Δευτέρα 22 Ιουνίου 2015

Η οντολογία του προσώπου. Κοινωνία και ετερότητα



Η οντολογία του προσώπου. Κοινωνία και ετερότητα

Το συγκεχυμένο αυτό πλαίσιο αλλάζει ριζικά με τη συμβολή και τη σύνθεση των Ελλήνων Πατέρων και ιδιαίτερα των Καππαδοκών θεολόγων, τόσο στο πεδίο της ορολογίας όσο και σε εκείνο του υπαρκτικού νοήματος που προσδίδουν στις θεολογικές και φιλοσοφικές έννοιες. Οι όροι «ουσία» και «υπόστασις», συνώνυμοι μέχρι τότε στην ελληνική σκέψη, διαχωρίζονται καθοριστικά. Συνάμα, η υπόσταση ταυτίζεται   με   τον   όρο   «πρόσωπον».   Ένας   όρος   με   σαφέστατο   οντολογικό περιεχόμενο ταυτίζεται με έναν όρο  ρευστό και εξ άπαντος δίχως κανένα οντολογικό περιεχόμενο. Η έννοια του προσώπου, με γενεαλογικές ρίζες που προέρχονταν από την αρχαία οπτική, τη γραμματική, τη ρητορική και το θέατρο, συνδέεται έτσι για πρώτη φορά με την υπόσταση, για να εκφράσει με οντολογικό και σταθερό τρόπο την ιδιαίτερη προσωπική ύπαρξη και ταυτότητα του Θεού. Ο Θεός είναι τρία πρόσωπα- υποστάσεις ως τρία ιδιαίτερα όντα ή υπάρξεις και όχι προσωπεία ή τροπικές εκδοχές της ουσίας ή ακόμη κάποιο επίθεμα του όντος, δίχως πραγματικό και συγκεκριμένο περιεχόμενο.  Κατά  συνέπεια,  ο  λατινικός  όρος  substantia  αποδίδεται  με  τον  όρο ουσία ή φύση και όχι πλέον με τον όρο υπόσταση. Ο Θεός είναι ένας ως προς την ουσία και Τριαδικός ως προς τα πρόσωπα ή τις υποστάσεις του. Η ουσία σημαίνει την ενότητα του Θεού ενώ η υπόσταση ή το πρόσωπο δηλώνει την ιδιαίτερη ύπαρξη και ετερότητα.


Ωστόσο, σε μία τέτοια αντίληψη, η πολλαπλότητα δεν συγκρούεται με την ενότητα; Πώς είναι δυνατό να ερμηνευθεί το παράδοξο για τη λογική μυστήριο της Αγίας Τριάδος, δίχως να εισάγεται η τριθεΐα; Προϋπάρχει η ουσία ως πρωταρχικό οντολογικό κατηγόρημα στον Θεό και κατόπιν αναδύονται τα πρόσωπα; Τελικά, τί μπορούμε   να   γνωρίζουμε   για   την   ύπαρξη   του   Τριαδικού   Θεού   και   πως
νοηματοδοτείται ο όρος «πρόσωπον», ώστε να αφορά όχι απλώς μια ψιλή περί Θεού γνώση αλλά, κυρίως και κατ’ εξοχήν, να προσφέρει συγκεκριμένες εμπειρικές και υπαρκτικές δυνατότητες στην ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη;
Καινοτομώντας, πράγματι, τα ονόματα οι Καππαδόκες Πατέρες, τονίζουν ότι η ουσία δεν υπάρχει γυμνή ή ανυπόστατη αλλά  υφίσταται πάντα σε πραγματικές και συγκεκριμένες υποστάσεις. Ως τρόπος υπάρξεως το πρόσωπο δεν επέχει κάποια δευτερεύουσα μετά την ουσία θέση. Η τελευταία, δεν αποτελεί από μόνη της το πρωταρχικό αίτιο της ύπαρξης του Θεού, δεν συνιστά την αιτία του προσωπικού Τριαδικού τρόπου υπάρξεώς του, δεν παράγει αυτόματα και απρόσωπα την Τριαδική ζωή σαν να ήταν καρπογόνος από μια φυσική της ιδιότητα ή ανάγκη. Μια τέτοια αντίληψη θα σήμαινε επιστροφή στην αρχαιοελληνική οντολογία και στο μονισμό της ουσίας. Με άλλα λόγια, ο ένας Θεός δεν είναι η μία ουσία, καθόσον αυτή δεν νοείται ανυπόστατη, γενικά και αόριστα, αλλά πάντοτε εν προσώπω. Με δεδομένη την ισορροπία φύσεως και προσώπου, το είναι του Θεού, η Τριαδική ύπαρξη και ζωή του, έχει ως αιτία το πρόσωπο του έχοντος ουσία Πατρός. Η ομοούσια προσωπική ετερότητα του Υιού και του Πνεύματος προέρχεται εξ αιτίας του Πατρός. Η προσωπική ετερότητα στον Τριαδικό Θεό δεν είναι αποτέλεσμα μιας αθέλητης και αναγκαστικής φυσικής απορροής, σαν το ξεχείλισμα του (νέο)πλατωνικού κρατήρα της θεότητας που επεκτείνεται στην πολλαπλότητα των υποστάσεών και των κατώτερων βαθμίδων της ύπαρξης. Η φύση του Θεού είναι ομοουσίως Τριαδική. Η ύπαρξη  του  Υιού  και  του  Πνεύματος  δεν  είναι  κάποια  ακούσια  πρόοδος  ή διαπλάτυνση της ουσίας. Ο Πατήρ, όπως ακριβώς συνιστά ελεύθερα την αιτία και της δικής του ύπαρξης, έτσι ελεύθερα προβαίνει στη διάκριση των άλλων δύο υποστάσεων. Το πρόσωπο στη σκέψη των Ελλήνων Πατέρων της Εκκλησίας, λοιπόν, όχι μόνον αποκτά σταθερό περιεχόμενο αλλά συνδεόμενο με την Τριαδική ύπαρξη του Θεού αποβαίνει πρωταρχικό οντολογικό κατηγόρημα. Το ομοούσιο πρόσωπο του Πατρός συνιστά την ελεύθερη αιτία και αρχή των δύο άλλων. Το πρόσωπο στην Αγία Τριάδα είναι ένα υπαρκτικό γεγονός ελευθερίας και συνάμα σχέσεως. Μολονότι δηλώνει μιαν ιδιαίτερη ταυτότητα, δεν νοείται από μόνο του, δεν μπορεί να υπάρξει μόνο του, δίχως αναφορά, κοινωνία και σχέση με άλλα πρόσωπα. Και ενώ είναι μοναδικό, ανόμοιο και ανεπανάληπτο, ενώ δεν μπορεί να τραπεί ή να μειωθεί στο ελάχιστο ως ιδιαίτερη προσωπική ταυτότητα, δεν υφίσταται παρά μόνον ως σχέση. Ο Υιός δεν είναι ο Πατήρ ή το Πνεύμα και είναι Υιός μόνο σε σχέση με τον Πατέρα. Η απόλυτη  ταυτότητα  και  ετερότητά  του  πηγάζει  ακριβώς  από  το  γεγονός  της
αδιάκοπης κοινωνίας. Η διακοπή της σχέσης σημαίνει και αναίρεση της ύπαρξης του προσώπου.
Η προσωπική ετερότητα, η αμείωτη και αναντικατάστατη ταυτότητα, όχι μόνο δεν συγκρούεται με τη σχέση αλλά κατά κάποιο τρόπο προέρχεται από την σχέση. Η κοινωνία, όσο κι αν φαίνεται παράδοξο, είναι τέτοια ακριβώς, ώστε ιδρύει την ετερότητα και μοναδικότητα, δηλαδή, ό,τι ακριβώς δεν μπορεί να μεταδοθεί ως προσωπικό ιδίωμα. Και ενώ η ετερότητα είναι συστατική της ενότητας, συνάμα, η κοινωνία των προσώπων αποτελεί προϋπόθεση της ίδιας της ετερότητας. Τα τρία πρόσωπα αλληλοπεριχωρούνται στην ομοούσια αυτή αναφορά και σχέση τους, διακρατώντας την υπαρκτική αυτοτέλεια, την αμείωτη πληρότητα και συνάμα την απόλυτη ενότητά τους. Τέτοια είναι η απόλυτη κοινωνία τους, ώστε κάθε πρόσωπο συνιστά αμέριστα και αδιαίρετα το φορέα ολόκληρης της κοινής ουσίας. Η ομοούσια σχέση και αναφορά επιτρέπει στο κάθε πρόσωπο να υφίσταται ασυγχύτως μέσα στο άλλο, δίχως καμία έκπτωση της ετερότητάς του. Η κοινωνία αυτή των προσώπων εκφράζει το είναι του Θεού ως αγάπη κατά τρόπο οντολογικό. Ο Θεός είναι αγάπη, δεν σημαίνει μία φυσική απλώς ιδιότητα π.χ. της πλατωνικής θείας αγαθότητας ή ότι ο Θεός αγαπά τον ατομικό  και μόνον  εαυτό  του,  αλλά ότι το ίδιο το  είναι  του υφίσταται ως αδιάστατη κοινωνία και αγάπη, δηλαδή ως Τριάδα προσώπων, δίχως καμία οντολογική δέσμευση στην άκτιστη και άναρχη ύπαρξή του να αγαπά π.χ. τον κτιστό και πεπερασμένο κόσμο. Το ό,τι αγαπά και τον κόσμο, μετά την εκ του μη όντος  δημιουργία  του,  σημαίνει  μία  πράξη  και  ενέργεια  ελεύθερης  δωρεάς  και αγάπης, πέρα από τα όρια της άκτιστης φύσης του. Η ελευθερία του Θεού εκφράζεται ως αγάπη, δηλαδή ως μια οντολογική ελευθερία που υπέρκειται από την ηθική έννοια της ελευθερίας ως επιλογής δυνατοτήτων που γνωρίζουμε εμείς ως κτιστά και πεπερασμένα όντα. Στον Τριαδικό Θεό η ελευθερία ως «σύνδρομος» της φύσεώς του, ασκείται με τον οντολογικό τρόπο του ακτίστου, δηλαδή, πάντοτε απόλυτα και καταφατικά ως υπαρκτικός μονόδρομος, εφόσον τίποτε δεν υπάρχει δίπλα ή εντός του Θεού που να δεσμεύει και να περιορίζει την ύπαρξή του.
Η περί Αγίας Τριάδος και προσώπου θεολογία των Ελλήνων Πατέρων δεν υπήρξε μια άσκηση στη φιλοσοφική ορολογία και γνώση. Θεωρώντας το θεϊκό «Εν» επέκεινα της ουσίας, ο νεοπλατωνικός αποφατισμός όριζε αρνητικά την οντολογία. Τίποτε περί του «Ενός» δεν είναι δυνατό να γνωσθεί. Η δε πλατωνική σκέψη συνελάμβανε νοερά την ουσία των όντων μέσω των ιδεών. Η πατερική σκέψη περιορίζει τον αποφατισμό στην παντελώς άγνωστη και ανερμήνευτη ουσία του Θεού
και όχι ως προς τον Τριαδικό τρόπο υπάρξεως των προσώπων. «Και τω Μωϋσή δε χρηματίζων ο Θεός, ουκ είπεν “εγώ ειμι η ουσία”, αλλ’ “εγώ ειμι ο ων” (Έξ. 3,14). Ου γαρ εκ της ουσίας ο ων, αλλ’ εκ του όντος η ουσία.  αυτός γαρ ο ων όλον εν εαυτώ συνείληφε το είναι». Στο εκπληκτική αυτή ρήση του Γρηγορίου Παλαμά προβάλλεται η βιβλική αντίληψη περί ενός προσωπικού Θεού που δεν δεσμεύεται από τον αποφατισμό και την αγνωσία ή την αντικειμενικότητα της ουσίας του αλλά ενεργεί πέρα από αυτήν, κάνοντας ελεύθερα γνωστό το είναι του διά των ακτίστων ενεργειών του κατά τρόπο ολότελα προσωπικό. Πρόκειται για την υπέρβαση της αντικειμενικής μεταφυσικής ταυτολογίας που εγκλωβίζει την οντολογία της θεϊκής ύπαρξης σε ένα είδος αυτιστικού μονισμού της ουσίας,  για ένα προσωπικό και ενεργειακό άνοιγμα του Θεού που δεν δεσμεύεται από την φύση του να γνωρίζεται ad extra «εν τρισίν υποστάσεσιν ων».   Ως κοινωνία προσώπων ο Θεός προσφέρεται και γνωρίζεται χαρισματικά μέσα από διαπροσωπικές σχέσεις, συνιστά αγαπητική κατ’ ενέργειαν έκσταση της φύσεώς του εν προσώπω προς την κτιστή ετερότητα του ανθρώπου. Η ερμηνευτική προσέγγιση στον τρόπο υπάρξεως του Θεού φανερώνει και φωτίζει την ίδια την ύπαρξη και ζωή του ανθρώπου. Ο Θεός, κατά την σκέψη των Ελλήνων Πατέρων, δεν είναι ένα υπέρτατο Όν που γνωρίζεται αντικειμενικά και αναγκαστικά μέσω των ιδιοτήτων αλλά προσωπική ζωή που ελεύθερα αποκαλύπτεται μέσα από ένα πλέγμα σχέσεων.
Στην βαπτισματική και ευχαριστιακή εμπειρία της Εκκλησίας ο Θεός ονομάζεται και γνωρίζεται ως Τριαδική κοινωνία. Η προσευχή της Εκκλησίας, η λειτουργική της ευσέβεια δεν εκφράζεται αλλά ούτε και βιώνεται ερήμην της διακρίσεως των προσώπων της Αγίας Τριάδος. Εάν ο Θεός δεν είναι κοινωνία προσώπων, τότε η ζωή του ανθρώπου λαμβάνει ένα τελείως διαφορετικό νόημα. Η σημασία του «κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν» του Θεού στον άνθρωπο, καθώς πραγματώνεται από την Χριστολογία, αποβαίνει κλειδί για τις ανθρωπολογικές συνέπειες της θεολογικής οντολογίας του προσώπου. Η πατερική διάκριση κτιστού κόσμου και ακτίστου Θεού, υπερβαίνοντας τον κλειστό κοσμολογικό μονισμό της αρχαιοελληνικής  σκέψης,  εισήγαγε  «μια  ριζική  ετερότητα»  στην  οντολογία.  Ο κόσμος και ο άνθρωπος δεν κατανοούνται και δεν ερμηνεύονται από την αιώνια ανακύκληση της φύσης αλλά από μιαν άλλη, εκτός του κόσμου, πραγματικότητα. Τα όντα δεν ανάγουν πλέον την ύπαρξή τους στην απρόσωπη ανάγκη ή στον εαυτό τους αλλά σε μιαν προσωπική και άκτιστη ετερότητα, που καλεί τα κτιστά όντα στο είναι ως  γεγονότα  ελευθερίας  και  αγάπης.  Όταν  η  πατερική  θεολογία  χρησιμοποιεί
καταλλήλως  ανθρωπολογικά  παραδείγματα,  για  να  υποδηλώσει  το  μυστήριο  της Αγίας Τριάδος, τούτο δεν συμβαίνει για να ερμηνεύσει ένα υπερβατικό απλώς δόγμα αλλά για να επισημάνει κυρίως τις υπαρκτικές συνέπειες για τον άνθρωπο. Η όποια αντιστοιχία της ανθρώπινης φύσης ή της πολλαπλότητας των ανθρώπων εφαρμόζεται υπό τον όρο ότι δεν εισάγονται οι κατηγορίες του κτιστού στον άκτιστο Θεό. Πράγματι, στον άνθρωπο η κοινή ουσία διαιρείται ατομικά μέσα στο χώρο και τον χρόνο που προσμετρά την ανάδυση και φθορά των κτιστών. Αντίθετα, στον Θεό η προσωπική ετερότητα δεν αντιμάχεται την ομοούσια ενότητα. Στον Θεό δεν προϋπάρχει η κοινή ουσία και κατόπιν αναδύονται τα πρόσωπα. Ωστόσο, τα συγκεκριμένα ανθρώπινα πρόσωπα θεωρούνται εξίσου πρωταρχικά με την ουσία του ανθρώπου. Οι Έλληνες Πατέρες θεωρούν ως αιτία και του ανθρώπινου είναι, ως πρωταρχικό οντολογικό κατηγόρημά του όχι την γενική και αόριστη ανθρώπινη φύση αλλά το συγκεκριμένο πρόσωπο. Παρά την εξατομικευμένη αποσπασματικότητα της ανθρώπινης φύσης, στο επίπεδο της υπαρκτικής γνησιότητας και των προσωπικών σχέσεων είναι δυνατό ένα συγκεκριμένο ανθρώπινο πρόσωπο να θεωρείται ως ένας μικρόκοσμος, ως φορέας σύμπασας της ανθρωπότητας ή της κτίσης, δηλονότι της κοινής φύσης. Είναι, τέλος, χαρακτηριστικό ότι στην αμυδρή αναλογία από τον άνθρωπο στον Τριαδικό Θεό χρησιμοποιούν όχι έναν αλλά τρεις ανθρώπους, τρία ιδιαίτερα ανθρώπινα πρόσωπα, πράγμα πολύ σημαντικό για την αρκετά διαφορετική κατανόηση της ετερότητας που αναπτύχθηκε στη δυτική θεολογική σκέψη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου