Κυριακή 23 Ιουνίου 2019

Η ενότητα τής Εκκλησίας «εν τη Θεία Ευχαριστία και τω Επισκόπω» ως θεμελιώδες ιστορικό πρόβλημα. Μεθοδολογικές αρχές και περιεχόμενο του θέματος.



    1ο Μέρος: Τα προβλήματα της Δυτικής θεώρησης της ενότητας της Εκκλησίας

    2ο Μέρος: Χριστολογική θεώρηση της ενότητας της Εκκλησίας

    3ο Μέρος: Η προσέγγιση του προβλήματος

3ο Μέρος: Η προσέγγιση του προβλήματος

Οι παραπάνω παρατηρήσεις δεν διαγράφουν μόνο τη θεμελιώδη σημασία της ενότητας «εν τη Θεία Ευχαριστία και τω Επισκόπω» για την ιστορική έρευνα της ενότητας της Εκκλησίας. Αλλά διαγράφουν και τον τρόπο προσέγγισης του θέματός μας. Το θέμα μας είναι κατ’ αρχήν ιστορικό. Επειδή δεν θεωρεί την ενότητα της Εκκλησίας ως ιδεώδες ή υποκείμενο διδασκαλίας. Αλλά τη θεωρεί ως βίωμα της Εκκλησίας, και μάλιστα σε ορισμένη εποχή του παρελθόντος. Επειδή μάλιστα η Ιστορία συνδέεται με τον παράγοντα της εξέλιξης, γι’ αυτό και η ενότητα της Εκκλησίας, εξεταζόμενη ιστορικώς, πρέπει να ερευνθεί ως γεγονός εξελισσόμενο. Πρέπει να εξετασθεί ως δυναμική πραγματικότητα, κινούμενη σε τόπο και χρόνο, από τους θεμελιώδεις νόμους της Ιστορίας. Δεν πρέπει να εξετασθεί ως κάτι στατικό. Συνεπώς, βασική μεθοδολογική αρχή θα πρέπει να είναι η εξέταση των πηγών, μέσω της απλής ιστορικής μεθόδου. Μέσω της εξέλιξης σε τόπο και χρόνο, που είναι η ασφαλέστερη[61].

Παρ’ όλα αυτά, η ιστορία της Εκκλησίας, δεν είναι οποιαδήποτε ιστορία. Και δεν καθορίζεται τελεσίδικα από τη συνηθισμένη ροή των ανθρωπίνων. Ο χαρακτήρας της ιστορίας της Εκκλησίας είναι μικτός. Είναι και θεολογικός και κοσμικός[62]. Όπως ακριβώς και η φύση της Εκκλησίας είναι μικτή, θεία και ανθρώπινη. Ως θεανδρική πραγματικότητα η Εκκλησία, αν και κινείται σε τόπο και χρόνο, διατηρεί την ουσία της αναλλοίωτη[63]. Και αυτό είναι ιδιαίτερα αληθινό ως προς κάποιες πλευρές της ιστορίας της. Ως προς εκείνες τις πλευρές, που έχουν σχέση άμεση και οργανική με αυτή την ουσία της. Τέτοια είναι η ενότητα ή καθολικότητα, η οποία σε μεγάλο βαθμό συμπίπτει με αυτή την έννοια της Εκκλησίας[64]. Κατά συνέπεια, ο ιστορικός που ερευνάει την ενότητα της Εκκλησίας, δεν πρέπει να αρκείται στη διαπίστωση αυτών των γεγονότων και των εξελίξεων. Αλλά πρέπει πίσω από το κινούμενο γίγνεσθαι, ν’ ανακαλύπτει το σταθερό «είναι» της Εκκλησίας. Να ανακαλύπτει δηλαδή τις θεμελιώδεις εκκλησιολογικές αρχές, μέσω των οποίων διατηρείται αναλλοίωτη η ουσία της εκκλησίας[65].

Κατά συνέπεια, η έρευνα του θέματός μας, θα τύχει διπλής προσέγγισης. Πρωταρχικά ερωτήματα θα είναι: Τι ακριβώς συνέβη; Ποια γεγονότα συνιστούν την εξεταζόμενη ενότητα της Εκκλησίας; Και ποιες εξελίξεις σημείωσαν αυτά κατά την ερευνώμενη εποχή; Γι’ αυτό, οι πηγές θα εξετασθούν με αυστηρή χρονολογική προτεραιότητα. Συγκρίσεις κειμένων κατά εποχή και περιεχόμενο θα καταστούν απαραίτητες, ώστε να διαπιστωθούν τυχόν εξελίξεις που σημειώθηκαν. Παρόμοια παρακολούθηση των γεγονότων κατά τόπους, θα καταστήσει απαραίτητη τη συγκριτική εξέταση των πηγών. Έτσι ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσον οι πληροφορίες τις οποίες μας παρέχουν, αντιπροσωπεύουν καταστάσεις μιας μόνο περιοχής ή περισσοτέρων. Μέσω αυτού του τρόπου θα επιδιωχθεί ο καθορισμός του: «εάν», «πότε» και «με ποιο  τρόπο» η ενότητα της Εκκλησίας «εν τη Ευχαριστία και τω Επισκόπω» αποτέλεσαν ιστορική πραγματικότητα. Παράλληλα όμως με το έργο αυτό, και για λόγους που εξετάσθηκαν προηγουμένως,  τα ιστορικά γεγονότα πρέπει να τεθούν και κάτω από το φως των εκκλησιολογικών αρχών. Πρέπει να αξιολογηθούν εκκλησιολογικά. Ειδικά, το καυτό θεμελιώδες πρόβλημά μας είναι το εξής: Εάν, και με ποιο τρόπο, διατηρήθηκε το ενιαίο και καθολικό της Εκκλησίας, κάτω από την επιφάνεια των διαφόρων ιστορικών εξελίξεων. Μιλάμε για το ενιαίο και καθολικό της, που συμπεριλαμβάνεται στην ουσία της. Και όσον αφορά τις μορφές ή τους θεσμούς για παράδειγμα, μέσω των οποίων εκφράσθηκε ή διαμορφώθηκε στην Ιστορία ενότητα γύρω από τον Επίσκοπο και την Ευχαριστία, πρέπει να απαντηθεί το εξής:  Αποτελούν σκόπιμα κατασκευάσματα πρόσκαιρης σημασίας; Εάν ναι, μέχρι ποιο σημείο; Είναι κατασκευάσματα που μπορούν να αντικατασταθούν, όταν η σκοπιμότητα των καιρών το απαιτήσει; Ή μήπως αντίθετα συνδέονται οργανικά με την ουσία της Εκκλησίας ως αναπόφευκτες συνέπειες εκκλησιολογικών αρχών;


Μια τέτοια σύνδεση των ιστορικών γεγονότων με τις εκκλησιολογικές αρχές, καθιστά την έρευνα δυσχερέστατη. Επειδή, όπως έχει ήδη υπογραμμισθεί, οι υπάρχουσες πηγές των πρώτων μάλιστα αιώνων, δεν μας παρέχουν ορισμούς και θεωρίες γύρω από την ενότητα της Εκκλησίας. Και οι πηγές αυτές είναι πολύ λίγες και αποσπασματικές[66]. Έτσι ώστε να καθιστούν την περίοδο των τριών πρώτων αιώνων την πιο δυσεξερεύνητη ιστορική περιοχή. Είναι λοιπόν ανάγκη, να χρησιμοποιηθούν όλες οι πηγές που υπάρχουν[67]. Και πρέπει να καταβληθεί ειδική προσπάθεια, ώστε να διαπιστωθεί η εκκλησιαστική συνείδηση που κινείται πίσω από γεγονότα και κείμενα που εκ πρώτης όψεως φαίνονται άσχετα με την ενότητα της εκκλησίας. Γι’ αυτό οι διάφοροι λειτουργικοί και κανονικοί θεσμοί θα αποδειχθούν ιδιαίτερα χρήσιμοι για το έργο μας. Σε αυτά θα πρέπει να προστεθεί, ότι δεν ερευνάμε το θέμα δογματικά και συστηματικά. Συνεπώς δεν θα πρέπει να περιμένουμε απάντηση σε όλα τα ερωτήματά μας γύρω από την ενότητα της Εκκλησίας. Θα πρέπει να περιμένουμε απάντηση μόνο για όσα από αυτά, μας δίνουν απάντηση οι ιστορικές πηγές. Θα είναι επομένως φυσικό, η έρευνά μας να εμφανίζεται συχνά ελλιπής στα μάτια της συστηματικής Θεολογίας. Αυτό όμως θα οφείλεται στο ότι αυτές οι πηγές τις οποίες δεν πρέπει να βιάζουμε, δεν έχουν να μας πουν κάτι για τα προβλήματά μας αυτά[68].

*

Σε τρεις κυρίως ομάδες μπορούν να καταταγούν τα επί μέρους προβλήματα του θέματός μας, όπως τα εμφανίζουν οι πηγές των τριών πρώτων αιώνων. Θα πρέπει πρώτα να εξετασθούν οι γενικές προϋποθέσεις, πάνω στις οποίες θεμελιώθηκε η διαμόρφωση κάθε Εκκλησίας, σε ενότητα «εν τη Ευχαριστία και τω Επισκόπω»[69]. Το θεμελιώδες πρόβλημα εδώ είναι: Πώς συνδέθηκαν στη συνείδηση της αρχικής Εκκλησίας η Ευχαριστία και ο Επίσκοπος, με την Εκκλησία και την ενότητά της;

Ο Ιγνάτιος Αντιοχείας, εκφράζει μια ισχυρή συνείδηση: Ότι κάθε Εκκλησία βρίσκει την ενότητα και πληρότητά της, στη μία Ευχαριστία, την «υπό τον Επίσκοπον ούσαν». Και αυτή η ισχυρή συνείδηση, αναπτύχθηκε τόσο στη μετα-αποστολική περίοδο, όσο και μετά από αυτήν. Για ν’ αναπτυχθεί όμως μια τέτοια συνείδηση στις περιόδους αυτές, θα πρέπει να είχε προηγηθεί η εδραίωση της σχέσης μεταξύ Ευχαριστίας, Επισκόπου και Εκκλησίας. Το πρώτος μέρος της μελέτης μας, θα αφιερωθεί στην έρευνα αυτής ακριβώς της σχέσης στη συνείδηση των πρώτων αποστολικών Εκκλησιών. Ειδικότερα, στα δύο κεφάλαια αυτού του μέρους, θα εξετασθούν τα εξής: Στο πρώτο μέρος η σχέση της Ευχαριστίας με την Εκκλησία. Και στο δεύτερο μέρος, θα εξετασθεί η σχέση του Επισκόπου με την Ευχαριστία κατά τους χρόνους μέχρι και τον Ιγνάτιο.

Στο δεύτερο μέρος της μελέτης μας, θα εξετασθεί η δεύτερη ομάδα επί μέρους προβλημάτων. Αυτή η ομάδα αφορά κυρίως στη διαμόρφωση της αρχαίας Εκκλησίας σε ενότητα «εν τη Ευχαριστία και τω Επισκόπω». Επίσης, αφορά στις επιπτώσεις του θεμελιώδους αυτού γεγονότος πάνω στη διαμόρφωση της αρχαίας Καθολικής Εκκλησίας. Από εκεί προβάλλουν μπροστά μας πολλά ερωτήματα ιστορικού και εκκλησιολογικού χαρακτήρα. Η αρχή, την οποία θέτει ο Ιγνάτιος, περί μιας Ευχαριστίας και ενός Επισκόπου σε κάθε Εκκλησία, δημιουργεί ένα σπουδαίο ιστορικό πρόβλημα: Η αρχή αυτή ανταποκρινόταν πράγματι σε ανάλογη ιστορική πραγματικότητα κατά τους εξεταζόμενους χρόνους; Ή μήπως αποτελούσε απλή προτροπή του Ιγνατίου;

Το πρόβλημα αυτό περιπλέκεται, αν ληφθεί υπ’ όψιν η ύπαρξη των «κατ’ οίκον» Εκκλησιών, όπως και των Χριστιανών της υπαίθρου. Πώς είναι δυνατόν να μαζεύονταν όλοι οι Χριστιανοί μιας Εκκλησίας σε μία Ευχαριστία, την «υπό τον Επίσκοπον» κάτω από αυτές τις συνθήκες; Επειδή αφ’ ενός υπήρχαν οι «κατ’ οίκον εκκλησίες», οι θεωρούμενες συνήθως ως πολλές ημιεπίσημες Ευχαριστιακές συνάξεις, μέσα στην ίδια πόλη. Αφ’ ετέρου, οι Χριστιανοί των χωριών, δεν μπορούσαν να συμμετέχουν στην «υπό τον Επίσκοπο Ευχαριστία», γιατί βρίσκονταν μακριά από την πόλη. Εκτός από αυτό, θα πρέπει να εξετασθεί αν η αρχή αυτή ίσχυε για όλες τις γεωγραφικές περιοχές. Και αυτό το λέμε, με δεδομένες ορισμένες πληροφορίες της Εκκλησιαστικής Ιστορίας του Ευσεβίου, ότι κάποιες περιοχές, είχαν δική τους οργάνωση.  Τέτοιες περιοχές ήταν η Αίγυπτος, ο Πόντος κ.ά. Τα προβλήματα αυτά θα εξετασθούν στο πρώτο κεφάλαιο του δευτέρου αυτού μέρους. Στη συνέχεια, στο δεύτερο κεφάλαιο θα πρέπει να αντιμετωπισθεί το εξής πρόβλημα εκκλησιολογικού ενδιαφέροντος: Ποιες επιπτώσεις είχε η ενότητα «εν τη Ευχαριστία και τω Επισκόπω», στη γένεση και εμπέδωση της συνείδησης, περί «καθολικής Εκκλησίας»; Και εδώ τα εγειρόμενα προβλήματα είναι τεράστια. Θα πρέπει πρώτα, να καθορισθεί το περιεχόμενο του όρου: «καθολική Εκκλησία». Αλλά θα πρέπει να καθορισθεί, όπως εμφανίζεται αυτό στις πηγές των εξεταζόμενων χρόνων. Και όχι όπως επικράτησε να ορίζεται σε μεταγενέστερους χρόνους. Πάνω στη βάση του περιεχομένου αυτού του όρου, θα πρέπει να εξετασθεί η σχέση της Ευχαριστίας και του Επισκόπου, με τη συνείδηση των χρόνων εκείνων περί «καθολικής Εκκλησίας». Έτσι θα καταβληθεί προσπάθεια να διαφωτισθεί πάνω στη βάση των πηγών το κύριο θέμα της μελέτης μας. Το θέμα της σημασίας της ενότητας «εν τη Ευχαριστία και τω Επισκόπω» για τη διαμόρφωση της αρχαίας Καθολικής εκκλησίας. Θα ανακύψουν και άλλα ζητήματα κατά την έρευνα του δεύτερου αυτού μέρους της εργασίας μας. Όπως το ζήτημα της καθολικότητας της κάθε επισκοπικής Εκκλησίας και της σχέσης της με την «κατά την οικουμένην καθολικήν Εκκλησίαν»[70], και με το σχίσμα και την αίρεση.

Τέλος, η τρίτη ομάδα των επί μέρους προβλημάτων, υπαγορεύεται από τις εξελίξεις που συνέβησαν με τον καιρό, στην αρχική ενότητα της κάθε Εκκλησίας, στη μια επισκοποκεντρική Ευχαριστία. Επειδή, όπως είναι προφανές από την κατάσταση που υπάρχει σήμερα στην Εκκλησία, η αρχική συγκέντρωση της κάθε Εκκλησίας σε μία Ευχαριστία, την «υπό τον Επίσκοπον», έπαψε κάποτε να υφίσταται. Τη θέση της κατέλαβε ο θεσμός των ενοριών. Και οι ενορίες σήμαναν τη διάσπαση της μιας επισκοποκεντρικής ευχαριστιακής συνάξεως, σε πολλές τέτοιες, υπό Πρεσβυτέρους. Αυτό οδήγησε στη χαλάρωση της αρχικά άρρηκτης σχέσεως μεταξύ Επισκόπου και Ευχαριστίας. Έτσι, η μεν Ευχαριστία, από κατ’ εξοχήν υπόθεση «της επισκοπής»[71], μεταβλήθηκε. Αργότερα, (το πότε είναι ερευνητέο), σε μεγάλο βαθμό έγινε κύριο έργο της ενορίας και του Πρεσβυτέρου. Και ο δε Επίσκοπος, από τον κατ’ εξοχήν «προεστώτα» της Ευχαριστίας που ήταν, μεταβλήθηκε κυρίως σε διοικητή-συντονιστή της ζωής των ενοριών. Το γεγονός αυτό, αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα της Εκκλησιαστικής Ιστορίας. Όμως δεν του αποδόθηκε η δέουσα προσοχή και σημασία από τους ερευνητές[72].

Έτσι, μάταια θα αναζητιόταν ιστορική μελέτη για το πώς γεννήθηκε στην ιστορία η ενορία. Με το ακανθώδες αυτό πρόβλημα, θα πρέπει ν’ ασχοληθούμε στο πρώτο κεφάλαιο του τρίτου μέρους. Σε αυτό θα περιληφθεί η παρουσίαση του προβλήματος της μετάβασης από τη μία στις πολλές ευχαριστιακές συνάξεις. Και αυτό θα παρουσιασθεί όπως εμφανίζεται στη συγκριτική μελέτη των πηγών. Και έτσι θα εξετασθεί στη συνέχεια η ιστορική προπαρασκευή και η τελική εμφάνιση των ενοριών. Πέρα όμως από αυτό, θα πρέπει να θιγεί και το λεπτό θέμα των εκκλησιολογικών επιπτώσεων του γεγονότος αυτού. Επιπτώσεις που ομοίως δεν έχουν εξετασθεί ως σήμερα. Όπως θα αναλύσουμε, στην Εκκλησία είχε εδραιωθεί η συνείδηση ότι η μία «υπό τον Επίσκοπον» Ευχαριστία, ενώνει ολόκληρο το λαό του Θεού σε ορισμένο τόπο «εις ενότητα Θεού και επισκοπής». Έτσι, το θέμα των ενοριών συνίσταται στο ερώτημα: Πώς δέχθηκε η αρχαία Εκκλησία τον πολλαπλασιασμό των ευχαριστιακών συνάξεων, σε έναν καιρό που είχε ήδη εδραιωθεί η ανωτέρω περί ενότητας συνείδηση; Δεν αποτελούσε η διάσπαση της μιας Ευχαριστίας, διάσπαση της ενότητας σε κάθε Εκκλησία; Το ερώτημα αυτό, οδηγεί αμέσως στο θεμελιώδες πρόβλημα της σχέσεως που υπάρχει μεταξύ της ενόητας της ενορίας και της ενότητας της επισκοπής. Εμφανίσθηκε άραγε η ενορία στην ιστορία ως αυτοτελής και εκκλησιολογικά αυτάρκης ενότητα, εντός της επισκοπής; Σε αυτό το καίριο ζήτημα, θα επιχειρηθεί να δοθεί απάντηση στο δεύτερο κεφάλαιο του τρίτου μέρους, όσο το επιτρέπουν αυτό οι πηγές της εξεταζόμενης εποχής. Στις εξελίξεις αυτές, ο τέταρτος αιώνας αποτελεί σταθμό, όπως θα διαπιστωθεί στο σχετικό σημείο της έρευνάς μας. Και ακόμα, δια του αγίου Κυπριανού η συνείδηση περί ενότητας και καθολικότητας της Εκκλησίας εισέρχεται πια στο στάδιο πλήρους εκφρασμένης ωριμότητας. Με δεδομένο το συνδυασμό των γεγονότων αυτών, η όλη εργασία μας θα περιορισθεί κυρίως στους τρεις πρώτους αιώνες[73]. Οι οποίοι άλλωστε, και υπήρξαν οι πιο αποφασιστικοί για τη διαμόρφωση της αρχαίας Καθολικής Εκκλησίας.


[61] Γ. ΚΟΝΙΔΑΡΗ, Περί της φερομένης διαφοράς μορφών εν τω πολιτεύματι του αρχικού Χριστιανισμού, 1959.

[62]  Γ. ΚΟΝΙΔΑΡΗ, Γ.Ε.Ι, σ. 20 και εξής.

[63] Η γνώμη ότι η Εκκλησία εξελίσσεται, έχει διατυπωθεί και από Ρωμαιοκαθολικούς και Αγγλικανούς θεολόγους. (βλ. π.χ. L. CERFAUX, La theologie de l’ Εglise suivant s. Paul, 1948, σ. 140. F.M. BRAUN, Neues Licht auf die Kirche, 1946, σ. 166 και G. DIX, Jew and Greek σ. 67 καί 80), Όμως δεν είναι δυνατόν να γίνει δεκτή χωρίς σοβαρότατες επιφυλάξεις. Η εξέλιξη αυτή δεν μπορεί να είναι ουσιαστική, αλλά του περιβλήματος. Αν και υπάρχουν μορφές ή περιβλήματα της ουσίας της Εκκλησίας, που συνδέονται αναπόσπαστα με αυτή την ουσία (π.χ. η φιλολογική μορφή της Αγίας Γραφής, η βασική διάταξη της Ευχαριστίας, η οργάνωση γύρω από τον Επίσκοπο, κλπ).

[64] Πρβλ. Υ. CONGAR, The Mystery of the Church, 1960 και F. HEILER, Urkirche und Ostkirche, 1937, σ. 826.

[65] Κάναμε ήδη στην αρχή διάκριση μεταξύ της ιστορίας της ενότητας και της θεολογίας της ενότητας. (Βλέπε 1ο μέρος της Εισαγωγής). Και για το λόγο αυτό, επιβάλλεται να διαχωρίζουμε με προσοχή, οτιδήποτε αφορά στην ιστορική πραγματικότητα, από εκείνο που αποτελούσε για την αρχαία Εκκλησία αντικείμενο διδασκαλίας ή επιδιώξεως. Παρά το γεγονός αυτό όμως, πρέπει να ομολογηθεί εδώ κάτι. Ότι ως προς το θέμα της ενότητας της Εκκλησίας, η ιστορία και η Θεολογία εφάπτονται πολλές φορές η μία με την άλλη. Και αυτό συμβαίνει με δεδομένο το ότι η Εκκλησία αποτελεί πραγματικότητα ενιαία, είτε την εννοήσουμε ως ιδεατή, είτε ως εμπειρική κατάσταση. Και η ενότητά της, συνιστά στοιχείο αναφαίρετο της ουσίας της. Γι’ αυτό καθίσταται για το θέμα μας, πολύ δυσχερής και συχνά αδύνατη, η απομόνωση του εξελισσόμενου «γίγνεσθαι», από το σταθερό «είναι» της Εκκλησίας, χωρίς κίνδυνο παρανόησης ή παραποίησης της ίδιας της ιστορίας.

[66] Παράβαλλε. Γ. ΚΟΝΙΔΑΡΗ, Περί της φερομένης διαφοράς... σ. 23.

[67] Όσον αφορά το θέμα των πηγών της παρούσης εργασίας, επιβάλλεται να διευκρινισθεί εδώ ότι ως πηγές θα χρησιμοποιήσουμε κυρίως τις καθαρά Χριστιανικές και Εκκλησιαστικές πηγές. Και αυτό, δεν θα το κάνουμε επειδή παραγνωρίζουμε την αξία των θύραθεν πηγών για την ιστορία του αρχικού Χριστιανισμού. (π.χ. τα χειρόγραφα της Νεκράς Θαλάσσης κλπ). Θα το κάνουμε λόγω της φύσεως του θέματός μας, το οποίο αναφέρεται κυρίως στην αυτοσυνείδηση της Εκκλησίας. Γιατί η αυτοσυνείδηση της Εκκλησίας, μόνο στα δικά της μνημεία μπορεί να απεικονίζεται πιστά. Άλλωστε, οι ισχυρισμοί περί άμεσης σχέσης χειρογράφων της Νεκράς Θαλάσσης και Εκκλησίας, δεν φαίνεται να ευσταθούν καθόλου. Δες επ’ αυτού Κ. STENDAHL, «Kirche: ΙΙ. Im Urchristentum», στο Die Religion in Geschichte und Gergenwart, 3, Aufl., Ill (1959) 1300. Αλλά και γενικότερα, η σχέση των κειμένων αυτών με την Αγία Γραφή, όπως παρατηρεί ο καθηγητής Β. ΒΕΛΛΑΣ, θα παραμείνει άγνωστη, ώσπου να δημοσιευθούν πλήρως τα κείμενα που βρέθηκαν, και να έλθουν ίσως στο φως και άλλα (Β. ΒΕΛΛΑ, Το Υπόμνημα   εις   το   βιβλίον   του   Αββακούμ, 1958, 30, 43). Θα ήταν συνεπώς τουλάχιστον πρόωρη η συσχέτιση των κειμένων αυτών με τις ήδη υπάρχουσες πηγές του αρχικού Χριστιανισμού στην έρευνα του θέματος της ενότητας της Εκκλησίας. Γύρω από τη σχέση των χειρογράφων της Νεκράς Θαλάσσης με τον αρχικό Χριστιανισμό, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να δει μεταξύ άλλων: Π. ΣΙΜΩΤΑ, Τα ευρήματα της Kirbet Qumran, 1952. Σ. ΑΓΟΥΡΙΔΗ, «Η  Ιουδαϊκή Εσχατολογία των   χρόνων   της Κ.Δ.», στο: Θεολογία, 1956, σελ. 408, σημ. 2· TOΥ ΙΔΙΟΥ, Τα Χειρόγραφα της Νεκρός Θαλάσσης και η Κ.Δ., 1959· Α. ΧΑΣΤΟΥΠΗ, Τα χειρόγραφα της   Νεκράς  Θαλάσσης εν σχέσει προς την Αγίαν Γραφήν, 1958. Θ.   ΚΙΡΚΑΣΙΟΥ, Τα χειρόγραφα της Νεκρας Θαλάσσης, 1959. ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ, «Το Δαμασκηνόν ή Σαδωκιχόν έγγραφον», στο: Θεολογία, (1960) 151-166 και Μ. ΣΙΩΤΟΥ, Τα Χειρόγραφα της Νεκράς Θαλάσσης. Ιστορία ανευρέσεως και περιγραφή αυτών, 1961.

[68] Σημειωτέον, ότι πολλά από τα προβλήματα της συστηματικής Θεολογίας είναι μεταγενέστερα κατασκευάσματα της φιλοσοφούσας διανοίας. Και συχνά είναι ξένα παντελώς με τη νοοτροπία της αρχαίας Εκκλησίας. Η ανάμιξη των προβλημάτων αυτών στην ιστορική έρευνα, όχι μόνο δεν θα εξυπηρετούσε, αλλά και θα ζημίωνε πολύ τη σύγχρονη Ορθόδοξη Θεολογία. Μια και Ορθόδοξη Θεολογία προσπαθεί να καθαρίσει τον εαυτό της από τις ξένες επιδράσεις.

[69] Πρέπει να σημειωθεί, ότι μια πλήρης εξέταση των προϋποθέσεων και καταβολών της ενότητας της Εκκλησίας «εν τη Ευχαριστία και τω Επισκόπω», επιβάλλεται ν’ αναχθεί σε αυτή την ίδια την ιστορία του Ισραήλ. Η σύνδεση της Εκκλησίας με τον Ισραήλ, προβάλλει ως αίτημα των πηγών και της ιστορίας της Εκκλησίας. Και αυτό, με δεδομένο το ότι η πρώτη Εκκλησία θεωρούσε τον μεν εαυτό της ως τον γνήσιο Ισραήλ, την δε Παλαιά Διαθήκη και την Ισραηλιτική ιστορία, πως της ανήκουν. Σχετικά με αυτό, αρκεί να διαβάσει κάποιος με προσοχή την αρχή της προς Εφεσίους Επιστολής του Παύλου (1:4), την αρχή της προς Εβραίους και του κατά Ιωάννης Ευαγγελίου, τις γενεαλογίες του Ιησού που περιλαμβάνονται στα Ευαγγέλια του Ματθαίου και του Λουκά, κλπ. Εκεί θα διαπιστώσει ότι η αρχική Εκκλησία θεωρούσε τον εαυτό της ως οργανικό τμήμα της ιστορίας του Ισραήλ «από καταβολής κόσμου», ή ως το ίδιο το «σπέρμα του Αβραάμ». (Γαλάτας 3-4. Παράβαλλε Ιωάννης 5: 39 και 46). Την ίδια συνείδηση είχε η Εκκλησία και κατά τον 2ο αιώνα: «Ισραηλιτικόν το αληθινόν γένος εσμέν» (Ιουστίνου Διάλ. Α΄ 135: 36 και 123: 9). Όπως και κατά τον 3ο  αιώνα: «ημίν τοις… αληθινοίς Εβραίοις» (Ωριγένους, Εις μαρτυρ. 33). Ο Χριστολογικός χαρακτήρας της Π.Δ. τονιζόταν ήδη από τους Πατέρες (Αυγουστίνου, In Ps. 30, P.L. 36,244). Και αυτό υπογραμμίζεται σήμερα από την έρευνα (π.χ. Λ. ΦΙΛΙΠΠΙΔΗ, Ιστορία Εποχής Κ.Δ. σ. 825 και Β. ΙΩΑΝΝΙΔΗ, «Η Βασιλεία του Θεού», δες πιο πάνω σ. 160). Γι’ αυτό και από άποψη μεθοδολογική τονίζεται σήμερα με έμφαση ότι η ορθή αφετηρία κάθε συζητήσεως γύρω από την αρχική Εκκλησιολογία, εντοπίζεται στο ερώτημα: Τι έχει να πει η Παλαιά Διαθήκη περί του Θεού και του Λαού Του; [βλέπε R. NEWTON FLEW, «Jesus and the Kingdom of God», στο The Expository Times, (1934-35)217]. Παρά την αναγνώριση του γεγονότος αυτού, δεν θα επεκταθούμε εδώ λεπτομερώς στην έρευνα της ιστορίας του Ισραήλ. Και αυτό, τόσο επειδή η Θεία Ευχαριστία και ο Επίσκοπος εμφανίζονται ως ιστορικοί θεσμοί μεταγενέστερα της Π.Δ., όσο και για πρακτικούς λόγους. Γι’ αυτό και η διαπραγμάτευση του θέματος αυτού, θα παρουσιασθεί σύντομα σε ειδική αυτοτελή μελέτη.

[70] Παράβαλλε τη διατύπωση του προβλήματος πιο πάνω, στην υποσημείωση 32.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου