Τετάρτη 30 Μαρτίου 2016

Ταυτίζεται η αυτογνωσία με τη θεογνωσία;



 
Πολλές φορές ακούμε και διαβάζουμε ότι αν θέλεις να βρεις τον Θεό, αρκεί να γνωρίσεις τον εαυτό σου. Δηλαδή, η γνώση του εαυτού μας (η αυτογνωσία) ταυτίζεται με την γνώση του Θείου (την θεογνωσία). Από ορθόδοξη άποψη, αυτό είναι πλάνη. Και ο λόγος είναι πολύ απλός· στην ορθόδοξη θεολογία έχουμε διάκριση μεταξύ κτιστού και ακτίστου. Αυτή η διάκριση δεν είναι βάση της φιλοσοφίας, αλλά βάση της εμπειρίας της θεώσεως των αγίων. Το κτιστό και το άκτιστο είναι μεταξύ τους ανόμοια. Δεν υπάρχει καμία ομοιότητα, και είναι μεταξύ τους άσχετα ως προς την ουσία.

Η θέση της Ορθόδοξης Πίστης σχετικά, συνοψίζεται ως εξής από τον μεγάλο θεολόγο και δογματολόγο, π. Ι. Ρωμανίδη: « [..] το βασικό κατηγόρημα, το βασικό δόγμα, της Χριστιανικής θεολογίας είναι η σαφής διάκρισις μεταξύ κτιστού και ακτίστου, καθώς και το ότι μεταξύ κτιστού και ακτίστου δεν υπάρχει καμία ομοιότης» [1].

Βέβαια, η αυτογνωσία είναι πάρα πολύ σπουδαίο πράγμα για την ζωή μας, διότι αποτελεί μια πρώτη βαθμίδα, και αποκτάται με την συνέργεια του ανθρώπου και της Χάριτος του Θεού. Οι άγιοι Πατέρες έχουν μιλήσει σε πολλά σημεία μέσα στα συγγράμματά τους για την αυτογνωσία. Η θεογνωσία όμως είναι κάτι άλλο, που δίδεται ως δώρο του ίδιου του Θεού, και που δεν θα έχει τέλος όπως και ο Θεός δεν έχει τέλος. Η θεογνωσία δεν έγκειται στην γνώση της ουσίας του Θεού, διότι αυτή είναι αμέθεκτη, αλλά στην πνευματική γνώση που λαμβάνουν όσοι μετέχουν στις άκτιστες θείες ενέργειες που απορρέουν από την Θεία φύση. Αυτοί καθίστανται θεόπνευστοι. Όσοι ταυτίζουν την αυτογνωσία με την θεογνωσία, όχι μόνο δεν κάνουν την εμπειρική Πατερική διάκριση κτιστού και ακτίστου, αλλά ίσως και να ταυτίζουν τον κόσμο με τον θεό (πχ όταν νοούν το θείο ως «συμπαντική συνείδηση», ή «το σύνολο των φυσικών νόμων» κλπ), κάτι που οδηγεί αναπόφευκτα στην ειδωλολατρία. 

Μέσα στην κτίση υπάρχουν «αντανακλάσεις» του Θεού (οι οποίες δεν είναι ούτε η ουσία ούτε η ενέργεια του Θεού, αλλά το αποτέλεσμα των ακτίστων ενεργειών που είναι τα κτίσματα), όχι όμως ο ίδιος ο Θεός. Για παράδειγμα, παρατηρώντας κανείς τον τρόπο που η μέλισσα δομεί τέλεια και τετραγωνικά την κυψέλη, καταλαβαίνει ότι ο Δημιουργός έδωσε την συγκεκριμένη σοφία. Όταν λοιπόν κανείς εκλαμβάνει τις «αντανακλάσεις» αυτές ως «θεό», πλανάται. Είναι σαν να βλέπουμε τον εαυτό μας στον καθρέπτη. Αυτό που βλέπουμε, δεν είναι η ουσία μας αλλά το είδωλό μας. Έτσι, ο άνθρωπος πλανήθηκε και ταύτισε την κτίση με τον Θεό, ακόμα και τον εαυτό του ως μέρος της ουσίας της θείας πραγματικότητας. Ταυτίζοντας τον Θεό με την κτίση, ταύτισε με τον Θεό τις αντανακλάσεις- τα είδωλα- συνεπώς έγινε ειδωλολάτρης.

Συνήθως όσοι υποστηρίζουν αυτές τις θέσεις, πιστεύουν ότι η κίνηση είναι «κυκλική». Ο κόσμος απορρέει από το απρόσωπο θείο και αυτονομείται (εξέλιξη), και έπειτα επανέρχεται εκεί από όπου ξεκίνησε (ανέλιξη). Αυτή η κίνηση είναι αιώνια, και όσον αφορά τον άνθρωπο, η επαναφορά γίνεται δια της «μετενσαρκώσεως». Συνεπώς, κατ’ αυτούς, αν θέλεις να γνωρίσεις την θεία πραγματικότητα, απλά κοίταξε μέσα σου.

Εάν όμως είναι έτσι, τότε δύο τινά μπορεί να ισχύουν· είτε υπάρχουν πολλές «θείες αλήθειες» εφόσον έχουμε μοναδικές, και διαφορετικές προσωπικότητες, είτε η «θεία αλήθεια» είναι μια, άρα δεν έχουμε μοναδική προσωπικότητα εφόσον είμαστε μέρος αυτής της μιας «συμπαντικής» και απρόσωπης δύναμης. Και στις δύο περιπτώσεις, καταργείται το πρόσωπο (του Θεού και του ανθρώπου), το οποίο –όπως αναφέρει ο καθηγητής Ν. Ματσούκας βάση της Ορθόδοξης Παράδοσης- «[..] δεν είναι απλώς και μόνο η ετερότητα, αλλά κυρίως η ανεπανάληπτη ιδιαιτερότητα» [2].

Αυτά τα συναντούμε κυρίως στις Ανατολικές θρησκείες και φιλοσοφίες, στον αρχαίο Γνωστικισμό (που προσέλαβε στοιχεία διαφόρων παραδόσεων), στα διάφορα αποκρυφιστικά ρεύματα, στον Ερμητισμό, στην μασονία (που είναι μετεξέλιξη του Γνωστικισμού), στις σύγχρονες Γνωστικές κινήσεις, στην Θεοσοφία, στην Ανθρωποσοφία, κλπ. Αντιθέτως, όπως υπογραμμίζει ο π. Α. Αλεβιζόπουλος, «Η Χριστιανική Πίστη δεν συμβιβάζεται με πανθεϊστικές ή ινδουιστικές ερμηνείες του κόσμου, γιατί αρνείται οποιαδήποτε οντολογική σχέση του κόσμου με τον Θεό. Η ουσία του κόσμου είναι κτιστή και όχι άκτιστη και επομένως τα όντα δεν είναι ξεπεσμένα κομμάτια του Θεού» [3].

Ωστόσο, οι σχέσεις του Θεού με την κτίση είναι κατ’ Ενέργεια. Μόνο δια της μεθέξεως στις άκτιστες ενέργειες του Θεού, ο άνθρωπος μπορεί να γνωρίσει περί του Θεού, χωρίς ποτέ να φτάσει στην γνώση της Θείας Ουσίας Του.

Μόνο κατά την Ενανθρώπιση του Θεού Λόγου έχουμε ένωση κτιστού και ακτίστου κατ’ ουσία. Αυτό όμως είναι ένα γεγονός μοναδικό και ανεπανάληπτο. «Μετά όμως την Ενσάρκωση του Θεού Λόγου, μέσω και λόγω της Ενσαρκώσεως, έχομε προσωπικές σχέσεις με τον Θεόν. Με τον Θεόν όμως ως Θεάνθρωπον (ως Υιόν Θεού και υιόν ανθρώπου). Επειδή ο Θεός έγινε άνθρωπος. Που σημαίνει ότι η Ενσάρκωσης επέφερε μία ειδική σχέση μεταξύ Θεού και ανθρώπων, μεταξύ του Χριστού και των ανθρώπων [..]» [4].

Σε αυτό το πρώτο μέρος, θα παραθέσουμε επιλεκτικά χωρία από Πατέρες των τριών πρώτων αιώνων, τα οποία έχουν σχέση με την θεογνωσία.

Άγιος Ειρηναίος της Λυών, «Έλεγχος και Ανατροπή της Ψευδωνύμου Γνώσεως», βιβλίο Δ:

«Εδίδαξεν ημάς ο Κύριος, ότι Θεόν ειδέναι ουδείς δύναται, μη ουχί Θεού δοξάζοντος, τουτέστιν, άνευ Θεού μη γινώσκεσθαι τον Θεόν· αυτό δε το γινώσκεσθαι τον Θεόν, θέλημα είναι του Πατρός. Γνώσονται και αυτόν, οις αν αποκαλύψη ο Υιός» [5].

Σχόλιο: Σε αυτό το πολύ σπουδαίο χωρίο, ο άγιος Ειρηναίος συνδέει την θεογνωσία (την αποκάλυψη) με τον δοξασμό (δηλ. τον φωτισμό), που γίνεται δια της μεθέξεως στις άκτιστες ενέργειες του Θεού, και είναι η όραση του Υιού εν δόξει.

Άγιος Ιππόλυτος, «Αποσπάσματα Εις τας Παροιμίας του Σολομώντα»:

«[..] αι δε αρεταί εφ’ ημίν, χάρακες άρα είεν αι αρεταί, αι υψούσαι την γνώσιν του Θεού, οίον άσκησις, μελέτη [..]» [6].

Σχόλιο: Ο άγιος Ιππόλυτος συνδέει την γνώση του Θεού με τις αρετές, η κατάκτηση των οποίων χρειάζεται άσκηση και μελέτη. Φυσικά, αναφέρεται στην κάθαρση που προηγείται του φωτισμού, και αποτελεί το πρώτο στάδιο φανερώσεως της αλήθειας. Ο π. Α. Αλεβιζόπουλος γράφει: «Προϋπόθεση για την κάθαρση του ανθρώπου είναι ο αγώνας εναντίων των παθών. Όποιος πραγματικά αγαπά τον Θεό, δεν υποδουλώνεται σε τίποτε άλλο και αγωνίζεται εναντίων των παθών. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος να οδηγηθεί κανείς στην κάθαρση. Η υποδούλωση στα πάθη απομακρύνει από τον Θεό» [7].

Στα ίδια πλαίσια κινείται και ο Θεόφιλος Αντιοχείας, ο οποίος γράφει τα εξής στο «Πρώτο βιβλίο προς τον Αυτόλυκο»:

«Βλέπεται γαρ θεός τοις δυναμένοις αυτόν οράν, έπαν έχωσι τους οφθαλμούς ανεωγμένους της ψυχής. Πάντες μεν γαρ έχουσι τους οφθαλμούς, αλλά ένιοι υποκεχυμένους και μη βλέποντας το φως του ηλίου [..] Ούτως και συ, ω άνθρωπε, έχεις υποκεχυμένους τους οφθαλμούς της ψυχής σου υπό των αμαρτημάτων και των πράξεών σου των πονηρών. [..] όταν η αμαρτία εν τω ανθρώπω, ου δύναται ο τοιούτος άνθρωπος θεωρείν τον θεόν» [8].

Σχόλιο: Ο Θεόφιλος συνδέει την θεογνωσία (αυτόν οράν) με την κάθαρση. Τα άρρωστα μάτια δεν μπορούν να δουν τις ηλιακές ακτίνες.

Άγιος Ιουστίνος ο Μάρτυρας:

Ο άγιος Ιουστίνος, στο έργο του «Διάλογος προς Τρύφωνα τον Ιουδαίο», αναφέρει την συνάντηση που είχε πριν γίνει Χριστιανός, με κάποιον άλλο γέροντα Χριστιανό. Στον μεταξύ τους διάλογο, ο Ιουστίνος (που τότε ανήκε στον μέσο Πλατωνισμό και πίστευε ότι σε λίγο θα έβλεπε δια του νου του τον Θεό μέσω άσκησης και κάθαρσης), διαπίστωσε την διαφορά ανάμεσα στον ανθρώπινο νου και στον Θεό. Ότι δεν θα μπορούσε ο νους του ανθρώπου να «δει» τον Θεό μέσω της αυτογνωσίας, ούτε μέσω της κάθαρσης, αλλά δια του δοξασμού που δίνει η άκτιστη χάρη του Θεού, όπως συνέβη και με τους Προφήτες.

«Ποια λοιπόν, έλεγε, είναι η συγγένειά μας προς τον Θεό; Ή είναι και η ψυχή θεία και αθάνατος και μέρος εκείνου του ίδιου του βασιλικού νοός; Όπως εκείνος βλέπει τον Θεό, έτσι και σε μας είναι εφικτό να συλλάβουμε το θείο με τον νου μας και να ευδαιμονούμε ήδη από εδώ; Βεβαιότατα, είπα» [9].

Εν τέλει, ο Ιουστίνος πείθεται ότι για να δει κανείς τον Θεό, πρέπει να φωτιστεί από αυτόν, όπως ακριβώς συνέβη με τους Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης. Αυτοί, δεν «είδαν» τον Θεό επειδή ήταν οι εξυπνότεροι και οι πιο ικανοί, αλλά επειδή έλαβαν τον δοξασμό από τον Θεό.

«Εις εμέ ευθύς αμέσως άναψε πυρ εις την ψυχή και με κατέχει έρως για τους Προφήτες και τους άνδρες εκείνους, οι οποίοι είναι φίλοι του Χριστού· διαλογιζόμενος καθ’ εαυτόν τους λόγους του, έβρισκα ότι μόνο αυτή είναι αληθινή και ωφέλιμη φιλοσοφία» [10].

Η Παράδοσις της Εκκλησίας παραμένει αναλλοίωτη δια μέσου των αιώνων, όσον αφορά στην αποκάλυψη του Θεού στον άνθρωπο. Και τούτο, διότι η αποκάλυψις του Θεού στον άνθρωπο είναι η ίδια δια μέσου των αιώνων. Ήτο και είναι πάντα η ίδια, σε όλους τους θεούμενους από την εποχή του Αδάμ μέχρι τώρα. Όλοι οι θεούμενοι (Προφήτες, Απόστολοι, Άγιοι), δέχονται την ίδια εμπειρία εν Αγίω Πνεύματι κατά την θέωσι, όταν δηλαδή τους αποκαλύπτεται ο Χριστός. Η μόνη διαφορά σε αυτήν την εμπειρία είναι ότι στην Παλαιά Διαθήκη ο Χριστός αποκαλύπτεται άσαρκος, ως ο Μεγάλης Βουλής Άγγελος, ενώ στην Καινή Διαθήκη, όπου μεσολαβεί η Ενσάρκωσης του Λόγου στο πρόσωπο του Χριστού, ο Χριστός αποκαλύπτεται με την δεδοξασμένη Του ανθρωπίνη φύση, κατά ανάλογο τρόπο με εκείνον που αποκαλύφθηκε στο όρος Θαβώρ στους τρεις Αποστόλους. Αυτά σημαίνουν ότι στην Ορθόδοξη Θεολογία η γνώσις περί του Θεού απλώς επιβεβαιώνεται επανα-αποκαλυπτομένη στους θεουμένους της κάθε εποχής. Η γνώσις αυτή, η αποκάλυψις του Θεού στον άνθρωπο, είναι πάντα της αυτής φύσεως, έχει όμως διαβαθμίσεις, δηλαδή διαφορετικό βαθμό πληρότητος στον κάθε θεούμενο. Όταν ο Θεός αποκαλύπτεται σε έναν άνθρωπο, αποκαλύπτεται στο μέτρο που ο Θεός θέλει και που ο συγκεκριμένος άνθρωπος μπορεί να δεχθή, να χωρέση, την αποκάλυψη του Θεού. Ο μέγιστος βαθμός αποκαλύψεως του Θεού στον άνθρωπο είναι εκείνος της Πεντηκοστής. Τότε το Πνεύμα το Άγιον ωδήγησε τους Αποστόλους «εις πάσαν την αλήθειαν» [11].

Πηγές:
 
[1] «Πατερική Θεολογία», π. Ι. Ρωμανίδης, κεφάλαιο 18.
[2] «Δογματική και Συμβολική Θεολογία», Γ’ τόμος, σελ. 44.
[3] «Η Ορθοδοξία μας», π. Α. Αλεβιζόπουλος, σελ. 91.
[4] «Πατερική Θεολογία», π. Ι. Ρωμανίδης, κεφάλαιο 35.
[5] ΒΕΠΕΣ 5, σελ. 153.
[6] ΒΕΠΕΣ 6, σελ. 173.
[7] «Η Ορθοδοξία μας», π. Α. Αλεβιζόπουλος, σελ. 23.
[8] ΒΕΠΕΣ 5, σελ. 13.
[9] ΕΠΕ 1, «Απολογητές», σελ. 275
[10] Όπως ανωτέρω, σελ. 285.
[11] «Πατερική Θεολογία». π. Ι. Ρωμανίδη, κεφάλαιο 52.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου