτού. Δια βουλεύματος του Θεού εκτίσθησαν οι αιώνες και αι εν αυτοίς ουράνιαι δυνάμεις και οι ασώματοι νόες ή άγγελοι και εν συνεχεία ο χρόνος και ο εν αυτώ κόσμος εν ώ εδημιουργήθη και ο άνθρωπος συνδέων εν εαυτώ την νοεράν ενέργειαν των αγγέλων μετά του λόγου και του ανθρωπίνου σώματος.
Η Εκκλησία είναι αόρατος και ορατή, ήτοι αποτελείται από τους επί γης στρατευόμενους και από τους εν ουρανοίς, δηλ. την δόξαν του Θεού θριαμβεύσαντας.
Εις τους διαμαρτυρόμενους επικρατεί η γνώμη ότι η Εκκλησία είναι μόνον αόρατος, τα δε μυστήρια του βαπτίσματος και της θείας ευχαριστίας είναι μόνον συμβολικαί πράξεις και ότι μόνον ο Θεός γνωρίζει τα πραγματικά μέλη αυτής. Εν αντιθέσει, η Ορθόδοξος Εκκλησία τονίζει και το ορατόν της Εκκλησίας. Εκτός της Εκκλησίας δεν υπάρχει σωτηρία.
Η Εκκλησία ως σώμα Χριστού είναι το κατοικητήριον της ακτίστου δόξης του Θεού. Τον Χριστόν δεν δυνάμεθα να τον ξεχωρίσωμεν από την Εκκλησίαν αλλά ούτε και την Εκκλησίαν από τον Χριστόν. Εις τον Παπισμόν και Προτεσταντισμόν γίνεται σαφής διάκρισις μεταξύ σώματος του Χριστού και της Εκκλησίας. Δύναται δηλ. κανείς να μετέχη του σώματος του Χριστού χωρίς να είναι μέλος της Παπικής εκκλησίας. Τούτο δια την Ορθόδοξον είναι αδύνατον.