Κυριακή 5 Ιουλίου 2020

Περί Ακηδίας Τού Σεβ. Λεμεσού Αθανασίου Απομαγνητοφωνημένη Ομιλία




Πηγή: http://www.pigizois.net/arxodariki/omilies_athanasios/2047_Athan_Akidia_01.mp3

Απομαγνητοφώνηση: Μ. Ο.



Καλησπέρα καθίστε, σκέφθηκα να σας μιλήσω για ένα θέμα πνευματικό πάλι βέβαια αλλά ανεξάρτητο από τον Άγιο Σιλουανό, είναι για ένα θέμα το οποίο απασχολεί πολύ τους ανθρώπους και αποτελεί ένα ψυχικό πάθος ένα πόλεμο πνευματικό ο οποίος άπτεται όλων μας γενικά όλων των ανθρώπων και των μοναχών και των εν τω κόσμω αγωνιζομένων.

Αυτό το πάθος αυτός ο πόλεμος ονομάζεται από τους πατέρες ακηδία. Ακηδία δηλαδή είναι από το α το στερητικό ετυμολογικά και από το κήδος που σημαίνει φροντίδα, δηλαδή έλλειψη φροντίδας, κήδος, κηδεμόνας που λέμε έτσι; κηδεία, ακηδία λοιπόν είναι η έλλειψη της φροντίδας. Ο πατήρ Σωφρόνιος γράφει σε ένα από τα βιβλία του γι αυτήν την ακηδία λέγοντας το εξής, ακηδία ετυμολογικά σημαίνει απουσία φροντίδας για την σωτηρία.

Αυτό είναι δηλαδή ο ορισμός του πάθους αυτού. Ή με απλά λόγια το να βαριόμαστε και επειδή τώρα είναι και καλοκαίρι και συντείνει και η φυσική κατάσταση της εποχής, το να ακηδιά ο άνθρωπος (όπως λέγεται), δηλαδή να τον πιάνει αυτή η βαριεστημάρα να μην θέλει τίποτα, να αδιαφορεί, να τεμπελιάζει, να μην έχει όρεξη για τίποτα. Αυτό σημαίνει ακηδία.

Λέει λοιπόν ο γέροντας ο πατήρ Σωφρόνιος ότι εκτός από σπάνιες περιπτώσεις όλη η ανθρωπότητα ζει σε κατάσταση ακηδίας όλος ο κόσμος ευρίσκεται σε αυτή την κατάσταση, τού να μη φροντίζει για την σωτηρία του, να μην θέλει, να μην ενδιαφέρεται, να μην αισθάνεται μέσα στην ψυχή του δηλαδή αυτή την έννοια για την σωτηρία του.

Οι άνθρωποι έγιναν αδιάφοροι για την σωτηρία τους· δεν αναζητούν την θεία ζωή, περιορίζονται στα σχήματα της σαρκικής ζωής, στις καθημερινές ανάγκες, στα πάθη του κόσμου και στις συμβατικές πράξεις. Ωστόσο ο Θεός μας έπλασε από το μηδέν κατ’ εικόναν του απολύτου και καθ ομοίωσίν του. Αν η αποκάλυψη αυτή αληθεύει η απουσία της μέριμνας για την σωτηρία δεν είναι άλλο παρά ο θάνατος του προσώπου.

Οι πατέρες μέσα από την πείρα τους είδαν ότι αυτός ο πόλεμος της ακηδίας είναι ένας από τους πιο ισχυρούς πνευματικούς πολέμους, ο οποίος άπτεται της ψυχής του ανθρώπου και έχει και άμεσες ενέργειες και στο σώμα του ανθρώπου δηλαδή ο άνθρωπος ο οποίος πολεμάται από την ακηδία παραλύει και το σώμα του, δεν μπορεί να κάμει τίποτα, δηλαδή βαρύνεται ολόκληρος ο άνθρωπος.

Κυρίως λέμε ότι αυτό πολεμά τους ανθρώπους που ήδη μπήκαν σε έναν αγώνα, σε μια γνώση πνευματικής ζωής διότι ξέραμε ότι ο σατανάς τον άνθρωπο στην αρχή τον πολεμάει όπως λένε οι πατέρες εξ αριστερών, δηλαδή τον πολεμάει με τα πάθη με τις κατευθείαν αμαρτίες. Υποβάλλοντάς του τις σκέψεις, τους λογισμούς, τις επιθυμίες, να διαπράξει μία αμαρτίαν.

Και ο άνθρωπος ο μακράν του Θεού, ο οποίος δε γνωρίζει τον νόμον του Θεού, δε ζει κοντά στον Θεό, εύκολα πέφτει σε αυτές τις αμαρτίες διότι ενεργούν μέσα του τα πάθη, αγνοεί τον πνευματικό τρόπο του πολέμου κατά των παθών, δε γνωρίζει τον τρόπο της αντιστάσεως κατά των λογισμών και εύκολο είναι να υποδουλωθεί στα πάθη.

Και επειδή τα πάθη και η αμαρτία εμπεριέχουν μέσα τους ηδονή, ακόμα περισσότερον ο άνθρωπος ηδύναται στο να επιτελεί την αμαρτίαν, την εξόφθαλμη την εξ αριστερών αμαρτία. Όταν όμως κάποιος γνωρίσει το θέλημα του Θεού τότε δύσκολα επιδέχεται να κάνει μια αμαρτία. Όλοι μας κάναμε αμαρτίες όλοι ανεξαιρέτως· αν πούμε ότι δεν έχουμε αμαρτίαν είμαστε ψεύτες όλοι μας, εφ' όσον είμαστε άνθρωποι υποκείμεθα στην αμαρτίαν.

Όμως γνωρίζουμε για την αμαρτία μετανοούμε για την αμαρτίαν μας και τρόπον τινά δεν πέφτουμε από την πρώτη φορά στην αμαρτίαν. Λίγο αντιστεκόμαστε, άλλος λίγο, άλλος πολύ, γι’ αυτό και ο σατανάς έχει ένα άλλο όπλο, έναν άλλον τρόπον να πολεμεί τον άνθρωπον. Είναι οι εκ δεξιών λογισμοί δηλαδή αυτοί οι λογισμοί οι οποίοι δε φαίνονται ότι είναι πράγματι αμαρτία.

Φαίνεται ότι είναι κάτι το οποίον είναι αδιάφορον, το οποίον δεν είναι αμαρτία εκ πρώτης όψεως ή ακόμα καμιά φορά μπορεί να φαίνεται ότι είναι και αρετή. Μπορεί να φαίνεται ότι είναι καλό πράγμα αλλά πίσω από αυτό το προκάλυμμα να κρύβεται μία παγίδα, μία πτώσις. Και μπορώ να πω ότι είναι για εμάς ένας κίνδυνος αυτός και πολλοί άνθρωποι από εμάς όταν μπουν στην πνευματική ζωή πέφτουν μετά στην συνέχεια σε αυτήν την παγίδα.

Λέει ο Χριστός στο ευαγγέλιο ότι “προσεχετε μήποτε βαρεθώσιν ημών αι καρδίαι εν κραιπάλη και μέθη και μερίμναις βιοτικές” και αλλού λέει, “όταν επιστρέψει ο Κύριος ευρίσκει την πίστην επί της γης; “ Και κάπου αλλού λέει ότι “στις έσχατες ημέρες σιγήσεται η αγάπη των πολλών”, θα ψυχρανθεί η αγάπη των ανθρώπων.

Στην πρώτη λοιπόν παρατήρηση συμβουλή του Κυρίου βλέπουμε ότι μας είπε, -δε μας ανέφερε έτσι κατ’ ευθείαν αμαρτίες ας το πούμε, αλλά μέσα στην κραιπάλη στην ασωτία ας το πούμε έτσι μ’ έναν λόγο και στην μέθη- είπε και έναν άλλον λόγο και μερίμναις βιοτικές και με αποτέλεσμα αυτό, βαραίνεται η καρδία. “Προσεχετε μήποτε βαρεθώσιν ημών αι καρδίαι”. Να μην γίνουν βαριές οι καρδιές σας.

Δηλαδή πώς πρέπει να είναι οι καρδιές των ανθρώπων; Πρέπει να είναι σε εγρήγορση, σε ανάνηψη, να είναι σε συνεχή ετοιμότητα, δηλαδή όπως ένας σκοπός που είναι στο φυλάκιο και περιμένει ανά πάσα στιγμή να γίνει έφοδος. Και περιμένει στο φυλάκιο και μόλις ξεπροβάλλει ο εχθρός αμέσως ρίχνει τις σφαίρες εναντίον του, δεν αφήνει καν τον εχθρό να τον χτυπήσει.

Ενώ όταν βαρεθεί η καρδία του στρατιώτη τότε χασμουριέται, κοιμάται. Τότε δεν τον ενδιαφέρει και δεν κοιτάει τίποτα· ό,τι θέλει ας γίνει. Και βέβαια το αποτέλεσμα είναι να νικηθεί ο άνθρωπος αυτός από τον εχθρό του. Και εδώ στην πνευματική πάλη συμβαίνει το ίδιο. Ο διάβολος είναι παμπόνηρος είναι φοβερός στο να πολεμά τον άνθρωπο· έχει δε πείρα ο διάβολος πολεμιστού χιλιάδων χρόνων έτσι;

Έχει πολεμήσει με όλους αυτός· έχει πολεμήσει με τον Αδάμ και την Εύα, έχει πολεμήσει με τους προφήτες, με τους πατέρες, με τους πατριάρχες, με τον Χριστό, με τους Αποστόλους, με τους Αγίους της Εκκλησίας μας μέχρι σήμερα, χιλιάδων χρόνων πείρα. Ξέρει πώς να πολεμάει τον άνθρωπο και να ξέρετε ότι μέχρι την τελευταίαν ώρα ο διάβολος γνωρίζει πολύ καλά τον τρόπο με τον οποίον θα ρίξει τα βέλη εναντίον του ανθρώπου, γι’ αυτό ουδέποτε ο άνθρωπος πρέπει να ξεθαρρεύει.

Ουδέποτε, πρέπει δηλαδή ο άνθρωπος να έχει συνέχεια τον νου του. Να είναι σε εγρήγορση, να μην κοιμάται, να μην νυστάζει. Όταν λέω αυτό δε σημαίνει ότι θα μας πιάσει το άγχος που μας πιάνει συνήθως, άλλη παγίδα του σατανά αυτή, ότι όλα είναι αμαρτία και παντού βλέπουμε τον διάβολο να κρύβεται και δηλαδή χωρίς να το θέλει και αυτός εμείς τον βάλαμε παντού. Ό,τι δούμε είναι αμαρτία ό,τι κοιτάξουμε είναι ο διάβολος. Όποια πέτρα να σηκώσουμε νομίζουμε ότι είναι αυτός από κάτω. Αυτό είναι αρρωστημένο πράγμα· όχι και όλα να τα φορτώνουμε στον σατανά.

Δηλαδή να έχουμε μία υγεία να ξέρουμε τι είναι πόλεμος, τι είναι ενέργεια του σατανά, να ξέρουμε τι είναι φυσιολογική κατάστασις. Πρέπει να ξεχωρίζουμε αυτά τα πράγματα κι οπωσδήποτε να μην δίνουμε πολλή σημασία στον διάβολο, να μην του δίνουμε πολλή σημασία.

Ο αγώνας μας λοιπόν είναι να κρατηθούμε σε μία εγρήγορση, οι μέριμνες οι βιοτικές όπως λέει ο Χριστός είναι άρα ένας κίνδυνος, ένας κίνδυνος ο οποίος παραμονεύει να αρπάξει όλους μας, όλους μας ανεξαιρέτως. Θα μου πει κανείς: «Μα πάτερ δε θα μεριμνούμε; Έχουμε οικογένεια, είμαστε μέσα στον κόσμο, έχουμε παιδιά, έχουμε δουλειά, δε θα μεριμνούμε; Θα είμαστε αμέριμνοι αναίσθητοι είναι δυνατόν;»

Δεν είναι αυτή η σημασία του λόγου του Χριστού, δεν είναι να γίνουμε αδιάφοροι, αναίσθητοι, όχι. Θα μεριμνούμε· αλλά πώς θα μεριμνούμε; Θα μεριμνούμε όχι μόνο η ψυχή όπως λέει σε άλλο ευαγγέλιο, θα μεριμνούμε μέχρις ένα σημείο· από εκεί και κάτω θα αφήνουμε τον Θεό να μεριμνά και πολύ περισσότερο αυτή η μέριμνα, αυτή η φροντίδα μας δε θα αιχμαλωτίζει την ψυχή μας.

Θα έρχεται σε δεύτερη μοίρα η φροντίδα. Η πρώτη φροντίδα θα είναι η βασιλεία του Θεού: “ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού”. Η δεύτερη φροντίδα, η τρίτη φροντίδα, τα υπόλοιπα βιοτικά πράγματα τα οποία θα γίνονται μεν, αλλά πάντα σε αυτά θα μπαίνει και η προσευχή. Η οποία προσευχή θα τα εναποθέτει εις τον Θεόν.

Θα κοιτάξουμε όμως ειδικά αυτό το κεφάλαιο της ακηδίας πώς μάς το περιγράφει ένας από τους μεγάλους πατέρες της Εκκλησίας. Μελετήσαμε κι άλλες φορές ο άγιος Ιωάννης της κλίμακος ο οποίος έγραψε την κλίμακα. Στο δέκατο τρίτο λόγο λοιπόν ή στο δέκατο τρίτο σκαλοπάτι αυτής της κλίμακας της σκάλας αυτής, ομιλεί περί ακηδίας.

Και λέει λοιπόν εξετάζει την ακηδία και λέει ο Άγιος τι είναι η ακηδία; Κατ’ αρχάς (λέει), η ακηδία είναι ένα από τα κλαδιά της πολυλογίας. Κι όταν λέει πολυλογία εννοεί όχι μόνο το να μιλάμε πολύ, να μιλάμε για όλα τα θέματα, να ανακατευόμαστε παντού δηλαδή, αλλά σημαίνει το να φροντίζουμε και να ασχολούμαστε με όλα, ο νους μας δηλαδή να ασχολείται με όλα τα πράγματα, ό,τι ακούμε, ό,τι βλέπουμε, όποια υπόθεση έρθει μπροστά μας, αμέσως εμείς μέσα.

Αυτό είναι το πνεύμα της πολυλογίας της πολυασχολίας ένα από τα κλαδιά, ένα γέννημα αυτού του πάθους να ασχολούμαστε με όλα είναι η ακηδία. Και λέει λοιπόν εδώ, τι σημαίνει ακηδία; Ακηδία σημαίνει παράλυσις της ψυχής, παραλύει η ψυχή δηλαδή, ο ψυχικός μας κόσμος και δεν θέλει τίποτα, δεν μπορεί να κάνει τίποτα, δεν επιθυμεί τίποτα, δεν έχει καμία διάθεση για τίποτα πνευματικό.

Είναι παράλυτη είναι νεκρή είναι ανενέργητη η ψυχή και έκλυσις του νου, και ο νους παράλληλα με την παράλυση της ψυχής χάνεται τρέχει εδώ και εκεί, εκλύεται δε μαζεύεται με τίποτα ο νους όποια πόρτα ανοίξει μέσα. Δεν ελέγχεται δε μπορείς να τον ελέγξεις να τον γυρίσεις πίσω, πάει σε όλες τις υποθέσεις.

Ακόμα αδιαφορία και οκνηρία προς την άσκηση αυτό η παράλυση της ψυχής η έκλυση του νου έχει σαν αποτέλεσμα ότι γινόμαστε οκνηροί, τεμπέληδες και όχι μόνο τεμπέληδες, αλλά και αδιάφοροι ακόμα για την άσκηση. Ποια είναι η άσκηση αυτό που κάνουμε ο καθένας στα μικρά του μέτρα, η μικρή προσευχή που κάνουμε κάθε μέρα, η ανάγνωσις του λόγου του Θεού, η μελέτη των βίων των αγίων, η συμμετοχή μας εις την λατρείαν του Θεού, εις την ευχαριστίαν, εις την θείαν λειτουργίαν.

Η συμμετοχή μας εις τις αγαθές πράξεις, το να τρέξουμε να βοηθήσουμε έναν άνθρωπο, να τρέξουμε στην εκκλησία, να τρέξουμε εις τον λόγον του Θεού, αυτή η πρακτική συμμετοχή μας σε τέτοια έργα όπως και η καθημερινή προσευχή είναι ο κύκλος της μικράς μας ασκήσεως. Η ακηδία λοιπόν σημαίνει ότι φέρνει μίσος οκνηρία και αδιαφορία για την άσκηση.

Ακόμα λέει ότι η ακηδία μακαρίζει τους κοσμικούς εννοεί για τους μοναχούς και για μας τους ανθρώπους της εκκλησίας όταν μας πιάσει αυτή η ασθένεια τότε στα μάτια μας γυαλίζει όπως το λέμε η κοσμική ζωή. Βλέπαμε παραδείγματος χάριν τους ανθρώπους που τριγυρνούν έξω και διασκεδάζουν και λέμε τι ωραία αυτοί, αυτοί κάνουν ζωή όχι εμείς.

Όπως τις προάλλες ένα παιδί το οποίο δεν τα καταφέρνει να παντρευτεί και πήρε τηλέφωνο και άρχισε να μου λέει: φταίτε εσείς οι παπάδες, οι εκκλησιές δε μας αφήνετε να κάνουμε και εμείς ότι κάνουνε οι άλλοι και μας πιάνει η σεμνότητα επειδή δε κάνουμε εμείς αυτά που κάνουνε οι άλλοι και δε βρίσκουμε εκεί μια κοπέλα να παντρευτούμε και μείναμε είμαστε τόσο χρονών ξέρω εγώ και του λέω εγώ, ποιος σε εμποδίζει αν θες να κάνεις ότι κάνουνε οι άλλοι; σου είπε κανείς τίποτα; Εδώ ελευθερία παιδί μου, δημοκρατία.

 Ενώ οι άλλοι πάνε και προκαλούν διάφορα πράγματα δε μπορώ να σας τα πω, βέβαια μέσα στην αγωνία του ότι δεν παντρεύεται, ε και η ακηδία μέσα στην πνευματική ζωή άρχισαν να του φαίνονται ότι όλα όσα είναι έξω από την εκκλησία είναι πολύ ωραία, αρχίζει να θαμπώνεται από την κοσμική ζωή γιατί παραλύει η ψυχή και η αμαρτία, ο κοσμικός τρόπος, η φιληδονία των ανθρώπων, ο τρόπος ντυσίματος, ο τρόπος ζωής φαίνεται πολύ ωραίος.

 Και μας ελκύει, μας γοητεύει, διότι πλέον εις την ψυχή προηγήθηκε ένα άλλο πάθος, έφυγε η εγρήγορση, ήλθε ο νυσταγμός νυστάζουμε και η ακηδία εισχώρησε βαθιά. Ακόμα λέει ο άγιος Ιωάννης ότι εκτός που μακαρίζει τους κοσμικούς κατηγορεί και τον Θεόν, ότι δεν είναι σπλαχνικός και φιλάνθρωπος, έτσι στρέφεται και εναντίον του Θεού το πάθος της ακηδίας και λέει ο Θεός είναι τύραννος. που είναι για να μας βοηθήσει; δε βοηθά τον κόσμο δε μας αγαπά, θέλει να μας τυραννά να μας κάνει να υποφέρουμε.

Δεν φέρει ευχαρίστως ο άνθρωπος της δυσκολίες της ζωής του μόλις έλθει μια δυσκολία, μια αποτυχία, ένα πρόβλημα· αντί να το βαστάξει με υπομονή, ευχαριστία και δοξολογία του Θεού, το στρέφει εναντίον του Θεού και γογγύζει εναντίων του Θεού. Δεν το δέχεται διότι η ψυχή του δεν έχει δύναμιν· είναι υπό το βάρος της ακηδίας. Και ακόμα λέει αυτή φέρνει ατονία την ώρα της ψαλμωδίας και αδυναμία την ώρα της προσευχής.

Όταν πάμε να προσευχηθούμε, τότε κόβονται τα πόδια μας, πονάει η μέση μας, πονάει το κεφάλι μας, νυστάζουμε όλη μέρα· είμαστε μια χαρά στην τηλεόραση πρόθυμοι, το να ακούσουμε κανένα νέο να συμμετέχουμε πρόθυμοι, όταν έρθει η ώρα της προσευχής αρχίζουμε και χασμουριόμαστε· από την ώρα που θα πούμε ευλογητός ο Θεός αρχίζει το στόμα μας και ανοίγει, χασμουρητά απέραντα ατελείωτα.

Λοιπόν λέει εδώ ακόμα ότι αυτή η ακηδία μας κάνει σιδερένιους στα διακονήματα, στις δουλειές να σφουγγαρίζουμε να μαγειρεύουμε να κάνουμε γλυκίσματα, τούρτες, κρέμες - βλέπεις οι γυναίκες όλη μέρα-, λες: μα δεν είσαι κουρασμένη; -Όχι δυο λεπτά να κάνω μια τούρτα, δυο λεπτά να σου κάνω μια κρέμα… -Μα δε θέλω κρέμα, αφού όλη μέρα παραπονιέσαι ότι κουράστηκες! –Κουράστηκα! και μόλις το λέει αρπάζει τον φλόκο να σφουγγαρίσει! Ε, κάτσε παιδί μου, αφού κουράστηκες! -Όχι δε μπορώ να τα βλέπω έτσι! (και δώστου σφουγγάρισμα).

Ε κάμε προσευχή! -Δε μπορώ! -Διάβασε το ευαγγέλιο! -Δε μπορώ, νυστάζω! Μόλις πιάσει το βιβλίο, αμέσως αποκοιμιέται μέσα. Μας κάνει λοιπόν η ακηδία, (λένε οι πατέρες), σιδερένιους στα διακονήματα, στις δουλειές αυτές. Άλλους στο εργόχειρο για τέτοια εργόχειρα που κάνουμε εμείς οι μοναχοί, αλλά και δουλειές πρακτικές· εκεί δε βαριόμαστε με τίποτα, και οτιδήποτε αφορά την ζωή που δεν είναι προσευχή και μελέτη και λόγος του Θεού γινόμαστε σπουδαίοι.

Αναφέρεται εις τον βίον του αγίου Αντωνίου (αν δεν απατώμαι), ότι κάποτε ήρθαν κάποιοι να τον συμβουλευτούν και ήταν κοσμικοί άνθρωποι. Λέει: Πάτερ πες μας κάτι για την πνευματική ζωή! Ε, άρχισε ο Άγιος ομιλούσε, σε λίγο άλλος κοιμόταν απ' εδώ, άλλος κοιμόταν απ' εκεί, βαριόντουσαν, στριφογύριζαν πάνω στο κάθισμα, άλλαξε την κουβέντα κι άρχισε να μιλά για τα εμπόρια, ότι στην Αίγυπτο υπάρχει αυτό το εμπόριο κι άκουσα ότι αυτή την περίοδο πουλιούνται αυτά τα υφάσματα τα λινά ξέρω ‘γω αυτά, κι αμέσως ζωντάνεψαν. -Βέβαια τ’ ακούσαμε κι εμείς, έτσι πάει, έτσι γίνεται. Κι αμέσως βλέπεις και λέει: -Άντε παιδιά, πάτε στην Αίγυπτο γιατί εδώ είναι έρημος και δεν υπάρχει τρόπος.

Θυμάμαι και εγώ καμιά φορά εκεί που ερχόντουσαν στον πατέρα Παϊσιο (τον ασκητή αυτόν), τού λέγανε (ξέρετε, άνθρωποι που είχαν ένα επίπλαστο ενδιαφέρον για την πνευματική ζωή), -Γέροντα πες μας κάτι! και αυτός βέβαια είχε χάρισμα έβλεπε την ψυχή. Τού έλεγαν: «Γέροντα πες μας κάτι για να ωφεληθούμε». Τους έλεγε: -Πόσα πάνε τώρα οι λίρες της Αγγλίας οι χρυσές; Πάνε ας πούμε είκοσι χιλιάδες η κάθε μια;

 Αυτοί λένε: -Μα τι λέει αυτός τρελάθηκε; Ή έλεγε (ας πούμε) διάφορα πράγματα, ξέρω γω, «ένα αυτοκίνητο Μερσεντές πόσο στοιχίζει;» Δεν μπορούσαν να καταλάβουν ότι αυτός τους απαντούσε ανάλογα με την διάθεσίν τους. Τού έλεγαν: «Πες μας κάτι». Όμως ούτε διάθεση είχαν να τον ακούσουν ούτε να κάνουν εκείνα που θα έλεγε αλλά ούτε και ουσιαστικά επιθυμούσαν τον πνευματικό λόγο. Ήταν μια επιπόλαια αναζήτησις.

Θυμάστε και στο ευαγγέλιο που που σε μια περίπτωση αναζητούσαν οι άνθρωποι τον Χριστό να τον κάνουν βασιλιά. Ήθελαν να τον κάνουν βασιλιά, αλλά γιατί; Όχι γιατί τους ομίλησε για την βασιλεία του Θεού· όχι. Τους έλεγε τέτοια πράγματα κι ούτε πολυκαταλάβαιναν. Μόλις τους εμοίρασε ψωμιά και ψάρια και φάγαν και από τα πέντε ψωμιά και τα επτά ψάρια έφαγαν πέντε χιλιάδες κόσμος κι έφαγαν και χόρτασαν, τους άρεσε αυτό. «Είναι καλός αυτός κάνει για βασιλιάς λοιπόν φέρ' τον εδώ να μας δίνει να τρώμε». Οπότε, έψαχναν να τον βρούνε να τον κάνουν βασιλιά. Όταν τους έλεγε: «Μακάριοι οι πραείς και μακάριοι οι πτωχοί και μακάριοι αυτοί», αγρόν ηγόρασαν, ούτε βασιλιά θέλαν να τον κάνουν ούτε και πολύ πολύ έβαζαν αυτί. «Άστον να λέει!» διότι έτσι είναι η στάθμη των πραγμάτων.

Λέει λοιπόν ένα ωραίο εδώ ο Άγιος: το κοινόβιον είναι εχθρός της ακηδίας, ενώ σε ένα ησυχαστή η ακηδία γίνεται σύζυγος αιώνιος. (Μιλάει για τους μοναχούς). Δε θα αποχωριστεί ποτέ τον ησυχαστή πριν τον θάνατόν του και θα τον πολεμά καθημερινά. Αυτόν δηλαδή τον μοναχό ο οποίος ασχολείται με την προσευχή και την μελέτη, θα είναι πάντα δίπλα του. Και παρομοιάζει τώρα την ακηδία σαν πρόσωπο και λέει ότι αυτή τριγυρνούσε και μόλις αντίκρισε το κελί του ησυχαστού εχαμογέλασε και αφού τον πλησίασε είπε: «Εδώ θα καθίσω και δεν πρόκειται να φύγω ποτέ απ’ εδώ».

Δηλαδή όταν δει άνθρωπο ο οποίος έχει έφεσιν εις την ησυχαστική ζωή δηλαδή να μην ασχολείται με τους περισπασμούς αλλά με την πνευματική ζωή, με την προσευχή, με την μελέτη τότε αμέσως κάθεται δίπλα του αυτή η ακηδία, και λέει θα κάτσω εδώ και χαμογέλασε· βρήκε καλό πεδίο δράσεως δηλαδή και λέει εδώ είμαστε, εδώ θα καθίσω. Διότι είναι εύκολο στον άνθρωπο που δεν έχει πρακτική ζωή να πέσει στα δίχτυα της ακηδίας.

Ακόμα λέει, «η ακηδία προτρέπει στο έργο του ξενοδόχου και παρακαλεί να γίνονται εργόχειρα και να προσφέρονται ελεημοσύνες, παρακινεί να γίνονται με προθυμία επισκέψεις στους ασθενείς, παρακαλεί να πηγαίνουμε στους λυπημένους και λιγόψυχους. Ενώ ιστάμεθα στην προσευχή μας υπενθυμίζει διάφορα αναγκαία πράγματα και χρησιμοποιεί κάθε τέχνασμα ώστε να μας τραβήξει από εκεί». Σαν ένα καπίστρι με κάποια αιτία εύλογη αυτή η παράλογη ακηδία.

Όταν έρχεται η ώρα που πρέπει να ασχοληθούμε με την προσευχή, με τον λόγο του Θεού, τότε θυμόμαστε να κάνουμε επισκέψεις σε ανθρώπους που έχουνε ανάγκη. Και μες το νου μας, μάς λέει: «Τι κάθεσαι τώρα εδώ; πήγαινε εκεί έχουν ανάγκη, τρέξε! εδώ είναι άρρωστοι, πήγαινε εκεί είναι απελπισμένοι, ή τώρα έχεις δουλειά κάνε το ένα κάνε το άλλο», δε μας αφήνει δηλαδή να ιεραρχήσουμε τα πράγματα.

Και πολλές φορές παρατηρείται στους ανθρώπους της εκκλησίας να τρέχουν συνέχεια δεξιά και αριστερά, και τελικά ξεχνούν το βασικότερο το οποίο είναι η προσευχή και το παθαίνουμε ξέρετε και εμείς οι ιερείς αυτό το πράγμα· δηλαδή μας πιάνει ο πειρασμός να χτίσουμε, να χτίσουμε εκκλησίες να χτίσουμε ιδρύματα, να χτίσουμε κάτι, οτιδήποτε, να κάνουμε έργα και δώστου τρέχουμε από δω, απ' εκεί όλη μέρα, περνάει η μέρα όλη, φτάνει η νύχτα, κατάκοποι! πού να κάνουμε προσευχή! «Δε μπορώ τώρα, όλη μέρα έτρεχα».

 Πού να διαβάσω το ευαγγέλιο, δεν έχω χρόνο, τελείωσε ο χρόνος. Πέρασε η μέρα αυτή, την άλλη μέρα το ίδιο, την άλλη μέρα το ίδιο, και τι μένει; Μένει ότι όλη αυτή η εξωστρέφεια, όλο αυτό το κυνηγητό των πραγμάτων, μάς εξουθενώνει, μάς κουράζει και ενώ δίνουμε συνέχεια δεν αποθηκεύουμε τίποτα μέσα μας. Κι έρχεται μια ώρα που αισθανόμαστε άδειοι, κενοί, δεν έχουμε περιεχόμενο, δεν μπορούμε να πούμε τίποτα γιατί αδειάσαμε. Κι αν είχαμε και κάτι τι, το χάσαμε.

Γι’ αυτό είναι πολύ σπουδαίο πράγμα, πολύ σοβαρό πράγμα, να υπάρχει μία ισορροπία μέσα στον πνευματικό άνθρωπο. Ούτε να πει ο άνθρωπος ότι: «εγώ κλείνομαι σπίτι μου και δεν ενδιαφέρομαι για τίποτα»· δεν έχει αυτή την δύναμη και να θέλει, αλλά ούτε πάλι να τρέχει όλη μέρα και να περισπάται όλη μέρα, έστω κι αν ο περισπασμός αυτός αφορά πνευματικά έργα και να μη μένει καθόλου χρόνος για προσευχή.

Διότι κάθε έργο, λένε οι πατέρες, που δεν έχει προσευχή, είναι σαν ένα σώμα άψυχο. Όπως ένα σώμα άμα δεν έχει ψυχή είναι νεκρό, έχει μεν όλα τα μέλη, έχει χέρια, έχει πόδια, έχει κεφάλι, έχει καρδιά έχει όλα τα όργανα, αλλά είναι νεκρό διότι δεν έχει ψυχή, η ψυχή το ζωοποιεί. Το ίδιο πράγμα κάθε έργο το οποίο μπορεί να είναι πνευματικό, μπορεί να φαίνεται ότι είναι έργο αγάπης, έργο βοηθείας αλληλεγγύης, αλλά δεν μετέχει προσευχής, δεν έχει προσευχή αυτό το έργο· αυτό το έργο είναι άψυχο.

Και τουλάχιστον εγώ το είδα πολλές φορές στον εαυτό μου, ότι όσες φορές γελάστηκα και έχασα αυτή την ισορροπία, τότε είδα ότι και τα λόγια και τα έργα δεν είχαν την ψυχήν αυτήν του Αγίου Πνεύματος. Ενώ όσες φορές υπάρχει η ισορροπία της προσευχής με την πρακτική εργασία, τότε πράγματι και το μικρόν έργον έχει μεγάλην δύναμιν. Και θυμάμαι τους λόγους των Αγίων, τους λόγους των Γερόντων. Ένας άνθρωπος πλανεμένος, ένας άνθρωπος αιρετικός, ένας άνθρωπος μακράν του Θεού, μπορεί να κουβεντιάζαμε μαζί ώρες ολόκληρες, να του έφερνα όλα τα επιχειρήματα, όλες τις λογικές και όλες τις αγιογραφικές αποδείξεις ότι δεν πάει καλά. Κι ενώ μιλούσα ώρες και έβγαζε η γλώσσα μου μαλλιά δε μπορούσα να βγάλω αποτέλεσμα, δε μπορούσα να βγάλω τίποτα αποτέλεσμα.

Έφευγε από εμάς πήγαινε στον πατέρα Παϊσιο σε έναν άγιο γέροντα κι εκείνος έλεγε τρεις λέξεις, τρεις κουβέντες· αυτές οι τρεις κουβέντες άλλαζαν όλη του την ζωή. Γιατί; Διότι ο λόγος των Αγίων ήταν λόγος που έβγαινε μέσα από καρδία μέσα από ύπαρξη προσευχής και μετείχε της χάριτος του Αγίου Πνεύματος. Ο δικός μας ο λόγος ήταν νεκρός· δεν είχε την δύναμη της προσευχής των Αγίων. Γι αυτό όλα τα έργα, όλα τα λόγια, όλες οι ενέργειες, (και οι καλές ακόμα), δεν ενεργούν αν είναι αμέτοχες προσευχής.

Αλλά όταν λέμε προσευχή σημαίνει ότι πρέπει να γίνεται μέσα σε αυτή την πολυκύμαντον ημέραν μας, την καταπιεστική ημέρα που τρέχουμε και δεν προλαβαίνουμε να βάλουμε ένα φρένο. Και να πούμε ότι αυτά τα δέκα λεπτά θα είναι λεπτά με τα οποία δε θα ασχοληθούμε με τίποτα άλλο. Θα σταθώ εκεί, θα γονατίσω εκεί, και θα κάνω μόνο προσευχή. Όλη μέρα προσευχόμαστε, όταν μαγειρεύουμε, όταν οδηγούμε, όταν ταξιδεύουμε, όταν σφουγγαρίζουμε, όταν σκουπίζουμε, προσευχόμαστε, πρέπει να προσευχόμαστε είναι πολύ καλό, σπουδαίο, μεγάλη ωφέλεια· αλλά δε φτάνει αυτό, πρέπει να αφιερωθεί και χρόνος ο οποίος χρόνος να μην είναι χρόνος για τίποτε άλλο.

Ακούω καμιά φορά και κάτι αστείο. Λένε: «πάτερ δε μπορώ να βλέπω τηλεόραση και να κάνω και κομποσχοίνι;» Λέω: «πώς δεν μπορείς; όλα μπορείς να τα κάνεις, φτάνει να θέλεις». Κωμικό πράγμα! εντάξει, δηλαδή για να μη μας πειράζει η συνείδησή μας ότι βλέπουμε τηλεόραση κρατάμε το κομποσχοίνι. Δηλαδή τον εαυτό μας τον κοροϊδεύουμε και εμπαίζουμε και κάπου και τον Θεό.

 Εντάξει δες τηλεόραση. Την ώρα που βλέπεις τηλεόραση (και ασφαλώς δεν είναι κάτι το αμαρτωλό και μπορείς να το δεις), λέγε και την ευχή (και καλό είναι να λέμε την ευχή, έστω κι αν βλέπουμε τηλεόραση), αλλά μη θεωρείς την ώρα της τηλεόρασης ότι κάνεις την προσευχή σου. Ότι εκτελείς δηλαδή το καθήκον σου ας το πούμε έτσι.

Λοιπόν να σας διαβάσω να δείτε πώς λέει εδώ, (βέβαια μιλάει για τους μοναχούς αλλά είναι καλά για όλους μας): Ο δαίμονας της ακηδίας στον μοναχό τον οποίον έχει καταλάβει, δημιουργεί της τρεις πρώτες ώρες της ημέρας, (πρώτη τρίτη και έκτη, δηλαδή έξη, εννιά, δώδεκα το πρωί), μια κατάσταση φρίκης. Πονοκέφαλο και πυρετό κι ανακάτωμα του στομάχου.

Το πρωί ο μοναχός αντί να πάει εκκλησία αισθάνεται άρρωστος. Πονάει το στομάχι του, ζαλίζεται, δε μπορεί, είναι όλα άνω - κάτω μέσα του. Μόλις φτάσει ενάτη ώρα παρατηρείται κάποια μικρή βελτίωσις· μόλις περάσει το μεσημέρι και έλθει η ώρα της ενάτης, δηλαδή γύρω στις τρεις το μεσημέρι, πάνε τα πράγματα καλύτερα, γιατί λέει εδώ, μόλις στρωθεί η τράπεζα, αναπηδά μέσα από το στρώμα του, μόλις έρθει η ώρα του φαγητού αυτός γίνεται καλά κι είναι μια χαρά όλα.

Μόλις έλθει η ώρα της προσευχής πάλι αισθάνεται βαρυμένο το σώμα του και μόλις σταθεί να προσευχηθεί η ακηδία τον βυθίζει στον ύπνο και με άπειρα χασμουρητά του αρπάζει από το στόμα τον στοίχο της προσευχής. Βλέπετε, λέει, όταν είναι κάτι το φιλήδονο, όταν (ας πούμε), έχω μια πρόσκληση να βγω έξω να φάω το βράδυ, ε, λίγο πολύ γίνομαι καλά· βρίσκω τον εαυτό μου και πάω και μόλις μπω και στην κατάσταση εκεί, την ατμόσφαιρα, ξεχνάμε και τον πονοκέφαλο ξεχνάμε και την αδυναμία κι είμαστε καλά.

Αν είναι ξέρω γω να πάμε στην αγρυπνία, ου! πού να πάμε στην αγρυπνία! Μόλις πάμε κι αρχίσει η αγρυπνία, όλα αντίθετα. Αρχίζουν οι κόποι και οι μόχθοι. Η ακηδία είναι ένας ψυχικός θάνατος που περιέχει όλα τα κακά. Όμως η ανδρεία ψυχή κατόρθωσε να αναστήσει τον νου που ήταν νεκρός, διότι η ακηδία κατόρθωσε να σκορπίσει όλον τον πλούτο της ψυχής.

Τον καιρό της ακηδίας φαίνονται οι βιαστές άνθρωποι και τίποτε άλλο δε προξενεί στον μοναχό τόσους στεφάνους όσο η ακηδία. Πρόσεξε καλά και θα την αντιληφθείς να μην αφήνει τα πόδια σου σε όρθια στάση· μας σπρώχνει όταν καθόμαστε να γέρνομε στον τοίχο, μας προτρέπει να κοιτάζουμε έξω από το παράθυρο, δημιουργεί φανταστικά χτυπήματα και οιδήματα ποδιών, δημιουργεί ένα σωρό φαντασίες.

Εδώ θα σταθώ, (λέει ο Άγιος) τίποτα δε προξενεί στεφάνους στον άνθρωπο όσο η ακηδία. Γιατί; Εδώ το μυστικό του αγώνα όταν ευρισκόμαστε σε κατάσταση χάριτος, δηλαδή ενεργεί μες την ψυχή μας η χάρις του Θεού, τότε εύκολα προσευχόμαστε, εύκολα πηγαίνουμε στην εκκλησία, μας ευχαριστεί η ανάγνωση του λόγου του Θεού, διότι η ψυχή μας έχει μια αίσθηση, μια γεύση της χάριτος του Θεού και τότε γίνονται όλα εύκολα, μας αρέσει η πνευματική ζωή.

Όταν μας πιάσει η ακηδία τότε όλα γίνονται δύσκολα, ξερά, δε βρίσκουμε κανένα νόημα σε τίποτα απολύτως, η προσευχή είναι βάρος ο νους τρέχει, δε μαζεύεται με τίποτα, όλα μας φέρνουν μια αηδία. Όμως ο άνθρωπος ο οποίος βιάζει τον εαυτό του αυτή την ώρα που του φαίνονται όλα ανάποδα, αυτή την ώρα να μη χαλάσει το πρόγραμμά του, αυτός ο άνθρωπος προξενεί στον εαυτό του πολλούς στεφάνους χάριτος.

Προσθήκη χάριτος διότι αυτή την ώρα είναι που φαίνεται ο αγώνας. Διότι την ώρα της χάριτος δεν είναι δύσκολο να αγωνισθείς· όλα είναι εύκολα εκείνη την ώρα. Σε θέλω να φανείς την ώρα που όλα είναι αντίθετα, και αυτή την ώρα πραγματικά φαίνεται η αγάπη του ανθρώπου προς τον Θεό. Γι’ αυτό αν είμαστε αγωνιστές πραγματικά θα χαιρόμαστε όταν έρχεται η ώρα της ακηδίας.

Όταν έρχεται αυτή η ώρα που τίποτα δε μας φαίνεται μπροστά μας καλό, εμείς θα πούμε πολύ ωραία τώρα εδώ σε θέλω, θα σε αρπάξω και θα σε στήσω μέσα εδώ να λιώσεις μες την ζέστη, να σκάσεις εδώ, να γεμίσεις ιδρώτες, να πεθάνεις στα χασμουρητά στον ύπνο ξέρω ‘γω στον νυσταγμό, αλλά δεν πρόκειται να σε αφήσω να φύγεις απ’ εδώ αν δεν εκτελέσεις το πρόγραμμά σου μέχρι την τελευταία του γραμμή.

Εάν ο άνθρωπος έχει αυτή την ανδρεία, τότε ανασταίνει τον νεκρό νου από τα βάρη της ακηδίας. Κι ακόμα περισσότερο αποδεικνύει στον Θεό ότι πραγματικά τον αγαπά χωρίς ανταπόδοση. Δεν μας ενδιαφέρει εμάς η ανταπόδοση του Θεού, δε μας απασχολεί δηλαδή αν ο Θεός μας δώσει δάκρυα στην προσευχή ή όχι, δε μας απασχολεί αν αισθανόμαστε παρηγοριά μέσα μας, αν αισθανόμαστε χαρά, αν αισθανόμαστε ξεκούραση, δεν μας ενδιαφέρει αυτό.

Μας απασχολεί ένα πράγμα: το να σταθούμε εμείς ακριβείς στο έργο της πνευματικής εργασίας. Να φανεί η ανδρεία· και η ανδρεία φαίνεται την ώρα της ακηδίας, δε φαίνεται την ώρα της χάριτος· την ώρα της χάριτος είναι όλα πολύ εύκολα.

Μερικοί πρακτικοί τρόποι που είναι έτσι σαν σπαθιά, σαν μάχαιρα που κόβει την ακηδία, είναι η φιλοπονία, το πρόγραμμα. Το πρόγραμμα είναι βασικότατο πράγμα στον άνθρωπο. Ο άνθρωπος έχει ένα πρόγραμμα, λαμβάνει από τον πνευματικό του ένα πρόγραμμα· ότι κάθε μέρα πρέπει να διαβάζεις τον λόγο του Θεού, κάθε μέρα πρέπει να προσεύχεσαι, την Κυριακή πρέπει να πας στην Εκκλησία, σήμερα είναι παρασκευή πρέπει να νηστεύσεις, πρέπει να κάνεις αυτή την αγρυπνία, πρέπει να κάνεις αυτό το πράγμα. Έχει έναν κανόνα, ένα πρόγραμμα· αυτό το πρόγραμμα είναι το ξίφος κατά της ακηδίας.

Και λέει ο άνθρωπος: Ό,τι κι αν γίνει. επ' ουδενί λόγω θα παραβώ το πρόγραμμά μου, επ' ουδενί λόγω ξέρω γω, πεινώ, διψώ, ή οτιδήποτε, σήμερα είναι νηστεία· δε πρόκειται να παραβώ εγώ την νηστεία. Μπορεί να επιθυμώ να φάω ένα παγωτό· αποκλείεται! οτιδήποτε να συμβεί δε παραβαίνω την νηστεία. Πηγαίνω το βράδυ στο δωμάτιό μου και σκάζω από την ζέστη. Δε μπορώ πώς να σταθώ να προσευχηθώ· είμαι μούσκεμα στον ιδρώτα, δε γίνεται θα κάτσω εδώ και θα προσευχηθώ. Πλημμυρίζουμε ολόκληροι από ιδρώτα· παραμένουμε εκεί. Θα τηρήσω το πρόγραμμα, δε θ' αφήσω το πρόγραμμα να φύγει.

Αυτή η βία, αυτός ο αγώνας είναι ο αγώνας ο οποίος με μία λέξη λέγεται από την εκκλησία φιλοπονία, άσκηση. Η άσκηση έχει αποτέλεσμα άμεσο την ενέργεια της χάριτος, ενεργεί η χάρις εις την ψυχή του ανθρώπου· κι όταν ενεργήσει η χάρις τότε αμέσως ένα - ένα τα πράγματα τακτοποιούνται. Αποδεσμεύεται ο άνθρωπος από την ύλη των παθών, αποδεσμεύεται και από την ενέργεια και του περιβάλλοντος ακόμα.

Ξέρετε ότι είδα ανθρώπους μοναχούς οι οποίοι κολυμπούν κυριολεκτικά στον ιδρώτα μες την εκκλησία ή την προσευχή ώρες ολόκληρες. Θυμάμαι έναν μοναχό στο Άγιο Όρος ο οποίος εκλείνετο στο κελί του έξη ώρες· κάθε βράδυ να λέει την ευχή έξη ώρες και το κελάκι του πάρα πολύ μικρό· ένα μικρό δωμάτιο, μα δηλαδή αν έπιανες εκείνο το ράσο να το κάνεις έτσι, έσταζε νερά. Μούσκεμα, λες και του έριχναν ένα κουβά νερό από πάνω. Και του 'λεγαν: «Άνοιξε τουλάχιστον λίγο την πόρτα να πάρεις λίγο αέρα!» Όχι, εκεί! αδύνατον πράγμα να τον πείσεις να υποχωρήσει.

Αδύνατον πράγμα, βιαστής, άκρως αγωνιστής άνθρωπος. Το αποτέλεσμα ποιό ήταν; Ότι σε λίγο καιρό έφτασε σε μέτρα, μέτρα προσευχής, μέτρα αγώνων. Διότι εσυνέδεσε την δύναμη της ψυχής του με την άρνηση αυτού που λέει ο Χριστός: “απαρνησάσθω εαυτόν και να μισήσει έτι και την εαυτού ψυχήν” να μισήσεις ακόμα και την ζωήν σου. Δηλαδή ο πόθος σου για τον αγώνα, ο πόθος σου για άσκηση, έχει τέτοια δύναμη, ώστε δεν υπολογίζεις ακόμα ούτε και την υγείαν σου. Την σωματικήν σου υγεία ούτε την ζωή σου ακόμα, φτάνει εσύ να αγωνισθείς.

Και στους βίους των Αγίων είδαμε πολλές φορές ακραίες καταστάσεις. Θυμάστε παραδείγματος χάριν, η οσία Ειρήνη η Χρυσοβαλάντου όταν προσευχόταν, είχε σαν όρο στον εαυτό της να προσεύχεται από την δύση του ηλίου ως την ανατολή. Και μια φορά πήρε φωτιά το κελί της και καίγονταν τα ρούχα της, στεκόταν και καιγόντουσαν τα ρούχα της και δεν ετάραξε από την θέση της, δεν επέτρεψε στον εαυτό της να βγει από το κελί της· καιγόταν ολόκληρη και αυτή δεν κατέβασε τα χέρια από την προσευχή.

Ο όσιος Θεόδωρος ο ηγιασμένος, στην έρημο της Θηβαίδας στην Αίγυπτο, τον καιρό του μεγάλου Παχωμίου, την ώρα που προσευχόταν τυλίχθηκε στο πόδι του μια έχιδνα· τυλίχθηκε στο πόδι του και τον δάγκανε. Και ούτε καν κατέβασε τα μάτια του να δει την έχιδνα, απλώς με το πόδι του την κράτησε εκεί ακίνητη. Όλη την νύχτα μέχρι που τελείωσε την προσευχή και μετά να αρπάξει την έχιδνα να την πετάξει.

Ή πολλές φορές βλέπουμε στους βίους των Αγίων ότι ο διάβολος τους δημιουργούσε φαντασίες· φοβερές φαντασίες. Γέμιζε το δωμάτιό του σκορπιούς, φίδια, ποντικούς… Ορμούσαν πάνω τους να τους φάνε. Αυτοί ατάραχοι, ατράνταχτοι εκεί. Ό,τι κι αν εγίνετο δεν εδέχοντο επ' ουδενί λόγω να διακόψουν την προσευχή. Και αυτή η δύναμη της πίστεως ήταν αυτή που τους απέδειξε μάρτυρες, ομολογητές της αγάπης του Θεού. Διότι όταν ο άνθρωπος έχει τέτοιο γενναίο φρόνημα και δεν υποχωρεί στην τήρηση του προγράμματος, τότε υποχρεώνεται ο Θεός, τότε ο Θεός υποχρεούται να υπερασπίσει τον άνθρωπο και ουδέποτε άνθρωπος έπαθε ζημιά όταν αφιέρωσε τον εαυτό του εις την προσευχή και αφιέρωσε χρόνο εις τον Θεό.

Ξέρετε ότι αυτός ο μικρός χρόνος ανακαινίζει σα το προζύμι που ζυμώνει όλη τη ζύμη, όλο το είναι του ανθρώπου κι αυτό λοιπόν -για να τελειώνω να μη κουράζεστε και σεις να κάνετε αέρα τώρα που είναι καλοκαίρι και καλώς ή κακώς σταματούν αυτές οι συγκεντρώσεις και άλλος πάει στην θάλασσα, άλλος πάει στο βουνό, εξοχή εδώ, εκεί, και τρόπον τινά λέμε: Μα τώρα θα πάω εκεί. Θα μπορώ πάτερ να προσεύχομαι; θα μπορώ να κάνω την νηστεία μου; θα μπορώ να εκκλησιάζομαι;

Πέφτουμε τρόπον τινά σε μία αλλαγή περιβάλλοντος και προγράμματος. Να ξέρετε ότι λέει ένας λόγος των πατέρων, ότι η μέλισσα όπου υπάγει μέλι ποιεί. Και ο μοναχός, ο χριστιανός, όπου υπάγει το έργο του Θεού εργάζεται. Δεν έχει για εμάς ούτε βουνό, ούτε θάλασσα, ούτε καλοκαίρι, ούτε χειμώνα. Ο άνθρωπος του Θεού εργάζεται παντού· όπου και να πάμε μπορούμε να προσευχηθούμε.

Μπορούμε να προσευχηθούμε, μπορούμε να διαβάζουμε τον λόγο του Θεού, μπορούμε να μετέχουμε εις την ευχαριστία. Φτάνει να θέλουμε! Δοκιμάστε, θελήστε και θα δείτε ότι αυτός που θέλει πραγματικά, βρίσκει τρόπους. “Ο αγαπών την εαυτού σωτηρίαν, μηχανεύεται” λένε οι πατέρες. Αυτός που αγαπά την σωτηρίαν του, είναι πανούργος. Βρίσκει τρόπους παντού, μηχανεύεται τρόπους να αγωνισθεί όπου κι αν είναι. Δεν μπορεί να εμποδίσει τίποτα το έργο του Θεού.

Γι’ αυτό λοιπόν, ας απορρίψουμε από πάνω μας τις δικαιολογίες, τις προφάσεις εν αμαρτίαις. Να τις απορρίψουμε και να βρούμε σαν ευκαιρία αυτό το διάστημα των διακοπών, να ωφεληθούμε περισσότερον, να ωφελήσουμε περισσότερους αδελφούς μας όπου και να πάμε, ομολογώντας το όνομα του Θεού. Και να βρούμε ευκαιρία να προσευχηθούμε περισσότερο, να διαβάσουμε περισσότερο, να δώσουμε χρόνο περισσότερο εις την πνευματική μας ζωή. Και θα δείτε πόση ωφέλεια θα έχουμε και πώς ο Θεός θα είναι πάντοτε μαζί μας. Θα μας ευρίσκει τρόπο, φτάνει να θέλουμε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου